Αρχείο κατηγορίας ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Άρθρα από διάφορες προσωπικότητες σχετικά με τη λύση του Κυπριακού.

ΑΝ ΑΚΟΥΓΑΜΕ ΤΟΝ ΚΛΗΡΙΔΗ

Πολλοί είπαν πως αν ακούγαμε τον Κληρίδη τον καιρό που έπρεπε, η Κύπρος δεν θα ήταν σήμερα μοιρασμένη. Ότι αν το προσωπικό ήθος και η εντιμότητά του γίνονταν αξίες του πολιτικού μας συστήματος, η Κύπρο δεν θα έφτανε στην ηθική και οικονομική παρακμή της διαφθοράς, που έχει ξεχειλίσει σαν οχετός.

Οι Έλληνες της Κύπρου είχαν πολλές ευκαιρίες και τρόπους να αποφύγουν τα χειρότερα. Ο Κληρίδης υπήρξε πάντα η φωνή της λογικής, που δυστυχώς δεν εισακούστηκε σχεδόν σε καμία περίπτωση.

Ήταν υπέρμαχος του αγώνα της ΕΟΚΑ, γιαυτό εξάλλου κι έγινε μέλος της οργάνωσης. Διότι πίστευε ότι οι Άγγλοι δεν επρόκειτο να φύγουν, αν δεν επαναστατούσε ο κυπριακός λαός. Ωστόσο ήταν υπέρ της συμφωνίας αυτοκυβέρνησης, που ο Μακάριος έκανε με τον Χάρτινγκ το 1956. Ήταν μια λύση του Κυπριακού στην οποία δεν είχε καμία ανάμειξη η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι δεν είχαν ειδικά προνόμια. Ο Μακάριος όμως, στην προσπάθειά του να κερδίσει περισσότερα από εκείνα που συμφώνησε, προκάλεσε ναυάγιο της συμφωνίας. Τρία χρόνια αργότερα ο Μακάριος αποδέχτηκε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, για ανεξαρτησία, σε ένα συνεταιρικό κράτος με τους Τουρκοκύπριους και κάτω από την απειλή των Άγγλων ότι θα επέβαλλαν τη διχοτόμηση του νησιού.

Το 1963 ο Κληρίδης προσπάθησε να αποτρέψει τον Μακάριο, όταν ο τελευταίος αποφάσισε να αλλάξει μονομερώς 13 σημεία του Συντάγματος. Ο Μακάριος δεν τον άκουσε με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η Τουρκοκυπριακή ανταρσία και η πρώτη διχοτόμηση της Κύπρου. Ο Κληρίδης κατάφερε να φτάσει σε συμφωνία με τον Ντενκτάς, η οποία στην ουσία έδινε λύση στο πρόβλημα, χωρίς να χρειαστεί να γίνει η αλλαγή των 13 σημείων. Συμφωνία η οποία υποστηρίχθηκε νομικά και από διεθνή συνταγματολόγο που προσέλαβε η κυβέρνηση. Ο Μακάριος ωστόσο επέμενε να αλλάξει τα 13 σημεία και οι Τουρκοκύπριοι δεν επέστρεψαν πίσω στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Το 1973 ο Κληρίδης έφτασε σε συμφωνία με τον Ντενκτάς, καλύτερη από τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, η οποία κάλυπτε τα πιο σημαντικά σημεία που άλλαξε ο Μακάριος. Δυστυχώς και για μια ακόμη φορά η πλευρά μας δεν προχώρησε με αυτή τη συμφωνία. Ένα χρόνο αργότερα η προδοσία έδρασε με το πραξικόπημα κι έδωσε την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο.

Αμέσως μετά την πρώτη εισβολή και βλέποντας πια ο Κληρίδης ότι χάθηκε για πάντα η δυνατότητα επανασυγκόλλησης της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, ήταν αποφασισμένος να αποδεχθεί τη βάση της Ομοσπονδίας για λύση του Κυπριακού, προκειμένου να μπούμε άμεσα σε διαπραγματεύσεις και να αφαιρέσει από την Τουρκία το πρόσχημα για περαιτέρω προέλαση της στην Κύπρο. Ο Μακάριος και η λοιπή πολιτική ηγεσία απέρριψε αυτή τη θέση, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η δεύτερη εισβολή, σπέρνοντας το θάνατο, τον πόνο, την προσφυγιά.

Ο Κληρίδης τάχθηκε υπέρ της συζήτησης του «Δυτικού Πλαισίου» για λύση του Κυπριακού , το 1978, που προέβλεπε παράδοση της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της, πριν αρχίσουν οι συνομιλίες. Το σχέδιο απορρίφθηκε από τον Σπύρο Κυπριανού.

Το 1983 ο Κληρίδης τάχθηκε υπέρ της συζήτησης των «Δεικτών Κουεγιάρ», τη δεύτερη μετά την εισβολή πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού. Μάλιστα προειδοποίησε ότι, τυχόν απόρριψη του σχεδίου θα έδινε την αφορμή στον Ντενκτάς να ανακηρύξει «ανεξάρτητο κράτος» στα κατεχόμενα. Ο Σπύρος Κυπριανού απέρριψε το σχέδιο και ο Ντενκτάς ανακήρυξε το ψευδοκράτος.

Ο Κληρίδης, ως πρόεδρος της Κύπρου, ξεκίνησε τη διαδικασία που οδήγησε στη σύνταξη του σχεδίου Ανάν για λύση του Κυπριακού. Είχε σκοπό να διαπραγματευθεί και να διεκδικήσει τα δίκαια των Ελλήνων. Έχασε τις εκλογές, με αποτέλεσμα το τελευταίο σχέδιο που έφτασε στο λαό -στο δημοψήφισμα- να είναι χειρότερο από το πρώτο που διαπραγματευόταν ο Κληρίδης.

Σε όλη αυτή την πορεία, για σχεδόν 60 χρόνια, ο Γλαύκος Κληρίδης ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Αγωνιστής και ρεαλιστής ταυτόχρονα και οπωσδήποτε τίμιος και ακέραιος.

Αν κάτι πρέπει να αλλάξει επιτέλους, εδώ και τώρα και, καθώς τον θυμόμαστε σήμερα, στα γενέθλιά του,  είναι η νοοτροπία μας. Η νοοτροπία του εύκολου, του βολέματος, του ρουσφετιού, της ατολμίας, της μιζέριας.

Να πάρουμε την πατρίδα μας στα χέρια μας. Να την αλλάξουμε, να την ελευθερώσουμε από την Τουρκία με μια δίκαιη λύση του Κυπριακού, που θα αποτρέψει την καταστροφική διχοτόμηση, να καθαρίσουμε το σύστημα από την βρομιά που έχει απλωθεί παντού και να κάνουμε τα πιο ευγενή μας οράματα πράξη. Για ένα πραγματικά καλύτερο αύριο για εμάς και τα παιδιά μας.

