ΕΚΕΙΝΗ

Όταν με πήρε στο τηλέφωνο η μάνα μου, ο παππούς είχε κιόλας φύγει. Δεν τον προλάβαινα πια. Κοίταξα απ’ το παράθυρο τον ουρανό. Τα σύννεφα μαζεύονταν με μια ασυνήθιστη σπουδή… Όταν ξεκίνησα τ’ αμάξι, βαριές σταγόνες πάσκιζαν να μου τρυπήσουν το παρμπρίζ.

Μας το ψιθύρισαν στην κλινική το ραντεβού. Κάπου εκεί ξημέρωμα τον άκουσαν στον ύπνο του να την φωνάζει. Είχε από χρόνια πριν φορέσει τ’ άσπρο της το νυφικό η γιαγιά και τον περίμενε. Ξύπνησε ήρεμος κι απλά τους είπε «φεύγω». Κι έφυγε πριν τον πιάσει η βροχή, πριν του μουσκέψει τ’ ατσαλάκωτο γαμπριάτικο κουστούμι.

Ο δρόμος ήτανε ποτάμι και βάρκες τα αυτοκίνητα σε βαρκαρόλα πένθιμη. Σαν λιτανεία μου ‘φερνε το σκηνικό. Μια λιτανεία παραστάσεων απ’ τα παλιά κι εν πάση περιπτώσει ασορτί με την ψυχή μου. Ήτανε «πλήρης ημερών», γιαυτό και πλήρεις αναμνήσεων εμείς, έπρεπε τώρα να συνυπογράψουμε το τέλος.

«Πού πας;» ξέσπασε με παράπονο η θεια μου, μα αυτός ατάραχος. Ήξερε πως Εκείνη τον περίμενε. Εκείνη! Μια στοργική αγκαλιά που δεν την έδωσε, μια τρυφερή κουβέντα που δεν είπε. Όλα του τα χρωστούμενα τα μάζεψε και πήγε. Σαν έτοιμος από καιρό, με την στερνή του γνώση στα μπαγκάζια.

Για μένα ήτανε άγγελοι κι έτσι θα τους θυμάμαι. Δυο γήινοι άγγελοι, μιας εποχής μου ανέμελης, με πινελιές ασπρόμαυρες, χωρίς τη λεπτομέρεια στις αντιθέσεις. Αυτός ήταν ψηλός και σωματώδης. Εκείνη μικροκαμωμένη κι εύθραυστη. Έτρεχε αυτός, με χίλια έτρεχε, μα εκείνη αδύναμη να ακολουθήσει. Η αύρα γύρω του πετούσε σπίθες. Εκείνη ξέμενε πάντα πιο πίσω να μην την κάψει. Είχε μια αλαζονεία αφεαυτής η τόσο πρόδηλη υπεροχή του.

Μιλούσε αυτός κι εκείνη σώπαινε. Κομπάρσος άλαλος ο ρόλος της σε μια σκηνή, όπου αυτός, ο πρωταγωνιστής, κρατούσε για την πάρτη του το σταριλίκι. Πολλές φορές την πείραζε, για να γελάμε. Όμως εκείνης το χαμόγελο υπέκρυπτε μιαν από χρόνια σμιλευμένη πίκρα. Την πίκρα της υποταγής στην αδιαμφισβήτητη κοινωνικώς υπεροχή του αρσενικού ηγεμόνα.

Τα χρόνια πέρασαν κι εκείνη απόκαμε κι έγειρε για να κοιμηθεί για πάντα στη σιωπή της. Και τότε τρόμαξε. Πρώτη φορά που τον θυμάμαι να τρομάζει. Όλη η αγάπη που φυλάκισε μέσα στο πιο ανήλιαγο μπουντρούμι της καρδιάς του τόσα χρόνια, επαναστάτησε την ύστατη στιγμή και σαν ψυχρός εκτελεστής τον έστησε στον τοίχο. Και ξαφνικά κατάλαβε πόσο πολύ την αγαπούσε. Και ξαφνικά κατάλαβε πόσο είχε ανάγκη να της πει «μη φεύγεις Αθηνά μου, σ’ αγαπώ, μη μ’ αφήνεις!».

Με ένα βιβλίο προσευχές μάταια ξόρκιζε το θάνατο, μη ξεκολλώντας από πάνω της τα μάτια του, την έγνοια του, την ολοφάνερα απέραντη απόγνωσή του. Κι αν ίσως με τις προσευχές του την κρατούσε ζωντανή, ήταν απούσα. Μες στα λευκά σεντόνια της, εκείνη παραιτήθηκε απ’ ό,τι πια την ένωνε με τη ζωή.

Ψυχορραγούσε αμίλητη, μέρες ολόκληρες, χωρίς ούτε και στερνό της το χαμόγελο να του χαρίσει. Ποιος ξέρει τι να της ψιθύριζε μέσα στ’ αυτί, ώρες ατέλειωτες, όταν εκείνη δεν μπορούσε πια να τον ακούσει. Εκείνος ήλπιζε ότι απλώς εκείνη προσποιούνταν πως δεν μπορούσε πια να τον ακούσει. Αθόρυβα και ταπεινά, όπως ήταν στη φύση της, έτσι ξεκίνησε για το στερνό ταξίδι. Μόνη, παρότι αυτός της κράταγε το χέρι.

Εκείνη τον συγχώρεσε. Ήταν ο άντρας της. Σε μια εποχή αλλιώτικη, σκληρή και δύσκολη. Η βιοπάλη, τα παιδιά κι έγνοια τους να τα μορφώσουν. Ο μόχθος ήταν το προσφάι τους. Ρομαντισμοί δεν ταίριαζαν στο σκηνικό τους.

Εκείνη τον συγχώρεσε, που δεν ήταν ο πρίγκηπας, στο παραμύθι της κοιμωμένης καλλονής. Γιατί δεν ήταν πρίγκιπας αυτός, ούτε κι εκείνη πίστευε στα παραμύθια.

