Αρχείο ετικέτας χούντα

ΤΟΥΣ ΕΣΤΕΙΛΑΝ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ

Στις 21 Απριλίου 1967 μια κλίκα συνταγματαρχών έκανε πραξικόπημα και κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Κατάργησε τη βουλή και τις εκλογές κι εγκαθίδρυσε δικτατορικό καθεστώς. Έβαλε την Ελλάδα “στο γύψο μέχρι να θεραπευθεί”, όπως είπε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του καθεστώτος Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η χούντα υπήρξε το πιο γρήγορο κι αποτελεσματικό βαποράκι για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ενός στόχου που είχαν διακηρύξει οι Τούρκοι από τη δεκαετία του 1950 αλλά και είχαν επίσης υιοθετήσει συγκεκαλυμμένα πολιτικοί και στρατιωτικού κύκλοι στην Κύπρο και στην Ελλάδα, με στόχο την κατάργηση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και την επιβολή της διπλής ένωσης, των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα και των Τουρκοκυπρίων με την Τουρκία.  Η ταύτιση των κύκλων αυτών με το τουρκικό βαθύ κράτος και την τουρκοκυπριακή ακροδεξιά, αφορούσε μεν τον ίδιο στόχο, τη διχοτόμηση, αλλά για διαφορετικούς λόγους. 

Σκοπός της Τουρκίας ήταν να αποκτήσει με τη διχοτόμηση απρόσκοπτη πρόσβαση στην Κύπρο και (ανεξέλεγκτη) χρήση τής τουρκικής περιοχής με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της επιδιώξεις.  Από την άλλη, οι Έλληνες ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα ή έστω ένα αμιγώς ελληνικό κράτος, στο οποίο να μην μπορούν να ανακατεύονται με κανένα τρόπο οι Τούρκοι, έστω κι αν για να γίνει αυτό θα έπρεπε, σαν τίμημα, να δοθεί κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία. Έπρεπε όμως να γίνει με τρόπο βίαιο, με επέμβαση δηλαδή της Τουρκίας, χωρίς τη δική μας συναίνεση ή υπογραφή. Μια σειρά επεισοδίων που παίχτηκαν από το 1963 μέχρι και το 1974 κι οδήγησαν το λαό σε συγκρούσεις, θάνατο και πόνο, έδωσαν στην Τουρκία όλα εκείνα τα προσχήματα που χρειαζόταν για να διχοτομήσει την Κύπρο, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλιου 1974, που έδωσε στον Μπουλέντ Ετζεβίτ την αφορμή για την επιχείρηση “Αττίλας”, όπως ήταν το κωδικό όνομα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο του 1967, έξι μήνες μετά που ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία στην Ελλάδα η χούντα, η κυπριακή Εθνική Φρουρά, με επικεφαλής τον στρατηγό Γρίβα, διενήργησε μια επιχείρηση φιάσκο στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, βάλλοντας εναντίον αμάχων, κυρίως γυναικοπαίδων. Η κατακραυγή που προκλήθηκε διεθνώς έδωσε όπλα στην τουρκική προπαγάνδα, με αποτέλεσμα η χούντα να αποσύρει από την Κύπρο την Ελληνική Μεραρχία, η οποία είχε εγκατασταθεί κρυφά στο νησί επί διακυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Οι ακραφνώς εθνικόφρονες στρατιωτικοί απέσυραν με την ουρά στα σκέλια τον ελληνικό στρατό κι άφησαν την Κύπρο ανοχύρωτη πολιτεία εν μέσω διακοινοιτικών συγκρούσεων και απειλών της Άγκυρας για εισβολή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε κι άρχισαν οι γνωστές έριδες ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, η “ΕΟΚΑ Β'” με την παράνομη δράση της, οι συγκρούσεις μεταξύ αντιμακαριακών και μακαριακών κλικών κι οι απόπειρες δολοφονίας του προέδρου Μακαρίου, όλα δηλαδή εκείνα τα γεγονότα που αποσταθεροποίησαν το εσωτερικό μέτωπο, προφανώς όχι τυχαία. Όλα με την παρασκηνιακή υποστήριξη της χούντας που, ενώ είχε αποσύρει τη Μεραρχία από την Κύπρο κατά τρόπο άκρως ντροπιαστικό για τους Έλληνες, συνέχισε να παριστάνει τον θεματοφύλακα της εθνικής αξιοπρέπειας, σύμφωνα και με τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο του απατεώνα.

