Αρχείο ετικέτας Αμμόχωστος

Ο ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΟΙ ΒΑΡΩΣΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ

Αγαπημένοι μου Βαρωσιώτες. Θυμώσατε πολύ με το άρθρο του Άντρου Παυλίδη και έχετε δίκιο. Μου φάνηκε κι εμένα εξωφρενικό να θεωρεί ότι έπρεπε να βάλετε εσείς, οι προδομένοι και άοπλοι, τα κορμιά σας ανάχωμα στα τουρκικά τανκς. Την Αμμόχωστο δεν την ξεπουλήσατε εσείς. Άλλοι ξεπουλησαν κι εσάς μαζί με την Αμμόχωστο, μαζί με τη μισή Κύπρο.

Το τι έγινε τον Ιούλη του 1974 δεν ήταν μια ανοησία, όπως κάποιοι επιμένουν να μας παρουσιάζουν μέχρι σήμερα το πραξικόπημα. Ήταν σκόπιμη ενέργεια που αποσκοπούσε στη λύση του Κυπριακού με διχοτόμηση του νησιού. Ναι, ήταν προδοσία.

Υπήρχε πλάνο, συμφωνημένο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, να γίνει στην Κύπρο διχοτόμηση, είτε με διπλή ένωση είτε με δύο ανεξάρτητα κράτη. Το Σχέδιο Άτσεσον, δέκα χρόνια πριν, ακριβώς αυτό προνοούσε, με λιγότερο τότε έδαφος για τους Τουρκοκύπριους. Η Ελλάδα του Γεώργιου Παπανδρέου το αποδέχτηκε λέγοντας πως “όταν σου δίνουν την πολυκατοικία και σου ζητούν το ρετιρέ, κάνεις τη συμφωνία και δεν την απορρίπτεις”. Το απέρριψε όμως ο Μακάριος.

Δέκα χρόνια μετά, η Χούντα αποφάσισε να επιβάλει τη λύση αυτή με πραξικόπημα, ώστε να ακολουθήσει η τουρκική εισβολή, να φύγουν διά της βίας οι Ελληνοκύπριοι από τον βορρά και να μετακινηθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι. Στη συνέχεια θα τα έριχναν πάνω στην Τουρκία, η Τουρκία θα επικαλείτο τη Συνθήκη Εγγυήσεως, η διεθνής κοινότητα ΔΕΝ θα καταδίκαζε την τουρκική εισβολή, όπως και δεν την καταδίκασε ΠΟΤΕ, ούτε κάλεσε ποτέ ξεκάθαρα την Τουρκία να αποσύρει τον στρατό της από το νησί (σε όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ ζητείται η αποχώρηση ΟΛΩΝ των ΞΕΝΩΝ στρατευμάτων, δηλαδή εξισώνουν την Τουρκία με την Ελλάδα).

Την πιο πάνω αλήθεια δε μας την είπαν ποτέ, διότι ισοδυναμεί με εσχάτη προδοσία. Σ’ αυτό όμως το σχέδιο ήταν μυημένοι πολλοί Έλληνες και Κύπριοι πολιτικοί και όχι μόνο χουντικοί. Αυτοί θεωρούσαν (και θεωρούν μέχρι σήμερα) ότι η καλύτερη λύση ήταν δύο χωριστές γεωγραφικές περιοχές και δύο χωριστές πολιτειακές οντότητες, ώστε να μην μπαίνουμε η μια κοινότητα στα πόδια της άλλης.

Στο σχέδιο είναι αλήθεια ότι δεν περιλαμβάνονταν τα Βαρώσια. Όμως κανείς από εμάς δεν το ήξερε αυτό. Έχοντας ήδη ξεκινήσει τρεις εβδομάδες πριν ο πρώτος γύρος της εισβολής και βλέποντας τη θηριωδία του τουρκικού στρατού από όπου περνούσε, ο μέσος Κύπριος πολίτης ήταν απολύτως λογικό να γυρέψει πώς να σώσει από αυτό το κακό τα παιδιά του και τον εαυτό του. Το να λέει σήμερα κανείς ότι κακώς έφυγαν τότε οι Βαρωσιώτες (την ώρα που φεύγαμε όλοι, ακόμη και οι Λευκωσιάτες προς τα βουνά) είναι τουλάχιστον ανόητο και εκατό τοις εκατό άδικο.