Αυτό θα είναι το καλύτερο αιώνιο μνημόσυνο για τον Γλαύκο Κληρίδη. 

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ

Όπως επισημαίνει στο σημερινό του φύλλο (13/2/2021) “Ο Φιλελεύθερος”, σαν σήμερα, στις 13 Φεβρουαριου 1977, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Ραούφ Ντενκτάς συνυπέγραψαν την πρώτη “συμφωνία υψηλού επιπέδου”, μεταξύ των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο.

Όπως επισημαίνει “Ο Φιλελεύθερος” η συμφωνία προέβλεπε ουσιαστικά λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, με την Κύπρο να παραμένει μία χώρα, ανεξάρτητη και αδέσμευτη. Εκείνη τη μέρα οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι θα έχουμε στην Κύπρο δύο πολιτείες, οι οποίες θα υπάγονταν σε ένα κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος. Η ομοσπονδιακή δομή επαναβεβαιώθηκε σε άλλες δύο συμφωνίες κορυφής: τον Μάιο του 1979 μεταξύ του Σπύρου Κυπριανού και του Ραούφ Ντενκτάς και τον Ιούλιο του 2006 μεταξύ του Τάσσου Παπαδόπουλου και του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Στην τελευταία αυτή συμφωνία μάλιστα ο όρος “Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία” ήταν ρητώς διατυπωμένος.

Παρόλο που τις τρεις αυτές συμφωνίες υπέγραψαν οι Μακάριος, Κυπριανού και Παπαδόπουλος, εκείνοι που περισσότερο από όλους αμφισβητούν τη Διζωνική Ομοσπονδία, είτε ως προς το “σωστό περιεχόμενό” της είτε γενικά αν έπρεπε να πάμε σε Δ.Δ.Ο. είναι οι πολιτικοί “επίγονοι” των Μακαρίου, Κυπριανού και Παπαδόπουλου, δηλαδή τα κόμματα του λεγόμενου “ενδιάμεσου χώρου”.

Μάλιστα κόμματα όπως η ΕΔΕΚ, η Αλληλεγγύη, η Συμμαχία Πολιτών και το ΕΛΑΜ έχουν παντελώς απορρίψει αυτή τη μορφή λύσης, η οποία περιλαμβάνεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ για την Κύπρο. Ως βασικό τους αιτιολογικό έχουν το ότι συζητάμε αυτή τη λύση για 46 χρόνια και δεν καταλήγουμε πουθενά. Χωρίς να λένε όμως σε ποια μορφή λύσης θα πρέπει να επιδιώξουμε να καταλήξουμε.

Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα (ότι δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ομοσπονδία) χρησιμοποιούν τώρα και οι Τούρκοι, για να πείσουν τη διεθνή κοινότητα ότι λύση ενός κράτους δεν μπορεί να υπάρξει, συνεπώς πρέπει να πάμε σε δύο ανεξάρτητες χώρες, που να είναι και οι δύο μέλη της Ε.Ε. Θυμίζω ότι την ίδια ακριβώς πρόταση έκανε σε συνέντευξή του στον Φιλελεύθερο, την 1/1/2014 και ο Ελλαδίτης ακαδημαϊκός Άγγελος Συρίγος και μερικούς μήνες αργότερα τον κάλεσαν να μιλήσει στο μνημόσυνο του Τάσσου Παπαδόπουλου. Στον λόγο του άφησε πάλι αιχμές ότι έπρεπε θαρραλέα να στρέψουμε την προσοχή μας σε άλλο στόχο, υπονοώντας την πρότασή του για διχοτόμηση.

Είναι πραγματικά θλιβερό και εξοργιστικό το πώς μας κοίμησαν και μας εξαπάτησαν όλους και πιο πολύ τους εκτοπισμένους, με τον λεγόμενο “μακροχρόνιο αγώνα” και με ανέξοδα, ψευδοπατριωτικά συνθήματα, για να μας οδηγήσουν 46 χρόνια αργότερα μπροστά στην πιο καταστροφική για τον ελληνισμό της Κύπρου μορφή κατάληξης του Κυπριακού: στη διχοτόμηση. Αν δεν συνέλθουμε αμέσως, εμείς και οι ηγέτες μας, για να αναστρέψουμε την καταστροφική πορεία, θα κλαίμε κάποτε την πατρίδα μας πικρά. Η Κύπρος θα μετατραπεί σταδιακά σε τουρκικό νησί, με τους Κύπριους (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους) να είναι μειοψηφία.

Το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι να αξιοποιήσουμε τις επίμονες θέσεις αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αρνείται να δεχτεί διχοτόμηση της Κύπρου για δύο λόγους: 1. Διότι δε διανοείται να νομιμοποιήσει μια αποσχιστική ενέργεια, ανοίγοντας την όρεξη και σε μειοψηφίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών (π.χ. Ισπανία και Βέλγιο) να απαιτήσουν ανάλογη απόσχιση και αναγνώριση και 2. Διότι δε θα ήθελε στους κόλπους της μια χώρα που θα ελέγχεται από την Τουρκία. Οι θέσεις αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευνοούν την πλευρά μας να επιμένει σε λύση ΕΝΟΣ (ομοσπονδιακού) κράτους, το οποίο δε θα μπορεί να ελέγχει με κανένα τρόπο η Τουρκία.

Όσοι Ελληνοκύπριοι έχουν στο νου τους ακόμη την ιδέα ότι μπορεί να είναι καλύτερη η διχοτόμηση, επιτέλους ας συνέλθουν. Χώρια του ότι πρόκειται για προδοσία, ας αναρωτηθούν γιατί επιμένουν σε αυτή τη λύση τόσο πολύ οι Τούρκοι (οι οποίοι την είχαν στόχο από τη δεκαετία του 1950). Εκτός αν νομίζουν ότι αυτοί είναι πιο διορατικοί από τους Τούρκους, ότι οι Τούρκοι είναι αφελείς και επιδιώκουν μια λύση που δεν τους συμφέρει…