Εκείνη τον συγχώρεσε. Εγώ είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Ξημέρωμα ήρθε στον ύπνο του ντυμένη νύφη. Άπλωσε τα χεράκια της, εκείνα τα αδύναμα μικρά χεράκια. «Πάμε, του είπε, κι ο Θεός ντυμένος τ’ άμφια του μας περιμένει. Θα μας παντρέψει, Κώστα. Μην αργείς!»

Τον άκουσαν να την φωνάζει. «Αθηνά…» Στον ύπνο του παραμιλά, είπανε κάποιοι. Όμως αυτός πια ήξερε… Γιαυτό ξύπνησε ήρεμος κι έτοιμος πια, ξεπέρασε τον τρόμο του θανάτου. «Φεύγω» τους είπε. «Φέρτε μου και φορέστε μου τα γαμπριάτικά μου»…

Ήτανε μεσημέρι πια… Από ώρα ψάχνανε η μάνα μου κι οι θειες μου τον παπά, απεγνωσμένα. Αδημονούσε. «Φέρτε τον παπά, γιατί αργεί; Πρέπει να φύγω!» Εκείνη τον συγχώρεσε. Ήθελε να τον συγχωρέσει κι ο Θεός, να σβήσει τα χρωστούμενά του στους ανθρώπους. Κοινώνησε και πέθανε. “Τον αγαπούσε, είπαν, ο Θεός” κι έπιασε αμέσως μια βροχή, που κόπασε για λίγο μόνο στην ταφή του.

Ένας μαρμάρινος σταυρός, με τη φωτογραφία της γιαγιάς και κάτω το σκαμμένο χώμα. Εκεί για πάντα σμίξανε τα σώματά τους.Όμως μες στο ψιλόβροχο, που άρχισε ξανά να πέφτει και μες στο φως που πάσκιζε στο βάθος πέρα του ορίζοντα να διαρρήξει την παχιά και σκούρα μάζα των συννέφων, είδα θολά τις δυο φιγούρες: Ένας ολόλαμπρος γαμπρός ψηλός και σωματώδης, μια μικροκαμωμένη κι εύθραυστη νυφούλα στο πλευρό του… Τη φίλησε και μπράτσο πέταξαν μαζί, σαν περιστέρια κάτασπρα στις εκκλησιές του απείρου.

10 Δεκεμβρίου 2004.

ΠΡΙΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Καθώς η Κύπρος ζει μια από τις χειρότερες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της, η κυπριακή κοινωνία κλείνεται σε ένα σκοτεινό θάλαμο, για να γιορτάσει εκεί μέσα τα Χριστούγεννα της κατάθλιψης. Διαπιστώνοντας με απόγνωση πως όλα σε τούτο τον τόπο πάνε λάθος.

Η διαπλοκή, η διαφθορά κι η αυθαιρεσία έχουν βυθίσει τους πολιτειακούς θεσμούς στην ανυποληψία.

Υστερόβουλες αποφάσεις είτε της εξουσίας είτε της αντιπολίτευσης, με στόχο το πολιτικό (ή άλλου είδους) αλισβερίσι, οδηγούν σε κρίσεις, τις οποίες πληρώνει ο πάντα χαμένος της υπόθεσης πολίτης.

Το εθνικό μας ζήτημα έχει καταβαραθρωθεί και βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την μεγαλύτερη ήττα του ελληνισμού στην Κύπρο και τη μεγαλύτερη νίκη της Τουρκίας: στη λύση της διχοτόμησης σε δύο ανεξάρτητες χώρες.

Η διαχείριση της COVID-19 ήταν φαινομενικά επιτυχής ενόσω βοηθούσε ο … καιρός. Τους τελευταίους μήνες εκτροχιαστήκαμε από την αυταπάτη στην απάτη και περάσαμε μοιραία στη φάση της θλίψης, συνεπεία της απομόνωσης, του φόβου, της απαισιοδοξίας για το μέλλον, της απόγνωσης που κουβαλά η (νέα, μεγάλη) οικονομική κρίση.

Χώρα χωρίς όραμα, είναι βάρκα χωρίς πυξίδα σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Αυτή είναι η Κύπρος του 2020. Γιατί εδώ και έξι δεκαετίες την κυβερνά, σαν βαθύ κράτος, ένα άπληστο κατεστημένο, που κοιτάζει μόνο την πάρτη και τα πάρτι του, στέλνοντας μονίμως κι ανελλιπώς σ’ εμάς τους «ιθαγενείς» το λογαριασμό.

Στη μεγάλη κρίση του 2013 η Κύπρος χρειαζόταν επειγόντως ηγέτη με όραμα, αποφασισμένο να τσακίσει αυτό το ανάλγητο, ιδιοτελές κατεστημένο που πίνει το αίμα μας σαν υπερτροφικός μύκητας, να θεραπεύσει τον καρκίνο της διαφθοράς, να πλοηγήσει το καράβι με σύνεση κι ευθυκρισία προς ένα καλύτερο μέλλον.

Δυστυχώς, ο Νίκος Αναστασιάδης, ο πρόεδρος που εκλέξαμε τότε και ξανά πέντε χρόνια αργότερα (όχι ότι είχαμε και κανένα ανθυποψήφιό του κελεπούρι δηλαδή), απέτυχε παταγωδώς να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Όλα όσα συνέβησαν επί προεδρίας του και θα συμβούν ακόμη, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η λογική συνέπεια της απόλυτης έλλειψης οράματος, της συντήρησης και διαιώνισης του διεφθαρμένου συστήματος νομής της εξουσίας, του γενικότερου ελλείματος δεοντολογίας, πολιτικής ορθότητας και ήθους στις πολιτικές πρακτικές.

Δεν είναι τίποτε άλλο δηλαδή παρά η συνέπεια της αποτυχίας του προέδρου Αναστασιάδη να αναδειχθεί σε ηγέτη.

ΑΦΕΛΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΘΑ ΔΙΚΑΣΤΟΥΝ ΠΟΤΕ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΑΝ;

Ακούμε και διαβάζουμε στις ειδήσεις ότι η Τουρκία επιμένει στη λύση της διχοτόμησης της Κύπρου σε δύο κράτη. Θυμίζω πως αυτό ήταν πάντοτε και το όραμα του Ραούφ Ντενκτάς σε όλη του την πολιτική ζωή, πίσω από τον οποίο βεβαίως βρισκόταν η Τουρκία.