Καταλαβαίνω λοιπόν γιατί σας πνίγει το δίκιο. Αλλά, αγαπημένοι μου, ποιος είναι ο Άντρος ο Παυλίδης και τα βάλατε μαζί του και κάποιοι το βρίζετε με ανήκουστα λόγια μέσα στα κοινωνικά δίχτυα; Ένας απλός πολίτης είναι κι αυτός, που είπε μια μαλακία (με συγχωρείτε για την έκφραση). Εκείνοι που πραγματικά σας έκαναν κακό, είναι άλλοι.

Είναι εκείνοι που σχεδίασαν και υλοποίησαν τη διχοτόμηση και πιο πολύ από αυτούς οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι.

Είναι εκείνοι που ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ να πάρουν πίσω το Βαρώσι το 1978 όταν μας το έδωσαν οι Αμερικάνοι, ως “χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της Τουρκίας”, για να ξεκινήσουν οι συνομιλίες. Βεβαίως πρέπει να πω ότι δεν τους ένοιαζε τους Αμερικάνους αν θα ξεκινούσαν συνομιλίες, αλλά γύρευαν ένα καλό λόγο για να ξαναστείλουν όπλα στην Τουρκία, αφού από την εισβολή και μετά το αμερικανικό κογκρέσο επέβαλε εμπάργκο πώλησης όπλων στην Τουρκία.

Ακριβώς επειδή η Τουρκία ήθελε τότε να επανέλθει η αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη, ήταν διατεθειμένη παρασκηνιακά να δώσει το Βαρώσι. Όμως την ξελάσπωσε ο Σπύρος Κυπριανού και το διεφθαρμένο ελληνοκυπριακό κατεστημένο. Είναι γνωστό ότι πήγαν τότε και είδαν τον πρόεδρο μια αντιπροσωπεία επιχειρηματιών από τη Λεμεσό και του είπαν “μα για όνομα του Θεού, πάνω που αρχίσαμε να στεκόμαστε στα πόδια μας, θα ανοίξεις το Βαρώσι, να μας καταστρέψεις;”. Έτσι αρνήθηκε ο Σπύρος να πάρει το Βαρώσι και η Άγκυρα κατάφερε να ξεκινήσει και πάλι η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια χωρίς να δώσει πίσω τίποτα.

Τότε ήταν που χάθηκε η ευκαιρία για την Αμμόχωστο. Όταν θα πηγαίνατε πίσω στα σπίτια σας και θα κάνατε ένα απλό ξεσκόνισμα και σφουγγάρισμα. Τότε ήταν που χάθηκε η ευκαιρία να λυθεί το Κυπριακό, όταν δεν είχαν έρθει ακόμη Τούρκοι έποικοι στην Κύπρο και οι εκτοπισμένοι βρίσκονταν ακόμη μέσα στα αντίσκηνα. Αλλά το σχέδιο έλεγε άλλα. Το σχέδιο έλεγε προσωρινή διχοτόμηση (status quo) μέχρι να περάσουν τα χρόνια, οι πρόσφυγες να αποκατασταθούν, εκείνοι που έζησαν στο βορρά σιγά σιγά να πεθάνουν και τότε η διχοτόμηση να επισημοποιηθεί με συμφωνία. Γι’ αυτό έλεγε ο Ντενκτάς συχνά “τη λύση θα την βρουν οι επόμενες γενιές”. Μαζί του συμφωνούσαν κρυφά και οι αντίστοιχοι δικοί μας, εκείνοι που όποτε ξεκινούσε πρωτοβουλία για λύση, “συντρομάσσονταν” και κινούσαν γη και ουρανό για να την βουλιάξουν.

Αυτοί οι τελευταίοι δεν παραδέχονται ότι υπήρξε σχέδιο διχοτόμησης, δεν παραδέχονται ότι το 1978 ήταν η χρυσή ευκαιρία για επιστροφή του Βαρωσιού, ουσιαστικά ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ. Λένε τα δικά τους. Ότι η Τουρκία δεν το δεχότανε. Ανοησίες. Η Τουρκία θα το δεχότανε αναγκαστικά, αν το δεχόμασταν εμείς. Γι’ αυτό εξάλλου πήρε το Βαρώσι, για να το κρατά σαν διαπραγματευτικό χαρτί. Τη βγάλαμε όμως από τη δύσκολη θέση. Όπως και πολλές φορές αργότερα. Όσες φορές ζήτησαν οι μεγάλες δυνάμεις από την Τουρκία να κάνει υποχωρήσεις για να κερδίσει κάτι (π.χ. ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε.), εμείς τη βγάλαμε από τη δύσκολη θέση, διότι δεν θέλαμε τίποτα.