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΗΓΕΤΕΣ

Δε συζητούμε ποιος είναι ο επιδρομέας, ο πειρατής, ο προκλητικός. Είναι η Τουρκία κι ο ασύδοτος μέχρι ψυχοπάθειας πρόεδρός της, ο Ερντογάν. Αυτός που έστησε το σημερινό πανηγύρι στην Αμμόχωστο. Όμως για να παρακολουθούμε σήμερα την πρόκληση αμήχανοι κι ανήμποροι να αντιδράσουμε αποτελεσματικά, έχει τεράστια ευθύνη η δική μας ηγεσία. Όχι μόνο η σημερινή, αλλά διαχρονικά από την εισβολή και μετά για να μην πω από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Θέλω να θυμίσω ξανά πως η μεγάλη ευκαιρία για επιστροφή του Βαρωσιού στους νόμιμους κατοίκους της, έστω και υπό την ευθύνη των Ηνωμένων Εθνών, χάθηκε το 1978. Τότε η Τουρκία και η αμερικανική κυβέρνηση ήταν σε δύσκολη θέση, διότι το αμερικανικό Κογκρέσο είχε απαγορεύσει την πώληση όπλων στην Τουρκία. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έψαχνε τρόπο να αλλάξει αυτή η απόφαση, γιατί η Τουρκία ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς εταίρους στο ΝΑΤΟ. Προτάθηκε τότε ένα σχέδιο λύσης του Κυπριακού, από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τον Καναδά. Σε μια χειρονομία καλής θέλησης η Τουρκία έπρεπε να δώσει την Αμμόχωστο στα Ηνωμένα Έθνη για να διευθετήσουν την επανεγκατάσταση των νόμιμων κατοίκων της περίκλειστης πόλης, τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή.

Η πολιτική μας ηγεσία, με εξαίρεση τον ΔΗΣΥ του Κληρίδη, απέρριψαν το σχέδιο και την πρόταση για την Αμμόχωστο. Είχε προηγηθεί σύσκεψη στη Λεμεσό, στο ξενοδοχείο «Αστήρ», στην Ανεξαρτησίας, του τότε πρόεδρου Σπύρου Κυπριανού με οικονομικούς παράγοντες. Λέγεται ότι στη σύσκεψη του είπαν: «Μα πρόεδρε, τώρα που καταφέραμε να σταθούμε λίγο στα πόδια μας, θα ανοίξεις το Βαρώσι να μας καταστρέψεις»; Δεν ξέρω πόσο μέτρησε η γνώμη των επιχειρηματιών, αλλά η απάντησή μας ήταν αρνητική. Στον κόσμο είπαν ένα εύκολο απλοϊκό επιχείρημα που έπιασε τόπο, ότι δηλαδή δε θέλαμε σχέδιο λύσης που σκέφτηκαν οι καταστροφείς μας, οι Αγγλοαμερικάνοι. Είναι σημαντικό να ξέρετε όμως ότι δεν ήταν προϋπόθεση να λυθεί τότε το Κυπριακό, για να επιστραφεί η Αμμόχωστος. Ήταν χειρονομία που έπρεπε να κάνει η Τουρκία, ανεξάρτητα αν θα φτάναμε σε λύση ή όχι.

Μέχρι σήμερα εκείνοι που συμφώνησαν με το ΟΧΙ ή εκείνοι που κουβαλάνε μέχρι σήμερα τα ίδια μυαλά, συνεχίζουν να μας λένε το ίδιο παραμύθι, ότι η Τουρκία είπε ΟΧΙ, οπότε δεν υπήρχε θέμα επιστροφής της Αμμοχώστου. Όχι δεν είναι έτσι. Η Τουρκία είπε ΟΧΙ, όταν το είπαμε εμείς. Όταν την απαλλάξαμε δηλαδή από την πίεση των Αμερικανών να δώσει το Βαρώσι. Διότι λίγο μετά το δικό μας ΟΧΙ, οι ΗΠΑ άρχισαν ξανά να στέλνουν στρατιωτική βοήθεια στην Τουρκία. Η Τουρκία λοιπόν είπε το ΟΧΙ, για να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι για την ΕΠΟΜΕΝΗ φορά που θα της ζητούσαν να κάνει το ίδιο. Την επόμενη φορά που δεν θα είχε καμία πίεση να το κάνει, που δε θα έπρεπε να δώσει την Αμμόχωστο ως αντάλλαγμα για κάτι άλλο. Αυτή είναι η αλήθεια αλλά εκείνοι που έχτισαν για δεκαετίες τώρα την πολιτική τους ρητορική πάνω στο ψέμα και στην απάτη, δεν κόβουν ποτέ αυτό το κακό σύστημα.

Όλες τις επόμενες φορές που τέθηκε το θέμα της Αμμοχώστου, ως προτεραιότητα για λύση του Κυπριακού, η Τουρκία ήταν πάντα απρόθυμη να κάνει αυτή την κίνηση. Ήθελε ανταλλάγματα που δύσκολα θα μπορούσαμε να δεχτούμε, όπως π.χ. τη λεγόμενη «άρση του οικονομικού εμπάργκο των Τουρκοκυπρίων» δηλαδή το άνοιγμα του λιμανιού της Αμμοχώστου και πιο πρόσφατα την αναγνώριση του αεροδρομίου της Τύμπου. Στην άρνησή της αυτή έβρισκε πάντα «συμμάχους», εδώ στη δική μας πλευρά, εκείνους που πέταξαν το 1978 τη μεγάλη ευκαιρία. Πριν ακόμη συζητηθεί το οτιδήποτε, μιλούσαν για «Αμμοχωστοποίηση» του Κυπριακού, ήθελαν τάχα συνολική λύση και στο τέλος την απέρριπταν πάντα κι αυτήν, επικαλούμενοι πατριωτικούς λόγους.

Αν όμως είσαι πραγματικός πατριώτης, την ώρα που λες ΟΧΙ πρέπει να έχεις κάτι άλλο στο νου σου για να ελευθερώσεις την πατρίδα σου από τον κατακτητή. Δεν λες ΟΧΙ για να τον αφήνεις εκεί, να εδραιώνει την κατοχή και να τουρκοποιεί την πατρίδα σου. Έτσι βολευτήκαμε με τα χρόνια, λέγοντας συνθήματα, βρίζοντας τους Τούρκους και τραγουδώντας συγκινητικά τραγούδια για την Αμμόχωστο και όλη την κατεχόμενη γη μας. Εσχάτως φτάσαμε στο σημείο να ακούμε τους «πατριώτες» να μας λένε πως ό,τι έγινε το 1974 έγινε και τώρα πρέπει να υπερασπιστούμε το κομμάτι που μας έμεινε! Τέτοια θέση μόνο στη χώρα των Φοινίκων θα μπορούσε να θεωρηθεί πατριωτισμός. Οπωσδήποτε όχι σε μυαλά ελληνικά, διότι εκείνο που μας διδάσκει η ιστορία μας είναι ότι οι Έλληνες πάντα προάσπιζαν την πατρίδα τους και δεν έλεγαν ποτέ «άσε τους να πάρουν ένα κομμάτι και θα υπερασπιστούμε εμείς το υπόλοιπο που θα μας μείνει».