Θυμίζω όμως και κάτι που αφορά τους δικούς μας ηγέτες: Μια μεγάλη μερίδα της πολίτικής μας ηγεσίας, για δεκαετίες ολόκληρες έλεγε στους πολίτες αυτού τόπου ότι η Τουρκία δεν ήθελε διχοτόμηση αλλά ομοσπονδία. Μας το έλεγαν και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο και στον έντυπο τύπο και στο διαδίκτυο. Το έλεγαν μέχρι και πριν λίγες βδομάδες, μάλιστα κάποιοι επιμένουν να το λένε ακόμη. Ο Τούρκος λέει ότι θέλει διχοτόμηση και κάνει συγκεκριμένες ενέργειες για να την πετύχει κι αυτοί επιμένουν να μας κοροϊδεύουν ότι ο Τούρκος δε θέλει.

Γιατί λένε αυτό το ψέμα; Διότι στην πραγματικότητα και άσχετα με το τι λένε δημόσια, οι ίδιοι ήταν και παραμένουν εναντίον της ομοσπονδιακής λύσης και υπέρ της διχοτόμησης. Σαν κλασικοί πολιτικοί απατεώνες όμως δεν τόλμησαν ποτέ να το πουν ξεκάθαρα στους εκτοπισμένους, που έχασαν τις περιουσίες τους χωρίς ποτέ να αποζημιωθούν. Δεν τόλμησαν ποτέ να πούν στο σύνολο του κυπριακού λαού ότι ήθελαν να δώσουν στην Τουρκία (ούτε καν στους Τουρκοκύπριους, αλλά στην Τουρκία) την Κερύνεια, την Αμμόχωστο, την Καρπασία, τη Μόρφου, το σπίτι του Γρηγόρη Αυξεντίου, το κρυσφήγετο του Κυριάκου Μάτση, τον Πενταδάκτυλο πάνω στον οποίο θυσίασαν τη ζωή τους εκατοντάδες παλληκάρια για να υπερασπίσουν αυτό τον τόπο από την τουρκική εισβολή (που ξεκίνησε και πάλι έπειτα από συμφωνία που έκαναν με την Τουρκία Έλληνες και Ελληνοκύπριοι προδότες).

Όλοι αυτοί που μας έλεγαν ότι η Τουρκία δε θέλει διχοτόμηση αλλά ομοσπονδία, δεν ήταν παρά φερέφωνα ενός διεφθαρμένου πολιτικοοικονομικού κατεστημένου, που καταπρόδωσε και κατέκλεψε εμάς τους πολίτες, για να διασφαλίσει τα οικονομικά συμφέροντα των λίγων και εκλεκτών. Παρουσίαζαν με αυτό τον τρόπο τεχνηέντως τη διχοτόμηση σαν όχι και τόσο κακή λύση, αφού δεν την θέλει η Τουρκία. Άσχετα ότι την ήθελε ο Ντενκτάς, αυτοί επέμεναν στο παραμύθι τους, εξυπηρετώντας στην ουσία τις τσέπες του διεφθαρμένου κατεστημένου και φυσικά την ίδια στιγμή τα στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας.

Ροκανίζοντας το χρόνο, σε άτυπο συντονισμό με το ντενκτασικό κατεστημένο και την Τουρκία, μας έφεραν σήμερα ένα βήμα πριν τη διχοτόμηση, τη λύση που συμφέρει μόνο την Τουρκία, η οποία θα μπορέσει να μετατρέψει την Κύπρο, με δημογραφικούς και οικονομικούς όρους, σε τουρκικό νησί, μόνο και μόνο διότι το διχοτομικό στάτους κβο εξυπηρετεί πρόσκαιρα τις τσέπες των λίγων και εκλεκτών, που εκμεταλλεύονται το διεφθαρμένο σύστημα νομής της εξουσίας και του δημοσίου χρήματος.

Το ήξεραν από την αρχή ότι θα φτάναμε στη διχοτόμηση κι αυτός ήταν ο στόχος. Από τότε που ο Μακάριος και οι κρυπτοδιχοτομικοί ανακήρυξαν τον ούτω καλούμενο “μακροχρόνιο αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου” μόνο ένας αφελής θα μπορούσε να πιστέψει ότι είχαν στο νου τους να κάνουν πραγματικό αγώνα. Στην πραγματικότητα ο στόχος τους ήταν να έρθει η διχοτόμηση σιγά σιγά με την πάροδο του χρόνου, αδιαμαρτύρητα και οπωσδήποτε χωρίς τις υπογραφές τους.

Το πέτυχαν παίζοντας με τον πατριωτισμό μας, για να επιβεβαιωθεί η ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι “ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του απατεώνα”. Στην ουσία μας έπιασαν κορόιδα, μας εξαπάτησαν και φυσικά μας κατάκλεψαν, με τα αμέτρητα σκάνδαλα που άρχισαν να ξεσπούν το ένα μετά το άλλο, από τότε που ξεκινήσαμε τον “Μακροχρόνιο Αγώνα” μέχρι σήμερα κι έπεται συνέχεια, από τη στιγμή που το διεφθαρμένο σύστημα συντηρείται και διαιωνίζεται από το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο.

Το (αφελέστατο) ερώτημά μου τώρα είναι το εξής: όλοι αυτοί που μας έλεγαν τόσα χρόνια το παραμύθι ότι τάχα η Τουρκία δε θέλει διχοτόμηση, δεν έπρεπε να στηθεί ένα δικαστήριο για να κληθούν να δώσουν εξηγήσεις; Γιατί εξυπηρέτησαν τους τουρκικούς στρατηγικούς στόχους εις βάρος του εθνικού μας συμφέροντος; Χαρακτηρίζω “αφελέστατο” το ερώτημά μου, διότι είναι γνωστό πως σε τούτο τον τόπο ουδέποτε τιμωρήθηκε και ουδέποτε λογοδότησε οποιοσδήποτε από εκείνους που μας εξαπάτησαν ή μας έκλεψαν ή μας πρόδωσαν.