Αυτή είναι η αλήθεια και προκαταβολικά απαντώ σε όσους θα διαφωνήσουν μαζί μου, ότι έχω διαμορφώσει άποψη εδώ και χρόνια και δεν πρόκειται να με πείσουν με τις ψευδοπατριωτικές ρητορείες των απατεώνων που εκμεταλλεύτηκαν το πατριωτικό μας συναίσθημα για να μας οδηγήσουν με τα μάτια δεμένα στη διχοτόμηση.

Την πόλη σας λοιπόν αγαπημένοι μου Βαρωσιώτες, την πούλησαν άλλοι, 42 και 46 χρόνια πριν. Εκείνους έπρεπε να μέμφεστε και να καταριέστε και όχι τον γέρημο τον Παυλίδη, διότι έγραψε μια μαλακία σε ένα άρθρο.

ΕΙΝΑΙ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΤΑΠΑΤΟΥΝΕ

Η εταιρία K.V. Mediterranean Tours Limited προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Τουρκίας, ότι την εμποδίζει να εκμεταλλευτεί την περιουσία της στην Αμμόχωστο. Ο δικηγόρος της εταιρίας, Αχιλλέας Δημητριάδης, καταγγέλλει την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι κατέθεσε ανεπαρκείς και ατεκμηρίωτες παρατηρήσεις ενώπιον του ευρωπαϊκού δικαστηρίου, με κίνδυνο να χαθεί η υπόθεση των Βαρωσιωτών και να υπερισχύσει η θέση του μουσουλμανικού συμβουλίου Εβκάφ, ότι η Αμμόχωστος ανήκει σ’ αυτό κι όχι στους νόμιμους, προ του 1974, κατοίκους της.

Από την πλευρά της η νομική υπηρεσία (Γενική Εισαγγελία) κατηγορεί τον κ. Δημητριάδη ότι κατέθεσε την αγωγή χωρίς να συνεννοηθεί πρώτα με την κυβέρνηση κι ότι, οι παρατηρήσεις που η ίδια υπέβαλε στο ΕΔΑΔ, υπήρξαν προϊόν μελέτης και εισηγήσεων διεθνούς κύρους νομικών.

Είναι παρακινδυνευμένο για κάποιον (όπως εμένα), που βλέπει τα πράγματα απ’ έξω και δεν έχει επαρκή πληροφόρηση ή νομικές γνώσεις, να κρίνει ποια από τις δύο πλευρές έχει δίκιο. Οφείλω όμως να σημειώσω τα εξής:

Ο Αχιλλέας Δημητριάδης ήταν ο δικηγόρος που κέρδισε το 1989 ενώπιον του ΕΔΑΔ την πρώτη μεγάλη δίκη εναντίον της Τουρκίας, την προσφυγή της Τιτίνας Λοϊζίδου, η οποία έδωσε στην Κυπριακή Δημοκρατία και στους εκτοπισμένους ένα τεράστιο νομικό όπλο.

Ο Αχιλλέας Δημητριάδης ήταν επίσης ο δικηγόρος που καλούσε απεγνωσμένα τον κόσμο να μην προσφεύγει μαζικά στο ΕΔΑΔ εναντίον της Τουρκίας, επί προεδρίας Τάσσου Παπαδόπουλου, όταν άλλοι γνωστοί δικηγόροι τους προέτρεπαν να κάνουν εκείνη την ανοησία, πιστεύοντας ότι το Κυπριακό θα λυνόταν στο δικαστήριο (ενώ η κυβέρνηση Παπαδόπουλου σιωπούσε). Δυστυχώς τότε ο κ. Δημητριάδης δεν εισακούστηκε και το αποτέλεσμα ήταν οικτρό: το ΕΔΑΔ αναγνώρισε την Επιτροπή Αποζημιώσεων της Τουρκίας και του ψευδοκράτους και έστειλε τους εκτοπισμένους να αποταθούν σε αυτήν. Έκτοτε πολλοί εκτοπισμένοι έχουν πουλήσει τις περιουσίες τους στην Τουρκία.