Αλλά αφού αυτός ήταν ο στόχος του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου, που λειτουργεί ως βαθύ κράτος από το 1960 μέχρι σήμερα. Να διαχωριστούν οι Ελληνοκύπριοι από τους Τουρκοκύπριους για να διατηρηθεί πάση θυσία το μαφιόζικο σύστημα διαμοιρασμού της εξουσίας και του δημοσίου χρήματος που στήθηκε από τότε και λειτουργεί μέχρι σήμερα αυθαίρετα και μπροστά στα μάτια μας.

Ιδιαίτερα μετά το ΟΧΙ στην Αμμόχωστο, το 1978, ξέρετε τι έγινε. Ξεκίνησε η ασύδοτη κομματοκρατία να νέμεται τα πάντα. Το ένα σκάνδαλο μετά το άλλο. Κανονικό πλιάτσικο, χωρίς τσίπα. Τα ζήσαμε, τα ζούμε κάθε μέρα. Βουλιάζουμε συνεχώς προς τα κάτω και πάτος δεν υπάρχει. Η τυχόν επισημοποίηση της διχοτόμησης, με δύο ανεξάρτητες χώρες πάνω στο νησί, θα είναι και το τέλος του ελληνισμού στην Κύπρο σε βάθος χρόνου. Διότι την τουρκική χώρα στο βορρά η Τουρκία θα επιδιώξει να την κάνει πληθυσμιακά μεγαλύτερη και οικονομικά ισχυρότερη από τη δική μας, ώστε στο τέλος η Κύπρος να είναι γίνει ένα κατ’ εξοχήν τουρκικό νησί κι εμείς τα τσιράκια τους.

Αν ανοίξει τώρα το Βαρώσι, με βάση τα σχέδια που κάνουν, μιλώντας για «Λας Βέγκας» της Μεσογείου, αυτό που φοβόταν το δικό μας διεφθαρμένο κατεστημένο, θα το πάθει. Γιατί το οικονομικό πλήγμα θα είναι τεράστιο. Δεν ήθελαν να το ανοίξουμε εμείς το Βαρώσι, με τα οικονομικά οφέλη να έρχονται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Να δούμε πώς θα τους φανεί τώρα που θα το ανοίξει ο Τούρκος και θα επωφελείται οικονομικά αυτός.

Λυπάμαι πολύ γι’ αυτή την εθνική και ηθική κατάντια αλλά δεν είναι ποτέ αργά να καθαρίσουμε αυτό τον βόθρο. Δεν είναι ποτέ αργά να αφυπνιστούμε και να δούμε πώς θα σώσουμε την πατρίδα μας, όχι μόνο από τον Τούρκο εισβολέα, αλλά κι από τους δικούς μας ανάλγητους «εμπόρους» πατρίδας. Αν δεν το κάνουμε τώρα, πολύ φοβάμαι πως δε θα έχουμε πατρίδα να παραδώσουμε στα παιδιά μας.

ΑΝ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ;

Ο ληστής μπήκε σήμερα στο Βαρώσι. Αλλά ο ληστής αφέθηκε να μπει. Χρόνια προετοίμαζε το γιουρούσι, με τη βοήθεια εκείνων που εξαπάτησαν τον κυπριακό ελληνισμό πουλώντας του ψευδοπατριωτικά φούμαρα.

Το Βαρώσι του το έδωσε του ληστή το βρόμικο ελληνοκυπριακό κατεστημένο, τα 6-7 τζάκια που έστησαν το διεφθαρμένο σύστημα νομής της εξουσίας και του δημοσίου χρήματος και κυβερνούν την Κύπρο, σαν βαθύ κράτος πίσω από κάθε κυβέρνηση, από το 1960.

Το 1978, όταν ακόμα η Αμμόχωστος ήταν όπως την άφησαν οι κάτοικοί της, προτάθηκε από τους Αμερικανούς η άμεση επιστροφή της Αμμοχώστου, με σκοπό να δημιουργηθεί καλό κλίμα για να ξεκινήσουν συνομιλίες για λύση του Κυπριακού. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ γύρευε τότε ένα τρόπο να πεισθεί το αμερικανικό κογκρέσο να άρει το εμπάργκο πώλησης όπλων στην Τουρκία, μια απόφαση που είχε πάρει τιμωρητικά προς την Τουρκία, μετά την εισβολή της στην Κύπρο

Πρόεδρος ήταν τότε ο Σπύρος Κυπριανού, το όνομα του οποίου δόθηκε στις πιο μεγάλες λεωφόρους των κυπριακών πόλεων. Αν ο Κυπριανού αποφάσιζε να κάτσει σε συνομιλίες για λύση, με βάση το σχέδιο λύσης που πρότειναν από κοινού οι ΗΠΑ, η Βρετανία και ο Καναδάς, θα έπρεπε η Τουρκία να παραδώσει αμέσως την περίκλειστη πόλη, ανεξάρτητα αν θα φτάναμε ποτέ σε λύση ή όχι. Δεν ήταν προϋπόθεση η λύση, για να δοθεί το Βαρώσι. Έπρεπε να επιστραφεί έτσι κι αλλιώς.

Έγινε τότε στο ξενοδοχείο “Αστήρ”, στην Ανεξαρτησίας, στη Λεμεσό, σύσκεψη οικονομικών παραγόντων (το κατεστημένο που λέγαμε) μαζί με τον Κυπριανού και οι παράγοντες του είπαν: “Μα πρόεδρε τι πας να κάνεις; Μόλις καταφέραμε να σταθούμε στα πόδια μας, πάεις να ανοίξεις το Βαρώσι και να μας καταστρέψεις”; Μετά από εκείνη τη σύσκεψη και έχοντας τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων πλην του κληριδικού τότε ΔΗΣΥ, ο Κυπριανού απέρριψε το σχέδιο και την πρόταση και τότε οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ξανά να πουλάνε όπλα στην Τουρκία, χωρίς αυτή να χρειαστεί να δώσει κανένα απολύτως αντάλλαγμα.

Η μεγάλη πλειοψηφία του κυπριακού λαού, η οποία πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις εμπιστεύεται τους προέδρους, ό,τι καταστροφική στραβάρα και να κάνουν, χειροκρότησε την απόφαση. Από τότε το Βαρώσι έμεινε εκεί περίκλειστο, μέχρι σήμερα που το άνοιξαν οι Τούρκοι.