Ο Ντενκτάς και η Τουρκία ουδέποτε απέκρυψαν ότι ο απώτερός τους στόχος ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου. Δυστυχώς οι Τούρκοι μας έλεγαν την αλήθεια. Αυτοί που μας έλεγαν πάντα ψέματα, που μας εξαπάτησαν και μας κατάκλεψαν ήταν οι δικοί μας.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΗΓΕΤΕΣ

Δε συζητούμε ποιος είναι ο επιδρομέας, ο πειρατής, ο προκλητικός. Είναι η Τουρκία κι ο ασύδοτος μέχρι ψυχοπάθειας πρόεδρός της, ο Ερντογάν. Αυτός που έστησε το σημερινό πανηγύρι στην Αμμόχωστο. Όμως για να παρακολουθούμε σήμερα την πρόκληση αμήχανοι κι ανήμποροι να αντιδράσουμε αποτελεσματικά, έχει τεράστια ευθύνη η δική μας ηγεσία. Όχι μόνο η σημερινή, αλλά διαχρονικά από την εισβολή και μετά για να μην πω από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Θέλω να θυμίσω ξανά πως η μεγάλη ευκαιρία για επιστροφή του Βαρωσιού στους νόμιμους κατοίκους της, έστω και υπό την ευθύνη των Ηνωμένων Εθνών, χάθηκε το 1978. Τότε η Τουρκία και η αμερικανική κυβέρνηση ήταν σε δύσκολη θέση, διότι το αμερικανικό Κογκρέσο είχε απαγορεύσει την πώληση όπλων στην Τουρκία. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έψαχνε τρόπο να αλλάξει αυτή η απόφαση, γιατί η Τουρκία ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς εταίρους στο ΝΑΤΟ. Προτάθηκε τότε ένα σχέδιο λύσης του Κυπριακού, από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τον Καναδά. Σε μια χειρονομία καλής θέλησης η Τουρκία έπρεπε να δώσει την Αμμόχωστο στα Ηνωμένα Έθνη για να διευθετήσουν την επανεγκατάσταση των νόμιμων κατοίκων της περίκλειστης πόλης, τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή.

Η πολιτική μας ηγεσία, με εξαίρεση τον ΔΗΣΥ του Κληρίδη, απέρριψαν το σχέδιο και την πρόταση για την Αμμόχωστο. Είχε προηγηθεί σύσκεψη στη Λεμεσό, στο ξενοδοχείο «Αστήρ», στην Ανεξαρτησίας, του τότε πρόεδρου Σπύρου Κυπριανού με οικονομικούς παράγοντες. Λέγεται ότι στη σύσκεψη του είπαν: «Μα πρόεδρε, τώρα που καταφέραμε να σταθούμε λίγο στα πόδια μας, θα ανοίξεις το Βαρώσι να μας καταστρέψεις»; Δεν ξέρω πόσο μέτρησε η γνώμη των επιχειρηματιών, αλλά η απάντησή μας ήταν αρνητική. Στον κόσμο είπαν ένα εύκολο απλοϊκό επιχείρημα που έπιασε τόπο, ότι δηλαδή δε θέλαμε σχέδιο λύσης που σκέφτηκαν οι καταστροφείς μας, οι Αγγλοαμερικάνοι. Είναι σημαντικό να ξέρετε όμως ότι δεν ήταν προϋπόθεση να λυθεί τότε το Κυπριακό, για να επιστραφεί η Αμμόχωστος. Ήταν χειρονομία που έπρεπε να κάνει η Τουρκία, ανεξάρτητα αν θα φτάναμε σε λύση ή όχι.

Μέχρι σήμερα εκείνοι που συμφώνησαν με το ΟΧΙ ή εκείνοι που κουβαλάνε μέχρι σήμερα τα ίδια μυαλά, συνεχίζουν να μας λένε το ίδιο παραμύθι, ότι η Τουρκία είπε ΟΧΙ, οπότε δεν υπήρχε θέμα επιστροφής της Αμμοχώστου. Όχι δεν είναι έτσι. Η Τουρκία είπε ΟΧΙ, όταν το είπαμε εμείς. Όταν την απαλλάξαμε δηλαδή από την πίεση των Αμερικανών να δώσει το Βαρώσι. Διότι λίγο μετά το δικό μας ΟΧΙ, οι ΗΠΑ άρχισαν ξανά να στέλνουν στρατιωτική βοήθεια στην Τουρκία. Η Τουρκία λοιπόν είπε το ΟΧΙ, για να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι για την ΕΠΟΜΕΝΗ φορά που θα της ζητούσαν να κάνει το ίδιο. Την επόμενη φορά που δεν θα είχε καμία πίεση να το κάνει, που δε θα έπρεπε να δώσει την Αμμόχωστο ως αντάλλαγμα για κάτι άλλο. Αυτή είναι η αλήθεια αλλά εκείνοι που έχτισαν για δεκαετίες τώρα την πολιτική τους ρητορική πάνω στο ψέμα και στην απάτη, δεν κόβουν ποτέ αυτό το κακό σύστημα.

Όλες τις επόμενες φορές που τέθηκε το θέμα της Αμμοχώστου, ως προτεραιότητα για λύση του Κυπριακού, η Τουρκία ήταν πάντα απρόθυμη να κάνει αυτή την κίνηση. Ήθελε ανταλλάγματα που δύσκολα θα μπορούσαμε να δεχτούμε, όπως π.χ. τη λεγόμενη «άρση του οικονομικού εμπάργκο των Τουρκοκυπρίων» δηλαδή το άνοιγμα του λιμανιού της Αμμοχώστου και πιο πρόσφατα την αναγνώριση του αεροδρομίου της Τύμπου. Στην άρνησή της αυτή έβρισκε πάντα «συμμάχους», εδώ στη δική μας πλευρά, εκείνους που πέταξαν το 1978 τη μεγάλη ευκαιρία. Πριν ακόμη συζητηθεί το οτιδήποτε, μιλούσαν για «Αμμοχωστοποίηση» του Κυπριακού, ήθελαν τάχα συνολική λύση και στο τέλος την απέρριπταν πάντα κι αυτήν, επικαλούμενοι πατριωτικούς λόγους.