Σήμερα ο κ. Δημητριάδης λέει ότι εδώ και καιρό η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας άλλαξε τη στάση της στο θέμα των προσφυγών. Δεν το παλεύει, λέει, το θέμα, είναι λες και δεν ενδιαφέρεται. Εκφράζει μάλιστα την αγωνία του ότι οι νόμιμοι (εκτοπισμένοι) κάτοικοι της Αμμοχώστου κινδυνεύουν να χάσουν τα δικαιώματά τους πάνω στις περιουσίες τους και να τα κερδίσει το Εβκάφ.

Δεν θέλω να πάρω κατηγορηματικά θέση εναντίον της νομικής υπηρεσίας και της κυβέρνησης, θέλω να αφήσω μια ελπίδα να αιωρείται ότι ξέρουν τι κάνουν, ότι δε θα μας πουλήσουν για άλλη μια φορά, για χάρη αλλότριων συμφερόντων αντί του εθνικού συμφέροντος, αλλά οφείλω να δηλώσω ότι εδώ και χρόνια έχω χάσει ολοκληρωτικά την εμπιστοσύνη μου στο σύστημα, στο κατεστημένο που μας κυβερνά, όπως έχω χάσει και την ελπίδα μου ότι μπορεί να περιμένουμε από αυτούς σωτηρία.

Είναι λοιπόν ο πειρασμός μεγάλος να ανατρέξω και πάλι στην παγιωμένη μου πεποίθηση ότι το κατεστημένο που μας κυβερνά διαχρονικά, σαν βαθύ κράτος πίσω από κάθε κυβέρνηση, από το 1960 μέχρι σήμερα, δεν ενδιαφέρεται για την Κύπρο αλλά για την πάρτι του. Δεν ενδιαφέρεται για τον απλό κόσμο, εμάς δηλαδή τους Κύπριους πολίτες, αλλά για την τσέπη του. Έχω επίσης διατυπώσει σε πολλά άρθρα μου την ακλόνητη πεποίθησή μου ότι το ελληνοκυπριακό κατεστημένο θέλει τη διχοτόμηση της Κύπρου, για να συνεχίσει απρόσκοπτα να νέμεται την εξουσία και το δημόσιο χρήμα, χωρίς να έχει άλλους μέσα στα πόδια του. Οι Τουρκοκύπριοι ας κάνουν παιχνίδι μόνο στο δικό τους κομμάτι.

Κρύβοντας τη διχοτόμηση πάντοτε πίσω από ένα πατριωτικό προπέτασμα καπνού, υποστηρίζοντας τάχα πριν την εισβολή την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και μετά την εισβολή μια λύση τάχα καλύτερη και πιο δίκαιη από την (ρατσιστική, όπως την αποκαλούν) Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, το κατεστημένο αφήνει το χρόνο να περνά μέχρι να επουλώσει πλήρως τις πληγές του ξεριζωμού και του γεωγραφικού διαχωρισμού και να επιφέρει κατά τρόπο φυσικό και χωρίς διαμαρτυρίες τη διχοτόμηση της Κύπρου, την οποία επιδιώκει εξάλλου (για τους ίδιους αντίστοιχους λόγους) και το τουρκοκυπριακό κατεστημένο όπως φυσικά και η Τουρκία, η οποία με τον τρόπο αυτό θα μετατρέψει σταδιακά την Κύπρο, με δημογραφικούς και οικονομικούς όρους, σε τουρκικό νησί.

Μπαίνω σε μεγάλο πειρασμό να μεταφράσω την καταγγελία του Αχιλλέα Δημητριάδη, περί αδιαφορίας της κυβέρνησης, σαν συνειδητή απόφαση του κατεστημένου ότι έφτασε πλέον η ώρα να προχωρήσουμε αποφασιστικά και αταλάντευτα προς τη λύση των δύο κρατών (τη διχοτόμηση) και μάλιστα, επειδή δεν τολμούν να διαπραγματευθούν τη διχοτόμηση, δε θα διεκδικήσουν καν εδαφικές αναπροσαρμογές κι έτσι θα κρατήσουν οι Τούρκοι όλα όσα πήραν το 1974, ακόμη και τις περιοχές που θα παίρναμε υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, δηλαδή την Καρπασία, τη Μόρφου και το Βαρώσι. Θα μοιραστεί επίσης στη μέση και η ΑΟΖ, εξ’ ου και η Τουρκία κάνει παιχνίδι με τα πλοία της μέσα στα οικόπεδα που τελικά θα της παραχωρήσουμε.