Όλοι συναγωνίζονταν ως προς το ποιος είναι ο πιο μεγάλος κι ο πιο γνήσιος πατριώτης, παραμένοντας βεβαίως όλοι προσηλωμένοι στο στόχο της Ένωσης με την Ελλάδα, οι μεν μακαριακοί τοποθετώντας το στόχο αυτό σε βάθος χρόνου οι δε αντιμακαριακοί επιδιώκοντάς τον “εδώ και τώρα”. Εκείνοι που υποστήριζαν τη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν μειοψηφία. Μάλιστα τους χαρακτήριζαν και προδότες, οι τεράστιοι πατριώτες που κατέβαζαν και ποδοπατούσαν ή έκαιγαν την σημαία της Κύπρου όπου την συναντούσαν. 

Μέσα σ’ εκείνη την παράνοια, τον Νοέμβριο του 1973 οι διαπραγματευτές Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς, στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, έφτασαν σε προσυμφωνία για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία είχαν αποχωρήσει κάνοντας ανταρσία το 1964,  με αφορμή την αξίωση του Μακαρίου για αλλαγή 13 σημείων του Συντάγματος. Η προσυμφωνία προέβλεπε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποδέχονταν τις 12 από τις 13 αλλαγές που ήθελε ο Μακάριος αλλά, όπως ήταν επόμενο, κανείς δεν την επικρότησε. Για τη χούντα και την αντιμακαριακή παράταξη όποια συμφωνία παρένειτε τη ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέβαλλε την Ένωση συνιστούσε “προδοσία”, ενώ ο Μακάριος, από την πλευρά του, μη θέλοντας  βεβαίως να υστερήσει σε πατριωτισμό, έσπευσε να διακηρύξει ξανά, σε εθνικό μνημόσυνο στη Γιαλούσα, ότι στόχος μας παραμένει “η Ένωσις και μόνον η Ένωσις”. Επτά μήνες αργότερα συνέβη το πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά.

Καθώς βλέπω στην τηλεόραση κάθε σαββατοκύριακο τις κηδείες των ταυτοποιηθέντων αγνοουμένων μας της τουρκικής εισβολής, λυπάμαι βαθιά γιατί τα παιδιά εκείνα στάλθηκαν σαν πρόβατα στη σφαγή, σε μια κατάσταση που ήταν, όπως όλα δείχνουν, στημένη, αναμφίβολα προδομένη. Λυπάμαι ακόμη περισσότερο όταν σκέφτομαι ότι πολλοί έμειναν για δεκαετίες αγνοούμενοι, με τις μάνες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους να τους περιμένουν, ενώ ήταν γνωστό στην πολιτεία ότι ήταν νεκροί. Τους άφησαν μέσα στον κατάλογο για φθηνούς μικροπολιτικούς λόγους, για να υπάρχει εκεί το πρόβλημα, για να μπορούν οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού να πουλάνε στον αφελή κι ευκολόπιστο λαό την πραμάτεια τους.