Αν όμως είσαι πραγματικός πατριώτης, την ώρα που λες ΟΧΙ πρέπει να έχεις κάτι άλλο στο νου σου για να ελευθερώσεις την πατρίδα σου από τον κατακτητή. Δεν λες ΟΧΙ για να τον αφήνεις εκεί, να εδραιώνει την κατοχή και να τουρκοποιεί την πατρίδα σου. Έτσι βολευτήκαμε με τα χρόνια, λέγοντας συνθήματα, βρίζοντας τους Τούρκους και τραγουδώντας συγκινητικά τραγούδια για την Αμμόχωστο και όλη την κατεχόμενη γη μας. Εσχάτως φτάσαμε στο σημείο να ακούμε τους «πατριώτες» να μας λένε πως ό,τι έγινε το 1974 έγινε και τώρα πρέπει να υπερασπιστούμε το κομμάτι που μας έμεινε! Τέτοια θέση μόνο στη χώρα των Φοινίκων θα μπορούσε να θεωρηθεί πατριωτισμός. Οπωσδήποτε όχι σε μυαλά ελληνικά, διότι εκείνο που μας διδάσκει η ιστορία μας είναι ότι οι Έλληνες πάντα προάσπιζαν την πατρίδα τους και δεν έλεγαν ποτέ «άσε τους να πάρουν ένα κομμάτι και θα υπερασπιστούμε εμείς το υπόλοιπο που θα μας μείνει».

Αλλά αφού αυτός ήταν ο στόχος του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου, που λειτουργεί ως βαθύ κράτος από το 1960 μέχρι σήμερα. Να διαχωριστούν οι Ελληνοκύπριοι από τους Τουρκοκύπριους για να διατηρηθεί πάση θυσία το μαφιόζικο σύστημα διαμοιρασμού της εξουσίας και του δημοσίου χρήματος που στήθηκε από τότε και λειτουργεί μέχρι σήμερα αυθαίρετα και μπροστά στα μάτια μας.

Ιδιαίτερα μετά το ΟΧΙ στην Αμμόχωστο, το 1978, ξέρετε τι έγινε. Ξεκίνησε η ασύδοτη κομματοκρατία να νέμεται τα πάντα. Το ένα σκάνδαλο μετά το άλλο. Κανονικό πλιάτσικο, χωρίς τσίπα. Τα ζήσαμε, τα ζούμε κάθε μέρα. Βουλιάζουμε συνεχώς προς τα κάτω και πάτος δεν υπάρχει. Η τυχόν επισημοποίηση της διχοτόμησης, με δύο ανεξάρτητες χώρες πάνω στο νησί, θα είναι και το τέλος του ελληνισμού στην Κύπρο σε βάθος χρόνου. Διότι την τουρκική χώρα στο βορρά η Τουρκία θα επιδιώξει να την κάνει πληθυσμιακά μεγαλύτερη και οικονομικά ισχυρότερη από τη δική μας, ώστε στο τέλος η Κύπρος να είναι γίνει ένα κατ’ εξοχήν τουρκικό νησί κι εμείς τα τσιράκια τους.

Αν ανοίξει τώρα το Βαρώσι, με βάση τα σχέδια που κάνουν, μιλώντας για «Λας Βέγκας» της Μεσογείου, αυτό που φοβόταν το δικό μας διεφθαρμένο κατεστημένο, θα το πάθει. Γιατί το οικονομικό πλήγμα θα είναι τεράστιο. Δεν ήθελαν να το ανοίξουμε εμείς το Βαρώσι, με τα οικονομικά οφέλη να έρχονται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Να δούμε πώς θα τους φανεί τώρα που θα το ανοίξει ο Τούρκος και θα επωφελείται οικονομικά αυτός.

Λυπάμαι πολύ γι’ αυτή την εθνική και ηθική κατάντια αλλά δεν είναι ποτέ αργά να καθαρίσουμε αυτό τον βόθρο. Δεν είναι ποτέ αργά να αφυπνιστούμε και να δούμε πώς θα σώσουμε την πατρίδα μας, όχι μόνο από τον Τούρκο εισβολέα, αλλά κι από τους δικούς μας ανάλγητους «εμπόρους» πατρίδας. Αν δεν το κάνουμε τώρα, πολύ φοβάμαι πως δε θα έχουμε πατρίδα να παραδώσουμε στα παιδιά μας.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΡΑΒΟΣ Ο ΓΙΑΛΟΣ Ή ΣΤΡΑΒΑ ΑΡΜΕΝΙΖΟΥΜΕ;

Το μέγα ζήτημα με τις παρατυπίες (βλέπε φαγοπότι) σε σχέση με το πρόγραμμα των πολιτογραφήσεων, το έθεσε επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (η κυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και όχι το Al Jazeera. Το Al Jazeera ήρθε να το αποκαλύψει πολύ μετά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Κι ενώ όλοι ξέρουμε πολύ καλά τι συμβαίνει σε τούτο τον τόπο, ξαφνικά είδαμε ένα βίντεο με πρωταγωνιστές τον δεύτερο τη τάξη στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή τον Πρόεδρο της Βουλής, που προέρχεται από το κόμμα της Αλληλεγγύης και έναν βουλευτή του ΑΚΕΛ και … πέσαμε από τα σύννεφα Σήμερα μαθαίνουμε ότι δικηγόροι του βουλευτή του ΑΚΕΛ είναι το γραφείο του κυβερνητικού εκπροσώπου της κυβέρνησης Αναστασιάδη.

Ελπίζω, αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισες, να μην ξεχάσατε ότι και πάλι επί αυτής της διακυβέρνησης ΚΑΝΕΝΑΣ δεν τιμωρήθηκε για το ελεεινό φαγοπότι που φαλίρησε την Κύπρο το 2013 και το πληρώσαμε εμείς οι απλοί πολίτες. Ελπίζω να μην ξεχάσατε επίσης ότι κάποιοι που καταδικάστηκαν για υποθέσεις διαφοθοράς, ανάμεσα στους οποίους ο Δήμαρχος της Πάφου (ΔΗΚΟ) και διάφοροι άλλοι παράγοντες άλλων κομμάτων, όπως επίσης και ο τότε Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, βγήκαν από τη φυλακή σε χρόνο ντετέ, μαζί με επώνυμους παιδεραστές.