Το τι θα γίνει με την Αμμόχωστο, αγαπημένοι μου Βαρωσιώτες, νομίζω το αντιλαμβάνεστε. Εσείς θα χάσετε τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τα οποία θα περάσουν στο Εβκάφ. Στη συνέχεια, όταν θα ανοίξουν το Βαρώσι οι Τούρκοι, τα δικά μας σαΐνια θα σπεύσουν να κάνουν μαζί τους συνεταιριλίκια και μπίζνες, ενώ εσείς, που είστε στην απέξω, διότι δεν ανήκετε στην εκλεκτή ελίτ του κατεστημένου, θα μείνετε με θκυο σιείλη καμένα, που λέμε.

Κάποτε, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Διονύσης Σαββόπουλος τραγουδούσε για την Κύπρο ότι «δεν είναι οικόπεδο που το καταπατούνε…». Μα όχι, έκανε τελικά ο τραγουδοποιός μεγάλο λάθος. Είναι ακριβώς αυτό το πράγμα η Κύπρος: ένα οικόπεδο που το καταπατούνε εδώ και 60 χρόνια οι κλίκες της μαφίας, που το κυβερνά σαν βαθύ κράτος, φτιάχνοντας καριέρες και περιουσίες πάνω στην πλάτη μας.

Μόνη ελπίδα να σωθούμε είναι να βρούμε τον τρόπο να τους σαρώσουμε όλους με το φαράσι της αγανάκτησής μας και να τους πετάξουμε οριστικά και αλύπητα στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Δυστυχώς όμως, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έχουμε αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, αφού αυτοί δεν αφήνουν κανέναν άλλον να ξεμυτίσει στα πολιτικά πράγματα, αν δεν τον έχουν μυήσει πρώτα στους κανόνες του παιχνιδιού.

ΤΟ 2003 ΔΕ ΧΑΘΗΚΕ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Με αφορμή αναφορές του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αλέκου Μαρκίδη, στη σελίδα του στο Facebook, σε επιστολή που έστειλε το 2003 ο Ραούφ Ντενκτάς στον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και στην απάντηση του δεύτερου, έγιναν τις τελευταίες ημέρες συζητήσεις για το κατά πόσον το 2003 χάθηκε άλλη μια ευκαιρία για την επιστροφή της Αμμοχώστου. Ωστόσο προκύπτει και μια άλλη πτυχή, αυτή που αφορά τη στάση του Τάσσου Παπαδόπουλου απέναντι στο Σχέδιο Ανάν, η οποία δεν σχολιάστηκε καθόλου. Επιτρέψετέ μου να σας πω επί του θέματος την άποψή μου, βάζοντας πρώτα τα γεγονότα σε σειρά.

Ο ΝΤΕΝΚΤΑΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΜΕΤΑ ΒΔΕΛΥΓΜΙΑΣ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ

Στις 11 Μαρτίου του 2003, έγινε στη Χάγη της Ολλανδίας συνάντηση του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, Τάσσο Παπαδόπουλο και Ραούφ Ντενκτάς. Εκεί ο Ντενκτάς είπε και κατάμουτρα στον Γενικό Γραμματέα ότι απορρίπτει τόσο το Σχέδιο Ανάν, ως βάση διαπραγμάτευσης, όσο και την προοπτική διεξαγωγής δημοψηφισμάτων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο ναυάγιο και αδιέξοδο στο Κυπριακό, για το οποίο ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού, με τρόπο αυστηρό και χωρίς περιστροφές, καταλόγισε την ευθύνη στην τουρκοκυπριακή πλευρά.

Ο ΝΤΕΝΚΤΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΠΑΚΕΤΟ “Μ.Ο.Ε.”