Φορώντας τις φουστανέλες του πατριωτισμού που τους βόλευε, έκαναν όλοι το σώου τους, οι απατεώνες του Σάμιουελ Τζόνσον. Βάφτισαν τη διχοτόμηση με διάφορα πατριωτικά ονόματα: “‘Ενωση”, “Μακροχρόνιο Αγώνα”, “εθνική αξιοπρέπεια”, “εθνική περηφάνεια”, “διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας” κτλ κτλ. “Αγωνιζόμενοι για την εθνική μας δικαίωση” κατέφαγαν τα πάντα, διέβρωσαν το κράτος εξευτέλιζοντας τους θεσμούς του, θεμελίωσαν την κομματοκρατία, καθιέρωσαν την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι, εγκαθίδρυσαν την διαπλοκή και κάλυψαν τη διαφθορά. Προκάλεσαν σε τούτο το λαό τις χειρότερες συμφορές: τον έσυραν σε διακοινοτικές συγκρούσεις, σε πόλεμο, σε θάνατο, πόνο, κλάμα, οικονομικές καταστροφές και συνεχίζουν μασκαρεμένοι να μας δουλεύουν, οδηγώντας μας στη χειρότερη συμφορά από όλες τις προηγούμενες, στη συμφορά που θα καταστήσει μεν την Κύπρο τουρκικό νησί, αλλά μέχρι τότε αυτοί θα έχουν κάνει την πολιτική ή οικονομική “μπάζα” τους: Στη διχοτόμηση. 

 

Η ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ ΚΡΥΒΟΤΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΛΟΓΙΑ

220px-Τουρκική_Εισβολή_στην_Κυπριακή_Δημοκρατία_1974Στις ομιλίες του πριν από τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος τόνιζε ότι εκείνοι που κινούνταν εναντίον του νόμιμου κράτους, στο όνομα της Ένωσης με την Ελλάδα, στην πραγματικότητα οδηγούσαν την Κύπρο στη διχοτόμηση και συνεπώς θα γίνονταν τελικά «νεκροθάφτες της Ενώσεως», όπως έλεγε επί λέξη. Η προειδοποίηση του Μακαρίου δικαιώθηκε κατά τρόπο τραγικό.  

Η πολιτική εκτίμηση, πως αν γινόταν πραξικόπημα αυτό θα έδινε το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να τη διχοτομήσει, ήταν γνωστή εκ των προτέρων κι απολύτως λογική. Συνεπώς, η χούντα του ταξίαρχου Ιωαννίδη και οι συνεργάτες της στην Κύπρο, προχώρησαν στο πραξικόπημα ακριβώς για να γίνει η τουρκική επέμβαση και η Κύπρος να οδηγηθεί (διά της βίας) στη διχοτόμηση, διότι έτσι πίστευαν ότι επρόκειτο να λυθεί οριστικά και με μια «καθαρή λύση» το Κυπριακό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή βεβαίως η χούντα έστελνε το μήνυμα στους πολιτικά αφελείς συνοδοιπόρους της και μέσω αυτών στον κυπριακό λαό ότι, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε η Ένωση με την Ελλάδα.

Σ’ όλο το μήκος της τραγικής μας ιστορίας από το 1960 μέχρι σήμερα, πολλοί από διαπρύσιους ρήτορες του πατριωτικού μαξιμαλισμού (είτε ήταν μακαριακοί, είτε αντιμακαριακοί, είτε φιλοχουντικοί, είτε δημοκράτες), πολλοί δηλαδή από εκείνους που διακήρυσσαν την Ένωση με την Ελλάδα (τότε που είχαμε ήδη την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία) ή, μετά το 1974, μια (αόριστη) καλύτερη λύση από αυτήν που αναζητούμε στις διακοινοτικές συνομιλίες, στην πραγματικότητα είχαν (κι έχουν) στο μυαλό τους τη διχοτόμηση. Η οποία όμως διχοτόμηση δεν επρόκειτο και δεν πρόκειται να γίνει με τη δική μας συναίνεση, αλλά υπό την πίεση είτε των γεγονότων είτε του χρόνου που παγιώνει τα τετελεσμένα.