Σ΄αυτή την θλιβερή παράσταση αλαζονείας της κυπριακής “κομματοκρατίας”, εμείς οι πολίτες, βουβοί θεατές και πάντοτε πρόθυμοι να πληρώσουμε το λογαριασμό, αναρωτιόμαστε ακόμη “αν στραβός είν’ ο γυαλός ή στραβά αρμενίζουμε”. Δεν καταλάβαμε ακόμη ποιο από τα δύο συμβαίνει;

Υ.Γ.: Μην ξεχνάτε να φοράτε τη μάσκα σας όταν περπατάτε μόνοι στο πεζοδρόμιο γιατί θα πληρώσετε 300 ευρώ πρόστιμο!

δε θα εχουμε πατριδα να παραδωσουμε στα παιδια μασ

Είναι κανείς που έπεσε από τα σύννεφα, όταν είδε το ρεπορτάζ του Al Jazeera, με πρωταγωνιστές τον Πρόεδρο της Βουλής κι ένα βουλευτή, να συνδιαλέγονται με υποτιθέμενους εκπροσώπους Κινέζου απατεώνα για να τον πολιτογραφήσουν Κύπριο; Είναι κανείς που πιστεύει στ’ αλήθεια ότι άνθρωποι παγιδεύτηκαν, φράσεις απομονώθηκαν, ότι έγινε μοντάζ κι ότι η εικόνα, που παρουσιάζει το ρεπορτάζ, μας αδικεί ως χώρα;

Είναι κανείς που αμφιβάλλει ότι ναι, αυτή είναι η Κύπρος του 2020. Η Κύπρος όπως την κατάντησαν εκείνοι που μας κυβερνούν, όχι μόνο την τελευταία επταετία αλλά διαχρονικά, από το 1960 μέχρι σήμερα, πίσω από κάθε κυβέρνηση, σαν βαθύ κράτος: το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, που έστησε ένα διεφθαρμένο μαφιόζικο σύστημα νομής της εξουσίας. Μέσα από σημαντικά πόστα, ενίοτε από το ύπατο αξίωμα μέχρι κάτω και με αυθαίρετες αποφάσεις να διασπαθίζει ή να καταχράται δημόσιο χρήμα, μέσα από διαβλητές διαδικασίες ανάθεσης και επίβλεψης έργων, αγορών, σχεδιασμών κ.ο.κ.

Είναι κανείς που αμφιβάλλει ότι η Κύπρος είναι σήμερα μια από τις πιο διεφθαρμένες χώρες στον πλανήτη; Κάποιοι γράφουν στα κοινωνικά δίκτυα ότι διαφθορά υπάρχει παντού. Ναι, διαφθορά υπάρχει παντού, όπου υπάρχουν άνθρωποι υπάρχει διαφθορά, αλλά με μια τεράστια διαφορά: ότι σε χώρες με πολιτικό πολιτισμό, όπως π.χ. οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, τις οποίες επικαλούμαστε συχνά ως πρότυπα για την οικονομική τους ανάπτυξη και για την πολιτική ορθότητα που γενικά εφαρμόζουν στις διαδικασίες και στον τρόπο σκέψης, μπορεί να υπάρχει κι εκεί διαφθορά, αλλά είναι σε περιορισμένη μορφή. Εδώ, στην Κύπρο, η διαφθορά είναι ΤΟ σύστημα. Εδώ η διαφθορά είναι παντού, σε όλα τα στρώματα της εξουσίας και της κοινωνίας, από πάνω μέχρι κάτω, είναι μέσα στην ίδια τη νοοτροπία μας. Χρόνια τώρα βλέποντας το πρόσωπο του τέρατος της διαφθοράς, το συνηθίσαμε τόσο πολύ, που έγινε το κατοικίδιό μας.

Το 2013, η τελευταία δηλαδή μεγάλη κρίση, πιστέψαμε όλοι ήταν οικονομική, ότι ήταν δηλαδή συνέβη διότι έγιναν λάθη και αστοχίες. Μα όχι. Η μεγάλη εκείνη κρίση ήταν πρωτίστως ΗΘΙΚΗ. Τότε είχαν συνεργαστεί οι δικοί μας απατεώνες λευκού κολλάρου με ξένους δισεκατομμυριούχους, οι οποίοι έκλεψαν λεφτά από τις πατρίδες τους κι ήρθαν εδώ, στο καλό πλυντήριο, να τα ξεπλύνουν, δίνοντας βέβαια το ανάλογο αντάλλαγμα σ’ αυτούς που θα έκαναν εδώ τους μεσάζοντες. Η τεράστια που ξέσπασε το 2013 ήταν μια «συμπαντική», μια νομοτελειακή, αν θέλετε, προειδοποίηση πως κάτι δεν πάει καλά με τον τρόπο που λειτουργούμε σε τούτο τον τόπο, πως «ή στραβός είν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε», πως έπρεπε να τα αλλάξουμε όλα, η Κύπρος να αναγεννηθεί, να χτιστεί ξανά από την αρχή, να τερματιστεί αυτή η νοοτροπία του φάε-φάε και του κλέψε-κλέψε.

Δυστυχώς όμως αυτό που έπρεπε να γίνει δεν έγινε. Αντίθετα, συνεχίστηκε ακριβώς η ίδια νοοτροπία του «όπου υπάρχει ψαχνό θα το τρώμε». Συνεχίστηκαν οι ίδιες διαβλητές διαδικασίες, οι ίδιες αυθαιρεσίες, οι διασπαθίσεις, οι καταχρήσεις, η συνεργασία με ξένους απατεώνες, μέσω – αυτή τη φορά- των πολιτογραφήσεων. Γι’ αυτό και μοιραία συνεχίσαμε και θα συνεχίσουμε να βλέπουμε ολοένα και νέα σκάνδαλα να βγαίνουν στην επιφάνεια, καθώς το τι έχουμε δει μέχρι στιγμής δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.