Κάτω από το βάρος της ευθύνης που του καταλόγισε ο ΟΗΕ, ο Ντενκτάς έστειλε επιστολή στον πρόεδρο Παπαδόπουλο, με την οποία επαναλάμβανε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν μπορούσε να οδηγήσει σε λύση και αντιπρότεινε τα εξής “Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης” (τα καταγράφω εν τάχει):

Επιστροφή της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου στην ελληνοκυπριακή πλευρά και παράλληλα να αρθούν όλοι οι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο, μεταφορές, ταξίδια και αθλητικές συναντήσεις, πράγμα που σήμαινε μεταξύ άλλων τη νομιμοποίηση της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας του ψευδοκράτους και της λειτουργίας του αεροδρομίου και των λιμανιών του, με παράλληλο άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της Τουρκίας για τα πλοία και τα αεροπλάνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Επίσης: Άνοιγμα των οδοφραγμάτων και ελεύθερη διακίνηση (αυτό το έκανε μονομερώς ο Ντενκτάς λίγες ημέρες αργότερα), σταδιακά βήματα για διακίνηση αγαθών και ενθάρρυνση για κοινοπραξίες μεταξύ των δύο μερών, κατάργηση των περιορισμών στη διακίνηση της UNFICYP, που επέβαλε η τουρκική πλευρά το 2000, και να συσταθεί δικοινοτική επιτροπή συμφιλίωσης για προώθηση κατανόησης, ανοχής και αμοιβαίου σεβασμού.

Ο ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΑ ΜΟΕ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΣΕ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΑΝΑΝ

Με τη σύμφωνο γνώμη της πολιτικής ηγεσίας, ο Τάσσος Παπαδόπουλος απάντησε με επιστολή στον Ντενκτάς ως εξής:

“Δεν συμμερίζομαι την θέση σας για τους λόγους αποτυχίας της συναντήσεως της ΧΑΓΗΣ. Αντίθετα πιστεύω ότι η πραγματική αιτία ήταν το ότι ούτε η Τουρκία ούτε εσείς αποδεχθήκατε το Σχέδιο του ΓΓ, ως βάση διαπραγμάτευσης διευθέτησης του Κυπριακού προβλήματος. Πιστεύω ότι η αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γ.Γ. αποτελεί την καλύτερη ελπίδα να προχωρήσουμε σε διευθέτηση.
Αντιγράφω την δήλωση που έκανα μετά το αδιέξοδο της ΧΑΓΗΣ:
Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι παρά την οπισθοδρόμηση θα συνεχίσουμε την προσπάθεια για επίλυση του Κυπριακού προβλήματος τόσο πριν από την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ, όσο και μετά και ότι η σημερινή οπισθοδρόμηση δεν θα μας οδηγήσει εκτός της οδού να προσπαθούμε για τελική λύση εντός των παραμέτρων του σχεδίου Ανάν. Γι’ αυτό και εσείς, αν η επανάληψη των συνομιλιών θα έχει νόημα πρέπει:
1. Να δεχθείτε την συνέχιση των καλών υπηρεσιών του ΓΓ, ως προνοούν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
2. Να αποδεχθείτε το Σχέδιο Ανάν ως βάση για λύση για περαιτέρω διαπραγμάτευση.

Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι ο Παπαδόπουλος ούτε που ασχολήθηκε με το “Πακέτο Ντενκτάς” αλλά επέμενε σε επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών με βάση το Σχέδιο Ανάν.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΗΤΑΝ Η ΠΛΕΟΝ ΕΝΔΕΔΕΙΓΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΡΜΟΖΟΥΣΑ

Η προσωπική μου άποψη είναι πως ο Τάσος Παπαδόπουλος έδωσε στον Ντενκτάς την πλέον αρμόζουσα και ενδεδειγμένη απάντηση.

Πρωτίστως διότι σε εκείνο το στάδιο το σίδερο ήταν ζεστό για συνολική λύση του Κυπριακού και όχι για μέτρα εμπιστοσύνης, που ουσιαστικά παρέπεμπαν τη συνολική λύση σε βάθος χρόνου. Για τη συνολική λύση πολύ ορθά ο Τάσσος Παπαδόπουλος επέμενε σε άμεση επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών στη βάση του Σχεδίου Ανάν, μέσα στο οποίο συγκεκριμενοποιούνταν και καθορίζονταν λεπτομερώς όλες οι πτυχές και παράμετροι του Κυπριακού Ζητήματος, όπως αυτές συζητήθηκαν για πολλά χρόνια στις διακοινοτικές συνομιλίες.