Από τις 15 Ιουλίου 1974 που έγινε το πραξικόπημα,  η Τουρκία ξεκίνησε δημόσια και φανερά διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για εισβολή στην Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοφωνικός σταθμός «Μπαϊράκ» έλεγε και ξανάλεγε ότι η «μητέρα πατρίδα έρχεται να επιβάλει την τάξη». Τα πολεμικά πλοία φάνηκαν στα ανοικτά της Κερύνειας από το πρωί της 19ης Ιουλίου κι όμως, καμία προετοιμασία δεν έγινε από τους πραξικοπηματίες για να αναχαιτιστεί η τουρκική απόβαση, καμία στρατιωτική μονάδα δεν στάλθηκε στην Κερύνεια, ούτε καν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο δεν επανδρώθηκαν.  Κι όταν ξεκίνησαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές, οι βόμβες και οι κανονιοβολισμοί, οι πρώτες διαταγές που πήραν οι στρατιώτες μας ήταν να μην πυροβολήσουν, διότι επρόκειτο για άσκηση.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για προδοσία. Η χούντα και πολλοί συνεργάτες της στην Κύπρο ήξεραν το σχέδιο: Η Τουρκία θα επενέβαινε για να καταλάβει την επαρχία Κερύνειας, με το πρόσχημα του πραξικοπήματος και κάτω από την πίεση του τρομαχτικού γεγονότος της εισβολής θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών και θα καταλήγαμε στη διχοτόμηση, ώστε οι δύο κοινότητες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

Όπως συμβαίνει όμως συχνά σε ριψοκίνδυνους σχεδιασμούς, η εισβολή βγήκε εκτός σχεδίου κι εξελίχτηκε σ’ ένα τρομακτικό εφιάλτη που τραυμάτισε βαθιά τον κυπριακό λαό στο σύνολό του και περισσότερο βέβαια τους Ελληνοκύπριους. Ο τουρκικός στρατός προχώρησε πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπε ο συμφωνημένος σχεδιασμός και στο πέρασμά του έσπερνε το θάνατο και το χαλασμό. Τα πράγματα για τη χούντα πήγαν στράφι. Ο Ιωαννίδης με τα τσιράκια του εγκατέλειψαν το καράβι κι η Τουρκία πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, μη αφήνοντας στρατιωτικά ή πολιτικά περιθώρια ουσιαστικής δράσης στην κυβέρνηση που διαδέχτηκε τη χούντα στην εξουσία.  

Το ιστορικό περίεργο, που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, είναι γιατί ο πρόεδρος Μακάριος, ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει πραξικόπημα, δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να το αποτρέψει. Αλλά κι αν ακόμη θεωρήσουμε ότι ήταν αδύνατον να το αποτρέψει, παραμένει άλλο ένα ερώτημα αναπάντητο: Ο Μακάριος ήξερε ότι επρόκειτο να γίνει τουρκική εισβολή. Όχι μόνο γιατί το είχε πει ο ίδιος στις ομιλίες του πριν από το πραξικόπημα, αλλά και διότι ήξερε (όλοι το ήξεραν) ότι τα τουρκικά πλοία βρίσκονταν ήδη στα ανοικτά της Κερύνειας.  Γιατί λοιπόν,  μιλώντας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, τόνισε με έμφαση ότι η Ελλάδα έκανε εισβολή στην Κύπρο και κάλεσε το Συμβούλιο να λάβει μέτρα αποκατάστασης της συνταγματικής τάξεως; Γιατί δεν βρήκε άλλους πολιτικούς – διπλωματικούς  τρόπους να καταγγείλει το πραξικόπημα και να αποτρέψει την τουρκική εισβολή, παρά μόνο πρόσθεσε κι αυτός στο πρόσχημα που αναζητούσε η Τουρκία; Το ερώτημα αυτό, μαζί με πολλά άλλα εξίσου καυτά ερωτήματα, δεν μπορεί να απαντηθεί ενόσω κρίσιμα έγγραφα και μαρτυρίες για το Φάκελο της Κύπρου παραμένουν απόρρητα και μη προσβάσιμα.