Αν συνεχίσουμε έτσι, θα έρθουν τα πολύ χειρότερα. Θα ψάχνουμε για την πατρίδα μας και δε θα έχουμε να δώσουμε στα παιδιά μας τίποτα! Έφτασε η ώρα επιτέλους να ξυπνήσουμε! Να δούμε, εμείς, οι πολίτες, τι θα κάνουμε. Διότι δυστυχώς, εκείνοι που βρίσκονται μέσα στο νοσηρό και διεφθαρμένο σύστημα της κυπριακής εκτροφής «κομματοκρατίας», δείχνουν απρόθυμοι  ή αδύναμοι να το καταργήσουν και να το χτίσουν ξανά από την αρχή, ως ένα υγείες σύστημα εξουσίας. Δεν έχουμε άλλη επιλογή οι πολίτες παρά πρώτα να ξυπνήσουμε και να συνέλθουμε και έπειτα να θεραπεύσουμε τον καλπάζοντα καρκίνο της διαφθοράς, που κατατρώει στο σώμα της Κύπρου. Για το γράφω και το τονίζω ξανά: Δε θα έχουμε Κύπρο να παραδώσουμε στα παιδιά μας.

ΑΝ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ;

Ο ληστής μπήκε σήμερα στο Βαρώσι. Αλλά ο ληστής αφέθηκε να μπει. Χρόνια προετοίμαζε το γιουρούσι, με τη βοήθεια εκείνων που εξαπάτησαν τον κυπριακό ελληνισμό πουλώντας του ψευδοπατριωτικά φούμαρα.

Το Βαρώσι του το έδωσε του ληστή το βρόμικο ελληνοκυπριακό κατεστημένο, τα 6-7 τζάκια που έστησαν το διεφθαρμένο σύστημα νομής της εξουσίας και του δημοσίου χρήματος και κυβερνούν την Κύπρο, σαν βαθύ κράτος πίσω από κάθε κυβέρνηση, από το 1960.

Το 1978, όταν ακόμα η Αμμόχωστος ήταν όπως την άφησαν οι κάτοικοί της, προτάθηκε από τους Αμερικανούς η άμεση επιστροφή της Αμμοχώστου, με σκοπό να δημιουργηθεί καλό κλίμα για να ξεκινήσουν συνομιλίες για λύση του Κυπριακού. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ γύρευε τότε ένα τρόπο να πεισθεί το αμερικανικό κογκρέσο να άρει το εμπάργκο πώλησης όπλων στην Τουρκία, μια απόφαση που είχε πάρει τιμωρητικά προς την Τουρκία, μετά την εισβολή της στην Κύπρο

Πρόεδρος ήταν τότε ο Σπύρος Κυπριανού, το όνομα του οποίου δόθηκε στις πιο μεγάλες λεωφόρους των κυπριακών πόλεων. Αν ο Κυπριανού αποφάσιζε να κάτσει σε συνομιλίες για λύση, με βάση το σχέδιο λύσης που πρότειναν από κοινού οι ΗΠΑ, η Βρετανία και ο Καναδάς, θα έπρεπε η Τουρκία να παραδώσει αμέσως την περίκλειστη πόλη, ανεξάρτητα αν θα φτάναμε ποτέ σε λύση ή όχι. Δεν ήταν προϋπόθεση η λύση, για να δοθεί το Βαρώσι. Έπρεπε να επιστραφεί έτσι κι αλλιώς.

Έγινε τότε στο ξενοδοχείο “Αστήρ”, στην Ανεξαρτησίας, στη Λεμεσό, σύσκεψη οικονομικών παραγόντων (το κατεστημένο που λέγαμε) μαζί με τον Κυπριανού και οι παράγοντες του είπαν: “Μα πρόεδρε τι πας να κάνεις; Μόλις καταφέραμε να σταθούμε στα πόδια μας, πάεις να ανοίξεις το Βαρώσι και να μας καταστρέψεις”; Μετά από εκείνη τη σύσκεψη και έχοντας τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων πλην του κληριδικού τότε ΔΗΣΥ, ο Κυπριανού απέρριψε το σχέδιο και την πρόταση και τότε οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ξανά να πουλάνε όπλα στην Τουρκία, χωρίς αυτή να χρειαστεί να δώσει κανένα απολύτως αντάλλαγμα.

Η μεγάλη πλειοψηφία του κυπριακού λαού, η οποία πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις εμπιστεύεται τους προέδρους, ό,τι καταστροφική στραβάρα και να κάνουν, χειροκρότησε την απόφαση. Από τότε το Βαρώσι έμεινε εκεί περίκλειστο, μέχρι σήμερα που το άνοιξαν οι Τούρκοι.

Κάποιοι το 1974, ανάμεσα τους κι εγώ που ήμουν μόλις 10 χρονών μωρό, είχαμε το νου να καταλάβουμε ότι η πάροδος του χρόνου θα εκτούρκιζε την κατεχόμενη μας πατρίδα και θα μας οδηγούσε στη διχοτόμηση. Οι μεγάλοι όμως απατεώνες, που κατέκλεψαν το δημόσιο χρήμα και έφτιαξαν πολιτικές καριέρες με απατηλά συνθήματα, έπεισαν την πλειοψηφία ότι ήταν ανένδοτοι αγωνιστές, που απέρριπταν τάχα “ντροπιαστικές” προτάσεις για λύση. Ο Μακάριος διακήρυξε τότε τον “Μακροχρόνιο Αγώνα”, βασισμένος στο λεγόμενο “Δόγμα Δούντα” (τότε Πρέσβη της Ελλάδας στην Κύπρο).

Ο Μακροχρόνιος ήταν η μεγαλύτερη προδοσία και η καλύτερη υπηρεσία προς την Τουρκία, διότι δεν ήταν μακροχρόνιος για δίκαιη λύση, όπως υπόσχονταν, αλλά μακροχρόνιος για τη Διχοτόμηση της Κύπρου.