Κάποιοι το 1974, ανάμεσα τους κι εγώ που ήμουν μόλις 10 χρονών μωρό, είχαμε το νου να καταλάβουμε ότι η πάροδος του χρόνου θα εκτούρκιζε την κατεχόμενη μας πατρίδα και θα μας οδηγούσε στη διχοτόμηση. Οι μεγάλοι όμως απατεώνες, που κατέκλεψαν το δημόσιο χρήμα και έφτιαξαν πολιτικές καριέρες με απατηλά συνθήματα, έπεισαν την πλειοψηφία ότι ήταν ανένδοτοι αγωνιστές, που απέρριπταν τάχα “ντροπιαστικές” προτάσεις για λύση. Ο Μακάριος διακήρυξε τότε τον “Μακροχρόνιο Αγώνα”, βασισμένος στο λεγόμενο “Δόγμα Δούντα” (τότε Πρέσβη της Ελλάδας στην Κύπρο).

Ο Μακροχρόνιος ήταν η μεγαλύτερη προδοσία και η καλύτερη υπηρεσία προς την Τουρκία, διότι δεν ήταν μακροχρόνιος για δίκαιη λύση, όπως υπόσχονταν, αλλά μακροχρόνιος για τη Διχοτόμηση της Κύπρου.

Όλοι αυτοί οι προδότες, που παραμύθιαζαν το λαό ότι αγωνίζονται τάχα για μια καλύτερη λύση, ενώ αγωνίζονταν για την πούγκα τους, εξυπηρέτησαν, σαν πρόθυμα γιουσουφάκια τα συμφέροντα της Τουρκίας, συμπορευόμενοι πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις με τον Ραούφ Ντενκτάς, διότι με η διχοτόμηση το διεφθαρμένο σύστημα που έστησαν για να τρώνε και να πίνουν πάνω στην καμπούρα μας, θα συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά,

Ενώ όμως ο Ντενκτάς έλεγε πάντα ξεκάθαρα αυτό που πίστευε, ότι δηλαδή η καλύτερη λύση είναι η διχοτόμηση, τα γιουσουφάκια στην απ’ εδώ πλευρά (επειδή ήθελαν τη διχοτόμηση) μας παραμύθιαζαν ότι τάχα η Άγκυρα δεν θέλει διχοτόμηση αλλά λύση ομοσπονδίας, για να μας ελέγχει κι εμάς. Λες κι ο Ντενκτάς ήταν ηλίθιος ή ήταν εχθρός της Άγκυρας, όταν έλεγε σε όλα τα σχέδια λύσης ΟΧΙ. Ο Ντενκτάς είπε ΟΧΙ ακόμη και στο Σχέδιο Ανάν, το οποίο ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν διαπραγματεύθηκε, διότι ήθελε να έχει τρανταχτά τρωτά, ώστε να μας καλέσει το απορρίψουμε και φυσικά να συνεχιστεί κανονικά η πορεία προς τη διχοτόμηση.

Μαζί λοιπόν, χέρι με χέρι, με τον Ντενκτάς και την Τουρκία, μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, που ό,τι κάνεις πια είναι λάθος. Μας οδήγησαν στη διχοτόμηση χωρίς να θελήσουν πάρουν για αντάλαγμα πίσω ούτε μια σπιθαμή γης. Αν αυτό δεν είναι προδοσία, αναρωτιέμαι τελικά τι είναι προδοσία.

ΑΠΟ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΣΕ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Το 1955 έστειλαν τα παιδιά να σκοτωθούν για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και καθώς σκοτώνονταν, οι ηγέτες μας συμφώνησαν κάτι άλλο. Την ίδρυση συναιτερικού κράτους με τους Τουρκοκύπριους, με μαμά την Τουρκία.

Στις 16 Αυγούστου 1960 ανακυρήχθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία . Ωστόσο εκείνοι που την συμφώνησαν και εκείνοι που δεν είχαν συμφωνήσει με την αλλαγή του στόχου, συνέχισαν να μιλούν για την Ένωση. Δηλαδή όχι μόνο οι αντιμακαριακοί αλλά και οι μακαριακοί. Βασικά ΟΛΟΙ.

Το 1974 έφεραν (ναι ΕΦΕΡΑΝ) την Τουρκία στην Κύπρο για να γίνει αυτό που θεωρούσαν και οι μεν και οι δε ως την καλύτερη λύση: η ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ. Ο διαχωρισμός δηλαδή των ταραφιών ανάμεσα στο ελληνοκυπριακό και το τουρκοκυπριακό κατεστημένο, διότι κατάλαβαν ότι υπήρχε ένας ολόκληρος θησαυρός (το δημόσιο χρήμα) για να οικοιοποιηθούν και εξουσία για να σφετεριστούν με αυθαιρεσίες.

Τόσο οι μεν (Ελληνοκύπριοι) όσο και οι δε (Τουρκοκύπριοι) αετονύχηδες του κοινωνικο-οικονομικού κατεστημένου ξεκίνησαν από το 1960 να στήνουν τους μηχανισμούς, στα πρότυπα της ιταλικής μαφίας, για να ελέγχουν την εξουσία από θέσεις κλειδιά, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά. Έκτοτε νέμονται την εξουσία και το δημόσιο χρήμα πάνω στην καμπούρα μας, πουλώντας μας φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μονίμως επικαλούμενοι τον πατριωτισμό μας, ως γνήσιοι απατεώνες.

Η απόφασή τους να φέρουν εδώ την Τουρκία να “καθαρίσει” με το θέμα της διχοτόμηση (ώστε αυτοί να μπορούν να το παίζουν και πατριώτες) ήταν συνειδητή. Δεν παρέλειψαν ωστόσο να στείλουν πάλι τα παιδιά να σκοτωθούν για να υπερασπιστούν το πάτριον έδαφος (που είχαν ήδη οι ίδιοι ξεπουλήσει).

Από το 1974 μέχρι σήμερα κοροϊδεύουν τους πρόσφυγες ότι θέλουν λύση του Κυπριακού. Πάλι ψέμα. Διχοτόμηση θέλουν και επειδή δεν τολμούν να το πουν, διότι πρόκειται για προδοσία, δε θα διαπραγματευτούν ούτε την επιστροφή εδαφών. Θα τα δώσουν όλα στους Τούρκους, όσα πήραν το 1974 και το Βαρώσι μαζί. Θυματοποιώντας ξανά τους εκτοπισμένους και ναρκοθετώντας το μέλλον των παιδιών μας σ’ αυτό το νησί.

Οι Κύπριοι είμαστε από τους πιο προδομένους λαούς πάνω στον πλανήτη. Προδομένοι από την ίδια μας την πολιτική ηγεσία. Πληρώσαμε με αίμα, δάκρυα και ιδρώτα, την προδοσία, εκείνων που μας κάθισαν στο σβέρκο, μετά που έφυγαν οι Βρετανοί και αποδείχτηκαν τρισχειρότεροι από τους αποικιοκράτες. Ανάξιοι, ιδιοτελείς, άπληστοι, ψεύτες, ανάλγητοι.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία μας. Αλλά μην το ξεχνάτε αυτό: Κάθε λαός έχει την ηγεσία που του αξίζει.