Δεύτερο, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αποδεχτή η νομιμοποίηση της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας του ψευδοκράτους, με άνοιγμα των λιμανιών και του αεροδρομίου του, διότι κάτι τέτοιο θα μετέτρεπε το παράνομο μόρφωμα σε καθεστώς τύπου Ταϊβάν, που θα ανταγωνιζόταν την Κυπριακή Δημοκρατία σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με τη στήριξη ισχυρών Τούρκων επενδυτών, εφόσον πλέον το εμπόριο θα ήταν νόμιμο. Πράγμα βεβαίως που θα οδηγούσε το Κυπριακό σε οριστική διχοτόμηση, με την τεράστια τουρκική αγορά να μας ανταγωνίζεται αθέμιτα μεν, νόμιμα δε, πάνω στο ίδιο μας το νησί.

Τρίτο, γιατί δεν είχαμε κανένα λόγο εκείνη τη χρονική στιγμή να απαλλάξουμε τον Ντενκτάς από τις βαρύτατές του ευθύνες και μάλιστα να συγκατανεύσουμε στο να εκτροχιαστεί το Κυπριακό από τη διαδικασία που είχε δρομολογηθεί με τις καλές υπηρεσίες του Γ.Γ. και το Σχέδιο Ανάν.

ΥΣΤΕΡΑ ΤΑ ΚΑΝΑΜΕ ΜΑΝΤΑΡΑ

Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ο Τάσσος Παπαδόπουλος έκανε τον ορθό χειρισμό και μάλιστα απέστειλε ο ίδιος δύο επιστολές προς τον Γ.Γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, (9 Αυγούστου και 16 Δεκεμβρίου 2003) ζητώντας του να συνεχίσει τις καλές του υπηρεσίες, επαναφέροντας στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης το Σχέδιο Ανάν. Η τότε δραστηριότητα του προέδρου Παπαδόπουλου, που οδήγησε στην επαναφορά του Σχεδίου Ανάν, έχει διαγραφεί από τους γνωστούς παραχαράκτες της ιστορίας, ο οποίοι προβάλλουν σήμερα τον Παπαδόπουλο σαν εκ διαμέτρου αντίθετο με το Σχέδιο Ανάν και σαν τον σωτήρα που μας έσωσε από αυτό. Στην πραγματικότητα ο Παπαδόπουλος ήταν εκείνος που επανέφερε το Σχέδιο Ανάν στο τραπέζι, ενώ εκείνος που ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος και παρέμεινε σταθερά πολέμιος του Σχεδίου Ανάν, από την αρχή μέχρι το τέλος, ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς και όσοι επιθυμούσαν διακαώς τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Δυστυχώς όμως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ο Τάσσος Παπαδόπουλος με τις κινήσεις του εκείνες, έπαιζε απλώς το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών (blame game). Όταν η διαπραγμάτευση επί του Σχεδίου Ανάν προχώρησε στα βαθιά, τόσο ο Ντενκτάς όσο και ο Παπαδόπουλος έδειξαν στην πράξη ότι δεν ήθελαν το Σχέδιο του Γ.Γ., αφού ουσιαστικά δεν γινόταν διαπραγμάτευση. Ήταν ολοφάνερο πως ο Παπαδόπουλος δεν ήθελε να βελτιώσει το Σχέδιο Ανάν, από το σημείο που το έφτασε διαπραγματευόμενος ο προκάτοχός του, Γλαύκος Κληρίδης. Μάλλον το ήθελε και χειρότερο, ώστε να ζητήσει στα δημοψηφίσματα από τον κυπριακό λαό να το απορρίψει.

Ατυχώς για τον Παπαδόπουλο και δυστυχώς για την Κύπρο, ο Ταγίπ Ερντογάν κατάφερε να παραμερίσει τον αρνητικό Ντενκτάς, για να αναλάβει την ηγεσία της Τ/κ κοινότητας ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος παρουσιάστηκε ολοπρόθυμος για διαπραγμάτευση, σε αντίθεση με τον Παπαδόπουλο που ήταν διαρκώς εξαφανισμένος, με αποτέλεσμα το Σχέδιο Ανάν να διαμορφώνεται ετεροβαρώς υπέρ των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι κατέθεταν τις δικές τους θέσεις στους εκπροσώπους του Γ.Γ. του ΟΗΕ.