Το ερώτημα είναι γιατί κάποιοι δικοί μας να ήθελαν τότε ή να θέλουν ακόμη και σήμερα τη διχοτόμηση;  Προφανώς διότι πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε μαζί κράτος με τους Τούρκους κι ότι η Τουρκία – ως κακόπιστη, εχθρική χώρα- θα ελέγχει την Κύπρο εις βάρος των δικών μας συμφερόντων. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι η Τουρκία δεν θέλει διχοτόμηση, αλλά λύση του Κυπριακού τέτοια που να της επιτρέπει να χειραγωγεί την Κύπρο. Πρόκειται για πολιτική απάτη, διότι αν η Τουρκία είχε ως πρώτιστο στόχο να ελέγξει το επίσημο κράτος της Κύπρου, πολύ απλά θα έστελνε τους Τουρκοκύπριους πίσω στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι το Σύνταγμα της χώρας μας είναι τέτοιο που επιτρέπει στην Τουρκία να ελέγχει εμμέσως τη λειτουργία του κράτους.

Η Τουρκία θέλει πρωτίστως της διχοτόμηση και έχει ως σχέδιο β’ μια ομοσπονδία που να μοιάζει περισσότερο με συνομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Γιατί; Διότι με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ανεξέλεγκτα να μεταβάλει το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού, κουβαλώντας εποίκους διπλάσιους ή τριπλάσιους σε αριθμό από τους Ελληνοκύπριους, θα μετατρέψει δηλαδή τη νήσο Κύπρο σε τουρκικό νησί με ελληνική μειοψηφία.  Ταυτόχρονα θα αναπτύξει την οικονομία της τουρκικής επαρχίας (ή ανεξάρτητης χώρας) στην Κύπρο σε όλους τους τομείς, ώστε να μας ανταγωνίζεται και να υπερισχύσει της δικής μας οικονομίας, με μακροπρόθεσμο στόχο να οδηγήσει την ελληνική μειοψηφία του νησιού σε μαρασμό και φθίνουσα πορεία.

Όσοι αγαπούν αυτό τον τόπο θα πρέπει να βγάλουν από το μυαλό τους τη σκέψη ότι η διχοτόμηση μπορεί και να μην είναι και τόσο κακή λύση. Είναι η χειρότερη. Σκοπός μας θα πρέπει να είναι μια εφικτή λύση του Κυπριακού όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να μην παγιώσει οριστικά ο χρόνος τη διχοτόμηση. Μια λύση στη συμφωνημένη βάση της ομοσπονδίας, στην οποία όμως θα εφαρμόζονται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και δεν θα επιτρέπει στην Τουρκία άμεση ή έμμεση παρέμβαση στα του κυπριακού κράτους.

Επειδή μια τέτοια λύση βασίζεται πάνω στις διεθνείς αρχές της νομιμότητας και ηθικής κι επειδή η Τουρκία βρίσκεται αυτό τον καιρό σε δυσχερή θέση, πρέπει εδώ και τώρα να βρούμε τους διπλωματικούς μοχλούς πίεσης, ώστε να επιτευχθεί τάχιστα αυτή η λύση, που θα είναι προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου, τόσο της ελληνικής όσο και της τουρκικής κοινότητας του νησιού. Διότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και τις γενιές που έρχονται.  

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΤΟΝ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΑΚΟΜΗ

MAKARIOS PRAXIKOPIMAΕκείνοι που σχεδίασαν και διέταξαν το πραξικόπημα, ήξεραν ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή, ότι η Τουρκία θα κατελάμβανε μέρος της Κύπρου (μικρότερο από αυτό που κατέλαβε τελικά) και θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών με σκοπό τη διχοτόμηση ή τη διπλή ένωση. Αναφέρομαι στους εμπνευστές και όχι σ’ εκείνους που πίστεψαν στο παραμύθι που τους πούλησαν ότι τάχατες με το πραξικόπημα θα γινόταν η Ένωση.