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ

Στις 20 Ιουλίου 1974 τέθηκε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου για διχοτόμηση της Κύπρου. “Το παιχνίδι ήταν στημένο κι από πριν ξεπουλημένο”…

Πρώτα έγινε το πραξικόπημα, στις 15 Ιουλίου 1974, εναντίον του νόμιμου Προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος κατάγγειλε την ίδια μέρα τη χούντα, σε διάγγελμά του από την Πάφο, ότι αποφάσισε να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρά την καταγγελία του όμως, ο ίδιος ο Μακάριος ανέβηκε στο βήμα του Σ.Α. του ΟΗΕ, στις 20 Ιουλίου, στις 2:00 τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) και κατάγγειλε την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο, από την οποία κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.

Η τουρκική εισβολή που ακολούθησε, λίγες ώρες αργότερα, με το πρώτο φως της 20ης Ιουλίου, ήταν πλήρως καλυμμένη, τόσο με το πραξικόπημα της χούντας όσο και με την καταγγελία του Μακαρίου. Η Τουρκία δεν καταδικάστηκε ποτέ από τη διεθνή κοινότητα και σε κανένα ψήφισμα του ΟΗΕ, για την εισβολή της στην Κύπρο.

Στην πραγματικότητα η πολιτική της διχοτόμησης δεν ήταν μόνο του Ιωαννίδη και της χούντας. Ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η μια από τις δύο σχολές σκέψεις σε Κύπρο και Ελλάδα, για τη λύση του Κυπριακού. Οι εκφραστές της σχολής αυτής, πριν από την εισβολή έλεγαν τη διχοτόμηση ΕΝΩΣΗ. Δούλευαν τον λαό ότι ήθελαν τάχα ένωση με την Ελλάδα ενώ εννοούσαν διπλή ένωση, δηλαδή γεωγραφικό διαχωρισμό Ελλήνων και Τούρκων σε δύο εθνικά καθαρές περιοχές και μετά ένωση αυτών των περιοχών αντιστοίχως με Ελλάδα και Τουρκία.

Σήμερα, η σχολή της διχοτόμησης, δε θέλει πια διπλή ένωση. Θέλει δύο ξεχωριστά κράτη στην Κύπρο, ώστε “να μην έχουμε τους Τούρκους μέσα στα πόδια μας”. Η σχολή αυτή ευθέως ή εμμέσως απορρίπτει τη συμφωνημένη βάση για λύση του Κυπριακού, που συζητείται στις διακοινοτικές συνομιλίες και μιλά για μια καλύτερη λύση που θα έρθει στο αόριστο μέλλον, χωρίς να λέει ποια θα είναι αυτή η λύση. Χωρίς να λέει ξεκάθαρα στον λαό ότι θέλει διχοτόμηση.

Ξέρετε γιατί δεν έλεγαν ούτε τότε ούτε τώρα την αλήθεια; Διότι η διχοτόμηση (διπλή Ένωση ή δύο κράτη), πριν την εισβολή σήμαινε ότι θα έπρεπε δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να ξεριζωθούν από τα σπίτια τους, ενώ σήμερα σημαίνει ότι οι ξεριζωμένοι πρέπει να ξεχάσουν για πάντα τα σπίτια τους. Γι’ αυτό δεν τολμούν να το πουν. Γι’ αυτό και θα χαρίσουν στην Τουρκία όλα όσα πήρε διά της βίας το 1974, ακόμη κι εκείνα που ήταν διατεθειμένη να δώσει πίσω, για να κλείσει το deal της διχοτόμησης. Αφήνουν τον χρόνο να μας οδηγήσει στην επιθυμητή τους λύση, για να μην τους πούμε προδότες.

Ακριβώς επειδή δεν τολμούσαν να πουν την αλήθεια, συμφώνησαν τελικά ότι μόνο αν η Τουρκία έπαιρνε με τη βία το δικό της κομμάτι στην Κύπρο, θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτή η λύση. Για να κρύβονται μετά μόνιμα πίσω από την τουρκική βία και αδιαλλαξία, να παίζουν με το πατριωτικό μας φιλότιμο, με ψευδοπατριωτικές φανφάρες και κροκοδείλια δάκρυα, ώστε σιγά σιγά ο χρόνος να εδραιώσει και να μονιμοποιήσει τη διχοτόμηση. Όπως και έγινε.

Προκειμένου να εφαρμόσουν τότε τα σχέδιά τους, δεν δίστασαν να στείλουν χιλιάδες παιδιά να σταθούν μπροστά στα τουρκικά τανκς, κρατώντας γελοία τουφέκια του β’ παγκοσμίου πολέμου. Το αποτέλεσμα: Χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι, 160 χιλιάδες οι ξεριζωμένοι, γυναίκες βιάστηκαν, άντρες αιχμαλωτίστηκαν και υπέστησαν βασανιστήρια, παιδιά τραυματίστηκαν σωματικά και ψυχικά, ένας λαός σύρθηκε στο θανατικό και στον πόνο.

Όταν επέστρεψε ο Μακάριος στην Κύπρο, συγχώρεσε τους ΠΡΟΔΟΤΕΣ που έδωσαν τη μισή Κύπρο στην Τουρκία. Τους χάρισε κλάδον ελαίας! Λες κι ήταν προσωπική του υπόθεση. Λες κι έχασε εκείνος γιο ή πατέρα ή σύζυγο, λες κι έχασε εκείνος το σπίτι και την περιουσία του, λες κι ήταν εκείνος θύμα αιχμαλωσίας, κακοποίησης, βιασμού και επειδή είχε μεγάλη καρδιά τους συγχώρεσε…

Στην πραγματικότητα ο Μακάριος έδωσε “κλάδον ελαίας” διότι μέσα στην προδοσία δεν ήταν μόνο η χούντα. Αν άνοιγε πραγματικά ο φάκελος της Κύπρου και δεν τον μπαστάρδευαν με χιλιάδες άσχετες πληροφορίες και αναφορές, κρύβοντας τα πραγματικά γεγονότα, θα έπεφταν πολλοί μύθοι και πρόσωπα που ηρωοποιήσαμε και αγιοποιήσαμε. Η χούντα ήταν ο ψυχρός εκτελεστής. Οι ηθικοί αυτουργοί ήταν πολλοί και δεν ήταν μόνο χουντικοί. Σήμερα οι ίδιοι εκείνοι και οι πολιτικοί επίγονοί τους, λένε στις εκκλησιές επιτάφιους για τα παλληκάρια που σκοτώθηκαν και μας πουλάνε τα πατριωτικά τους φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στη σχολή της διχοτόμησης, ανήκε το το μεγαλύτερο μέρος του βρόμικου, διεφθαρμένου πολιτικοοικοκονομικού κατεστημένου αυτού του τόπου, που δεν σταμάτησε ποτέ, από την ανεξαρτησία μέχρι και σήμερα, να νέμεται την εξουσία και τον δημόσιο πλούτο, προς όφελος της εκλεκτής ελίτ. Τα δύο κατεστημένα, στην ελληνοκυπριακή και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ήθελαν χωριστά ταράφια, για να μην ανακατεύονται οι μεν στα πόδια των δε. Μονίμως αδιαφορώντας για το είδος και το μέγεθος του τιμήματος που θα πλήρωνε αυτός ο λαός.