Όλοι αυτοί οι προδότες, που παραμύθιαζαν το λαό ότι αγωνίζονται τάχα για μια καλύτερη λύση, ενώ αγωνίζονταν για την πούγκα τους, εξυπηρέτησαν, σαν πρόθυμα γιουσουφάκια τα συμφέροντα της Τουρκίας, συμπορευόμενοι πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις με τον Ραούφ Ντενκτάς, διότι με η διχοτόμηση το διεφθαρμένο σύστημα που έστησαν για να τρώνε και να πίνουν πάνω στην καμπούρα μας, θα συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά,

Ενώ όμως ο Ντενκτάς έλεγε πάντα ξεκάθαρα αυτό που πίστευε, ότι δηλαδή η καλύτερη λύση είναι η διχοτόμηση, τα γιουσουφάκια στην απ’ εδώ πλευρά (επειδή ήθελαν τη διχοτόμηση) μας παραμύθιαζαν ότι τάχα η Άγκυρα δεν θέλει διχοτόμηση αλλά λύση ομοσπονδίας, για να μας ελέγχει κι εμάς. Λες κι ο Ντενκτάς ήταν ηλίθιος ή ήταν εχθρός της Άγκυρας, όταν έλεγε σε όλα τα σχέδια λύσης ΟΧΙ. Ο Ντενκτάς είπε ΟΧΙ ακόμη και στο Σχέδιο Ανάν, το οποίο ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν διαπραγματεύθηκε, διότι ήθελε να έχει τρανταχτά τρωτά, ώστε να μας καλέσει το απορρίψουμε και φυσικά να συνεχιστεί κανονικά η πορεία προς τη διχοτόμηση.

Μαζί λοιπόν, χέρι με χέρι, με τον Ντενκτάς και την Τουρκία, μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, που ό,τι κάνεις πια είναι λάθος. Μας οδήγησαν στη διχοτόμηση χωρίς να θελήσουν πάρουν για αντάλαγμα πίσω ούτε μια σπιθαμή γης. Αν αυτό δεν είναι προδοσία, αναρωτιέμαι τελικά τι είναι προδοσία.

ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΩΠΑΙΝΟΝΤΑΣ Ή ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΩΝΤΑΣ

Ακούτε εδώ και χρόνια μερίδα της πολιτικής μας ηγεσίας να την ανάγκη να προκαλέσουμε κόστος στην Τουρκία. Μάλιστα ο Νικόλας Παπαδόπουλος, κατεβαίνοντας ως υποψήφιος για την προεδρία το 2018, προέταξε αυτή τη γραμμή στην ούτω καλούμενη “Νέα Στρατηγική” του, η οποία βεβαίως δεν ήταν καθόλου νέα. Το “blame game” στο Κυπριακό είναι διαχρονικά μια από τις πιο πιασάρικες ψευδοπατριωτικές κουτοπονηριές, με τις οποίες το βαθύ κράτος στην Κύπρο (δηλαδή τα τζάκια που μας κυβερνούν εδώ και 60 χρόνια) μας οδηγεί αργά και σταθερά στη διχοτόμηση.


Θα μου πείτε “Μα, τι εννοείς; Η Τουρκία είναι αθώα;”. Όχι φυσικά. Η Τουρκία είναι πειρατής. Ξέρει όμως πολύ καλά την αντίδρασή μας. Ξέρει πως θα κάνουμε ακριβώς αυτό που έκανε κι ο Αναστασιάδης και ο Παπαδόπουλος και ο Σπύρος Κυπριανού. Θα προτάξουμε “λογους αρχών και διεθνούς δικαίου”, θα επιμένουμε στην τιμωρία της Τουρκίας και στο τέλος θα απομονωθούμε, ενώ η Τουρκία θα συνεχίσει να κάνει στην Κύπρο αυτό που θέλει.


Θα μου πείτε και πάλι “Τι έπρεπε να κάναμε; Να αφήναμε την Τουρκία να αλωνίζει μέσα στην ΑΟΖ μας;”. Όχι φυσικά! Θα έπρεπε, για τους χειρισμούς μας, να είχαμε συνεννοηθεί πρωτίστως με τις χώρες που μας στηρίζουν στην Ε.Ε., ώστε να φτάσουμε σε μια αξιοπρεπή θετική κατάληξη και όχι να χάσουμε το παιχνίδι, όπως το χάσαμε και τώρα και πολλές φορές στο παρελθόν, προς όφελος της Τουρκίας. Δυστυχώς , για άλλη μια φορά, τα καταφέραμε να μείνουμε εντελώς μόνοι.

Βέβαια εγώ προσωπικά δεν πιστεύω ότι είναι πραγματικά τόσο ερασιτεχνική η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Αναστασιάδη. Κάτι μου λέει ότι επέμεναν μέχρι τέλους στις “θέσεις αρχών”, για να μην κατηγορηθούν εδώ, μέσα στο χωριό μας από άλλους συγχωριανούς, ότι υποχώρησαν και “δεν στάθηκαν στον πούντο τους”. Το τράβηξαν μέχρι τέλους. Καθαρά για “εσωτερική κατανάλωση” έπαιξαν και έχασαν, ώστε να έχουν να λένε ότι έκαναν τα πάντα.

Βεβαίως, πέρα από το ΑΚΕΛ, που ήταν εναντίον αυτής της γραμμής, βγήκε και κατηγόρησε επίσης την κυβέρνηση ο Νικόλας Παπαδόπουλος. Άσχετα αν ο Αναστασιάδης ακολούθησε ακριβώς τη δική του “Νέα Στρατηγική”, για “πρόκληση κόστους στην Τουρκία”. Έτσι κι αλλιώς, με την πολιτική της “Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με σωστό περιεχόμενο” ως επίσημη θέση του ΔΗΚΟ και με τον ψίθυρο στο βάθος “τζείνοι πο ‘ τζει τζι εμείς πο ‘δα”, ο Νικόλας δε χάνει ποτέ.

Το θέμα είναι πως οι μικροπολιτικοί ακροβατισμοί των σαλτιμπάγκων του ερασιτεχνικού τσίρκου, που μας κυβερνά σαν βαθύ κράτος εδώ και έξι δεκαετίες, μας έχουν προκαλέσει αλλεπάλληλες εθνικές και οικονομικές καταστροφές, τις οποίες πληρώσαμε με αίμα, δάκρυ και ιδρώτα, πάντοτε σωπαίνοντας ή χειροκροτώντας.

PERSONAL BLOG