Σαράντα χρόνια από τότε, αυτό θα έπρεπε να ήταν ήδη παραδεκτό από όλους κι όχι να το συζητάμε ακόμη. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αυτό. Το ερώτημα είναι ΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ πέρα από τους χουντικούς και τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος ήξεραν ότι αυτό θα ήταν το σχέδιο και συμφώνησαν… Διότι πίστεψαν ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα είχαμε το δικό μας καθαρά ελληνικό κράτος στην Κύπρο, με το να δώσουμε δηλαδή μέρος της πατρίδας μας στην Τουρκία για να εγκαταστήσει εκεί τους Τουρκοκύπριους…

Το δεύτερο μεγάλο ερώτημα είναι ποιοι συνέχισαν να παίζουν το παιχνίδι της διχοτόμησης όλα αυτά τα 40 χρόνια που ακολούθησαν, εκμεταλλευόμενοι τον ούτω καλούμενο “μακροχρόνιο αγώνα” και το τρίτο μεγάλο ερώτημα είναι ποιοι εξακολουθούν να εξυπηρετούν ακόμη και σήμερα τον ίδιο στόχο…

Ίσως κάποτε η ιστορία αποκαλύψει πως, τον στόχο του πραξικοπήματος που ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου, δεν τον συμμερίζονταν μόνο οι χουντικοί και οι άλλοι πραξικοπηματίες αλλά και κάποιοι από τις λεγόμενες … “πατριωτικές” δυνάμεις…

ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΠΟΝΑΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΕΤΟΥΤΗ Η ΜΝΗΜΗ

1-Θυμάσαι, γιε μου, που μας έλεγες ότι κάτι κακό συμβαίνει κι εμείς δεν σου δίναμε σημασία; Έμεινε από τότε μέσα στο νου μου και δεν το ξεχνώ!

Η γειτόνισσα μας στην Πάνω Λακατάμια, η κυρά Φροσού, μεγάλη πια σήμερα στην ηλικία, θυμάται εκείνο το μαύρο πρωί της Δευτέρας, 15 του Ιούλη του ‘74, που ανήσυχος πήγα και τη βρήκα για να της πω ότι κάτι συμβαίνει, αφού η μάνα μου έκανε δουλειές του σπιτιού και δεν μου έδινε σημασία, ενώ ο πατέρας μου είχε φύγει από νωρίς και ήταν ήδη στη δουλειά του, στην Παλλουριώτισσα.

Ήμουν τότε 10 χρόνων κι έπαιζα στη βεράντα. Ήταν λίγο πριν από τις 8:30 το πρωί, όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ότι οι εκρήξεις και οι ριπές των οπλοπολυβόλων που ακούγονταν τα τελευταία λεπτά ήταν πολύ πιο έντονες από ότι είχαμε συνηθίσει να ακούμε στη Λακατάμια, όταν γινόταν κάποια άσκηση της Εθνικής Φρουράς. Κοίταξα προς τη Λευκωσία και είδα μαύρους καπνούς στον ουρανό. Τότε ήταν που έτρεξα πρώτα στη μάνα μου…

-Είναι άσκηση, μου απάντησε βιαστικά για να με ξεφορτωθεί, χωρίς να πηγαίνει το μυαλό της στο κακό.

Πήγα στη γειτόνισσα. Ούτε κι αυτή είχε ανησυχήσει. Κατέφυγα … στο ραδιόφωνο, που εκείνη την ώρα μετέδιδε την εκπομπή «Η Ωρα της Γυναίκας» της Μαίρης Κοντογιάννη, από το μοναδικό τότε κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, το ΡΙΚ. Ξαφνικά το τραγούδι «Το Πουκάμισο το Θαλασσί» που τραγουδούσε ο Νταλάρας, διακόπηκε και το ραδιόφωνο σίγασε.

-Το ράδιο σταμάτησε, φώναξα ακόμα πιο ανήσυχος στη μάνα μου… Κάτι γίνεται σας λέω!

Μέχρι να έρθει κι αυτή στην κουζίνα, άρχισε να παίζει ο εθνικός ύμνος κι αμέσως μετά ακούστηκε η εκφωνήτρια, ταραγμένη αλλά και σκληρή ταυτόχρονα, να λέει ότι «η Εθνικη Φρουρά είναι κυρία της καταστάσεως» και ότι «ο Μακάριος είναι νεκρός». Θυμάμαι με τη καρδιά μου σφιγμένη τη μάνα μου να ξεχύνεται στην αυλή έντρομη και κλαίγοντας, να συναντά τη γειτόνισσα και να κλαίνε μαζί για τη φοβερή αυτή είδηση.

Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου επέστρεψε στο σπίτι πριν από το μεσημέρι διότι επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός. Αργότερα την ίδια μέρα ακούσαμε, ανάμεσα στα ενοχλητικά παράσιτα των μεσαίων κυμμάτων, τη φωνή του Μακαρίου από ένα σταθμό στην Πάφο να μας λέει «γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις… είμαι ζωντανός και είμαι μαζί σου…»

Στις τέσσερις ημέρες που ακολούθησαν θυμάμαι το βαρύ κλίμα, την ανησυχία και την αβεβαιότητα. Θυμάμαι ακόμα ότι ακούγαμε το ελληνικό σχόλιο του “παράνομου ραδιοσταθμού Μπαϊράκ” (τη “φωνή των Τουρκοκυπρίων αγωνιστών» όπως άρχιζε πάντα η εκφώνηση στο ελληνικό του πρόγραμμα) να μας λέει χωρίς περιστροφές ότι η «μητέρα Τουρκία» θα επέμβει για να σώσει τα παιδιά της από εμάς, τους κακούς Έλληνες.

2Η πρώτη οβίδα των τουρκικών Φάντομ έπεσε στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, στο Γερόλακκο, ακριβώς στις 5:30 το πρωί του Σαββάτου, 20 του Ιούλη. Τιναχτήκαμε από το κρεβάτι. Ακολούθησαν κι άλλες εκρήξεις. Ο πατέρας μου έτρεξε στο ραδιόφωνο. Τίποτα… Απόλυτη σιγή! Η εκπομπή του ΡΙΚ ξεκινούσε τότε στις 6:00 το πρωί.

Για μισή ώρα δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Στις 6:00 όμως, ο πατέρας μου προτίμησε να βάλει το BBC. Πρώτη είδηση: “Turkey has invaded Cyprus…”.

Έπειτα το γυρίσαμε στο ΡΙΚ. Καμία αναφορά στην εισβολή! Η εκπομπή ξεκίνησε όπως και κάθε μέρα με την πρωϊνή γυμναστική και τη φωνή του Βάσου Κωνσταντίνου να μας προστάζει για επικύψεις και ανακύψεις… Αρκετή ώρα αργότερα αποφάσισε η πραξικοπηματική «κυβέρνηση» να ηχήσει τις σειρήνες και το ΡΙΚ να αρχίσει να παίζει πια εμβατήρια και να μεταδίδει «πολεμικά ανακοινωθέντα», καλώντας τους έφεδρους «υπό τα όπλα».

Φύγαμε προς τα βουνά, εκεί όπου δεν μπορούσαν τα τουρκικά μαχητικά να κάνουν βυθίσεις και να βομβαρδίσουν. Από εκείνες τις ημέρες της …εξορίας στο Καλό Χωριό της Κλήρου, θυμάμαι μόνο την απαρηγόρητη ανησυχία που ένιωθα κάτω από τα δέντρα όπου κρυβόμασταν και τον τρόμο τα βράδια, όταν κοιτούσα τον Πενταδάκτυλο απέναντι να φλέγεται.

3Γεννήθηκα τον Οκτώβρη του 1964, μέσα στις διακοινοτικές ταραχές που προκάλεσαν την πρώτη διχοτόμηση, την πράσινη γραμμή και τον εγκλεισμό μεγάλων μαζών του τουρκοκυπριακού πληθυσμού σε θύλακες. Η μάνα μου εγκυμονούσε σε μια εποχή που ο πατέρας μου είχε κληθεί σε ομάδες περιφρούρησης, από εκείνες που είχαν τότε δημιουργηθεί για αντιμετώπιση της «τουρκοκυπριακής ανταρσίας»… σε μια εποχή που άλλαξε όχι μόνο την ιστορία αυτού του νησιού αλλά και την καθημερινή μας ζωή, με την ανασφάλεια που προκαλούσε η βία αλλά και ο φόβος μιας ενδεχόμενης τουρκικής εισβολής να ρέει μέσα στις φλέβες των ανθρώπων. Νωπός ήταν ακόμη και ο τρόμος από τον βομβαρδισμό της Τυλληρίας από την τουρκική αεροπορία, τον Αύγουστο του 1964, με βόμβες Ναπάλμ.