Στην πραγματικότητα, το βαθύ κράτος, που στήθηκε στο παρασκήνιο, από τη δεκαετία του 1960, στα πρότυπα της σικελικής μαφίας, δεν ενιωσε ποτέ αισθήματα για τον συρφετό των ιθαγενών αυτής της χώρας. Μας έσυρε σε αλλεπάλληλες συμφορές, εθνικές και οικονομικές, με μια ιδιοτέλεια και απληστία που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διαφορετικά παρά εσχάτη προδοσία.

Δείτε κι άλλα άρθρα μου για το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ

ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΕΣ!

Δεν έχει τέλος αυτή η γελοιότητα, με τους αντιπροσώπους των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο. Από τότε που γεννήθηκα μέχρι σήμερα, η πολιτική μας ηγεσία είναι μαλωμένη μαζί τους. Μα δεν πέρασε ούτε και ένας, ούτε και μισός αντιπρόσωπος του ΟΗΕ που να μην τον χαρακτηρίσουμε μεροληπτικό, φιλότουρκο, εχθρό μας και άσχετο, διότι δεν ξέρει να κάνει σωστά τη δουλειά του. Το έχουν κάνει με όλους ανεξαιρέτως και δεν τους περνά από το μυαλό ότι ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ γελοιοποιώντας και ΕΜΑΣ μαζί τους.

Ξέρετε γιατί το κάνουν; Για να κρύψουν την ΑΠΟΤΥΧΙΑ τους να πείσουν το διεθνή παράγοντα. Ναι έχουν ΑΠΟΤΥΧΕΙ οικτρά να πείσουν για το δίκιο μας. Έχουν ΑΠΟΤΥΧΕΙ οικτρά να πείσουν τον διεθνή παράγοντα ότι φταίει η Τουρκία. Η Τουρκία ουδέποτε καταδικάστηκε για την εισβολή της στην Κύπρο. Δεν της ζητήθηκε ποτέ να αποσύρει τα στρατεύματά της (όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ μιλούν για αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων, άρα εξισώνουν τα τουρκικά με τα ελληνικά). Δεν έχει κατηγορηθεί ΠΟΤΕ για αδιαλλαξία στο Κυπριακό. Η Τουρκία δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ γενικά για το Κυπριακό.

Έχουν ΑΠΟΤΥΧΕΙ ΠΑΤΑΓΩΔΩΣ να πείσουν την Ευρώπη και τον διεθνή παράγοντα ακόμη και για την τουρκική εισβολή στην ΑΟΖ μας. Η όποια κατανόηση προς τις θέσεις μας εκφράστηκε από τους ξένους χλιαρά και άνευρα. Σαν να λένε στην Τουρκία κάνε ό,τι θέλεις, θα αντιδράσουμε λίγο, αλλά εσύ τη δουλειά σου θα την κάνεις.

ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΤΥΧΕΙ και κάνουν καυγάδες με τον ΟΗΕ (διότι μόνο εκεί τους παίρνει) μόνο για ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ. Πιάνουν δηλαδή τους Κυπραίους πάνω στο πατριωτικό μας φιλότιμο, διότι είδαν ότι αυτό δουλεύει. Μόνοι μας κάνουμε πανηγύρια, έξω γελούν πίσω απ΄την πλάτη μας.

Αλλά να μην έχουμε παράπονο. Κάθε λαός έχει την ηγεσία που του αξίζει.

ΗΧΗΣΑΝ ΞΑΝΑ ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Ήχησαν λοιπόν και φέτος οι υποκριτικές σειρήνες, στη μαύρη μνήμη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974. Το επίσημο αφήγημα εξακολουθεί να είναι (όπως και σε όλη την ιστορία του Κυπριακού μέχρι σήμερα) κουτοπόνηρο και παραπλανητικό. Διότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα, άλλα μας λένε οι πολιτικοί κι άλλους στόχους υπηρετούν στο παρασκήνιο κι αυτό, όχι, δεν είναι θεωρία συνωμοσίας, είναι η δεύτερη, σφαιρική πλέον ανάγνωση της ιστορίας, καθώς πέρασε ήδη από τότε σχεδόν μισός αιώνας.

Από το 1960, που εγκαθιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι και σήμερα (το τονίζω αυτό: μέχρι και σήμερα) υπάρχουν δύο σχολές σκέψεις για το Κυπριακό Ζήτημα, τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική πλευρά. Η μία θέλει μια χώρα στην Κύπρο και η άλλη θέλει δύο χωριστά κράτη (ή διπλή ένωση πριν την εισβολή), ώστε να μην μπαίνει η μια κοινότητα στα πόδια της άλλης.

Είναι φανερό ότι κυριάρχησε η σχολή της διχοτόμησης. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων ξεκίνησε από το 1957, λόγω πράξεων βίας που έγιναν ανάμεσα στις δύο κοινότητες, με αφορμή τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση με την Ελλάδα, εντάθηκε μετά τις “φασαρίες” της δεκαετίας του 1960 κι οριστικοποιήθηκε με την ανταλλαγή πληθυσμών, που ακολούθησε την τουρκική εισβολή, το 1974.

Οι Αγγλοαμερικάνοι σχεδίασαν τη λύση του Κυπριακού στη βάση της διχοτόμησης, θεωρώντας ότι αυτή ήταν η μόνη εφικτή λύση. Εξασφάλισαν τη σιωπηρή συγκατάθεση του διχοτομικού σιναφιού για να προχωρήσουν στον γεωγραφικό διαχωρισμό και εκμεταλλεύτηκαν στο έπακτον την πολιτική μωρία του προδότη ταξίαρχου Ιωαννίδη, ο οποίος πείσθηκε ότι έφτασε η ώρα να ρίξει τον “καλόγηρο” (τον Μακάριο) και να κάνει την Ένωση. Την διπλή βεβαίως Ένωση, αφού ήταν συμφωνημένο η Τουρκία να επέμβει και να πάρει ένα κομμάτι στο βόρειο τμήμα του νησιού, για να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να τελειώνουμε με το Κυπριακό.

Στον Μακάριο οι Αγγλοαμερικανοί και οι φίλοι του από το διχοτομικό σινάφι είπαν ότι θα του κάνει πραξικόπημα ο Ιωαννίδης, θα ακολουθούσε μια περιορισμένης κλίμακας επέμβαση από την Τουρκία και θα έπεφτε η χούντα. Όλοι ήξεραν στην Κύπρο ότι θα γινόταν πραξικόπημα, μετά την επιστολή του Μακαρίου προς τον τότε πραξικοπηματικό πρόεδρο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία του ζητούσε να ανακαλέσει στην Ελλάδα τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά. Η επιστολή ήρθε βεβαίως μετά από μια τετραετή περίοδο ταραχών, με την βία της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, του Γεωργίου Γρίβα, την “αντιβία” των παρακρατικών μακαριακών ομάδων, αλλά και την υπονόμευση του νόμιμου κράτους από τους χουντικούς αξιωματικούς.

Ωστόσο ο Μακάριος ήξερε ότι, μετά την επιστολή, θα ακολουθούσε το πραξικόπημα, και θα έπεφτε η χούντα, λόγω της (περιορισμένης) τουρκικής επέμβασης. Στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα, κατέβηκε πρωί πρωί από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, πέρασε ακριβώς έξω από το στρατόπεδο των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμυθιά και πήγε στη Λευκωσία. Λίγο αργότερα τα τεθωρακισμένα βγήκαν από το στρατόπεδο και πήγαν να κάνουν πραξικόπημα στο προεδρικό (λες και δεν μπορούσαν να συλλάβουν τον Μακάριο στην Κοκκινοτριμυθιά).

Συνάντηση Μακαρίου – Κίσινγκερ στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία, 2 μήνες πριν το χουντικό πραξικόπημα.

Στο προεδρικό δεν περικύκλωσαν το κτήριο. Ο Μακάριος βγήκε από την πίσω μεριά και έφυγε ανενόχλητος. Την επόμενη μέρα ο Μακάριος φυγαδεύτηκε στο Λονδίνο από τους Βρετανούς. Στις 20 Ιουλίου, την ώρα που τα τουρκικά πλοία ήταν ήδη σε απόσταση αναπνοής από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, ο Μακάριος ανέβαινε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για να καταγγείλει την Ελλάδα, ότι έκανε εισβολή στην Κύπρο, από την οποία κινδύνευαν – όπως τόνισε- και οι Τουρκοκύπριοι. Δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στην επικείμενη τουρκική εισβολή, παρόλο που την ίδια ώρα όλα τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία έδειχναν βίντεο με τα τουρκικά πλοία να προσεγγίζουν την Κύπρο και μιλούσαν για τουρκική εισβολή.

Η εκτενής αναφορά μου στον Μακάριο, δεν υπονοεί ότι ο Μακάριος ευθύνεται για το πραξικόπημα. Για το πραξικόπημα ευθύνεται ο προδότης ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο οποίος το διέταξε έχοντας πλήρη συνείδηση του τι έκανε, αφού πίστεψε το σχέδιο που του πούλησαν οι Αγγλοαμερικανοί και ήξερε επίσης ότι θα προωθούσε μια λύση του Κυπριακού, με την οποία συμφωνούσε παρασκηνιακά και το διχοτομικό σινάφι σε Ελλάδα και Κύπρο. Γνώριζε πολύ καλά ότι θα επέμβαινε η Τουρκία και θα κατελάμβανε μέρος της Κύπρου για να γίνει ανταλλαγή πληθυσμών, κάτι που πραγματοποιήθηκε τελικά μετά που έπεσε η χούντα, όταν στην Ελλάδα ήταν πια πρωθυπουργός ο Καραμανλής και στην Κύπρο προεδρεύων ο Κληρίδης. Το σχέδιο της διχοτόμησης προχώρησε και ολοκληρώθηκε, χωρίς κανένας να μπορέσει ή να τολμήσει έστω να το εμποδίσει.

Ο Μακάριος πίστευε ότι το πραξικόπημα θα ήταν απλώς το τέλος της χούντας. Έτσι του είπαν οι Βρετανοί, οι οποίοι, σε πλήρη συνεννόηση και συντονισμό και με τον “μάγο” της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινκερ, λέγεται ότι του έγραψαν και την ομιλία στο Σ.Α. του ΟΗΕ, που ουσιαστικά νομιμοποιούσε την επέμβαση της Τουρκίας, μετά και την εισβολή της Ελλάδος, όπως χαρακτήρισε το πραξικόπημα ο Μακάριος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία ΟΥΔΕΠΟΤΕ καταδικάστηκε από τη διεθνή κοινότητα για εισβολή στην Κύπρο.

Δυστυχώς για τον πολιτικώς ανώριμο κυπριακό λαό, το διεφθαρμένο διχοτομικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια, από το 1960 μέχρι σήμερα και συνεχίζει να παίζει ένα πολύ βρόμικο παιχνίδι στο παρασκήνιο. Το παιχνίδι της διχοτόμησης της Κύπρου και μάλιστα χωρίς διαπραγμάτευση, αφού δεν τολμούν να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Οι Τούρκοι, τον Ιούλιο του 1974, πήραν περισσότερο έδαφος από εκείνο που προβλεπόταν, ώστε να το διαπραγματευτούν. Θα έδιναν πίσω Βαρώσι, Μόρφου, χωριά στη γραμμή Αττίλα από την Αμμόχωστο ως τη Μόρφου και μέρος της Καρπασίας. Το διχοτομικό σινάφι τους τα χάρισε κι αυτά, διότι δεν τολμά να πει στον κυπριακό λαό την αλήθεια.

Την αλήθεια την κρύβει με μια επιδέξια, γκεμπελικού τύπου προπαγάνδα, παρουσιάζοντας κάθε πράξη, που εδραιώνει τη διχοτόμηση, σαν πατριωτικό καθήκον. Τους βοήθηκε πολύ και η Τουρκία πάνω σ’ αυτό, όπως και το ντενκταστικό κατεστημένο. Καλύπτοντας πάντοτε τη διχοτομική τους πολιτική πίσω από την τουρκική αδιαλλαξία, με εύκολη αντιτουρκική ρητορική και κροκοδείλια δάκρυα για τους νέους που έγιναν ήρωες, πέφτοντας προδομένοι για να προασπίσουν την ελευθερία αυτού του τόπου, επιβεβαιώνουν πλήρως τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι “ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του κάθε απατεώνα”.