Τα χρόνια της νηπιακής και παιδικής μου ηλικίας ήταν η μαύρη εποχή των συγκρούσεων, όχι μόνο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αλλά και ανάμεσα στους μακαριακούς και τους αντιμακαριακούς, εντονότερα μάλιστα κατά την περίοδο 1968 – 1974 με τη δημιουργία αρχικά του λεγόμενου «Εθνικού Μετώπου» που έδωσε τη θέση του στην ΕΟΚΑ Β’ το Μάιο του 1970. Οι ανατινάξεις και οι δολοφονίες έγιναν πια μέρος της ζωής μας.

Δεν θα μπορούσα λοιπόν ποτέ να ξεχάσω όλα όσα έγιναν τότε στην Κύπρο. Γιατί πέρασαν μέσα στο παιδικό μου υποσυνείδητο με τρόπο τραυματικό. Ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι πόσο πιο έντονα και τραυματικά αποτυπώθηκαν τα γεγονότα στις ψυχές εκείνων των παιδιών αλλά και των ενηλίκων που υπήρξαν μάρτυρες και θύματα της θηρωδίας, που κακοποιήθηκαν και βιάστηκαν, που έχασαν για πάντα αγαπημένα τους πρόσωπα, που έφυγαν από τα σπίτια τους διωγμένοι, που έζησαν για πολλούς μήνες μέσα σε αντίσκηνα, που μάταια περίμεναν για χρόνια με μια φωτογραφία στο χέρι, εκείνους που αγάπησαν, να επιστρέψουν.

4

Αυτό όμως που με πονά ακόμα τόσο πολύ μέχρι και σήμερα, 38 χρόνια μετά, είναι πως αυτός ο λαός ταλαιπωρήθηκε, βασανίστηκε, πόνεσε, έκλαψε πάνω σε τάφους και ερείπια, κοντολογής αυτός ο λαός υπήρξε άδικα θύμα επειδή κάποιοι ανεπαρκείς, τόσο τραγικά κατώτεροι των περιστάσεων ηγέτες και επίδοξοι ηγέτες του, τον οδήγησαν στον γκρεμό.

Αυτούς όχι μόνο δεν έπρεπε να τους μνημονεύουμε με κατάνυξη σαν μεγάλους ηγέτες αλλά αντίθετα με θάρρος θα έπρεπε να τους είχαμε καταλογίσει τις ιστορικές τους ευθύνες, με τα όσα ελαφρυντικά κι αν είχαν (που είχαν) και να είχαμε προχωρήσει μπροστά με γνώση και επίγνωση των λαθών μας, ώστε στη συνέχεια να είχαμε αποφύγει παρόμοια σφάλματα και να είχαμε πολιτευθεί με σύνεση.

Όχι μόνο δεν το κάναμε, αλλά αντίθετα μείναμε κολλημένοι στο παρελθόν, φτάνοντας στο σημείο να θεωρούμε τα λάθη μας πράξεις πατριωτισμού, με αποτέλεσμα να έχουμε … πατριωτικά υποστεί ήδη την πιο ταπεινωτική ήττα του ελληνισμού σ’ αυτό το νησί, από τότε που έφτασαν εδώ οι πρώτοι Αχαιοί, πριν από πολλούς αιώνες: δηλαδή την διχοτόμηση της Κύπρου και την σχεδόν οριστική πια ενσωμάτωση της μισής μας πατρίδας στην κυριαρχία της Τουρκίας.