Όταν έφτασε η ώρα των δημοψηφισμάτων, τόσο ο Παπαδόπουλος όσο και ο Ντενκτάς κάλεσαν τις κοινότητές τους να πούν ένα ηχηρό ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν. Οι Ελληνοκύπριοι άκουσαν τον Παπαδόπουλο και είπαν το ηχηρό ΟΧΙ ενώ οι Τουρκοκύπριοι έγραψαν τον Ντενκτάς στα παλιά τους τα παπούτσια και είπαν ηχηρό ΝΑΙ. Από εκείνη τη στιγμή το βάρος της ευθύνης μετατέθηκε από τους ώμους της τουρκοκυπριακής πλευράς στους ώμους των Ελληνοκυπρίων.

Ήταν χωρίς αμφιβολία η μεγαλύτερή μας ήττα, στην μετά την τουρκική εισβολή ιστορία του Κυπριακού, μία ήττα για την οποία την ασήκωτη ευθύνη φέρει ο τότε πρόεδρος, με τις λανθασμένες του εκτιμήσεις πάνω στη σκακιέρα του εθνικού μας ζητήματος. Αν δεν ήθελε το Σχέδιο Ανάν, θα έπρεπε να είχε κάνει διαφορετικούς χειρισμούς, την ώρα που το απέρριψε ο Ντενκτάς και όχι να παίξει εκείνο το καταστροφικό blame game που αποδείχτηκε τελικά μπούμερανγκ για την πλευρά μας. Θυμίζω ότι αμέσως μετά, η Ε.Ε. μας επέβαλε τη νομιμοποίηση του εμπορίου των Τουρκοκυπρίων, με σφραγίδες ποιότητας του Τ/κ Εμπορικού Επιμελητηρίου, αντί της Κυπριακής Δημοκρατίας (αναβάθμιση ουσιαστικά του ψευδοκράτους), ενώ από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια ραγδαία και οργιώδης οικονομική ανάπτυξη στα κατεχόμενα, που αφαίρεσε από τους Τουρκοκύπριους την πίεση για αναζήτηση λύσης του Κυπριακού.

Συνεπώς για μένα πρόβλημα δεν ήταν η απόρριψη του “Πακέτου Ντενκτάς” και δεν θεωρώ πως με την απόρριψη χάσαμε την ευκαιρία για επιστροφή της Αμμοχώστου. Διότι η επιστροφή της Αμμοχώστου, με εκείνους τους όρους θα σήμαινε την οριστική διχοτόμηση και ταϊβανοποίηση του ψευδοκράτους. Το πρόβλημα ήταν η ανειλικρίνεια στις προθέσεις του τότε προέδρου, που κατέληξε σε πατατράκ, καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους αφέντες (μαζί με την Τουρκία) στο βορρά και (ως πολίτες ταυτόχρονα και της Κυπριακής Δημοκρατίας) συνέταιρους στο νότο.

Σαν δεν ντρέπεσαι!

Βαρώσι1Άκουσε δω, φιλαράκο. Σε τούτη την “αλυκή” -όπως μας την είπες- γεννήθηκαν κι αναγιώθηκαν γενιές ανθρώπων. Γέλασαν, έκλαψαν, έπαιξαν, ερωτεύτηκαν, ίδρωσαν, μάτωσαν, ονειρεύτηκαν, δέθηκαν με τον τόπο τους και μεταξύ τους ο ένας με τον άλλον. Τούτη η λωρίδα γης δίπλα στη θάλασσα ήταν το σπίτι τους, όλη η ζωή τους.

Ύστερα ήρθαν κάτι ανεύθυνοι πολιτικοί κι άλλοι “παράγοι” και ντόπιοι και ξένοι και βαλτοί και άβαλτοι, “πατριώτες”, “αγνοί”, “ιδεολόγοι”, εξυπνάκηδες, ηλίθιοι και πανηλίθιοι, που ο καθένας μέσα στην “ανιδιοτέλεια” του ήθελε -όπως εσύ- να κυβερνήσει τη χώρα. Όλοι ετούτοι λοιπόν, με τις αποκοτιές τους, μας κουβάλησαν εδώ την Τουρκιά με τα αερόπλανα και τα τανκς της και ξερίζωσαν εκείνους τους ανθρώπους από τα σπίτια, τις γειτονιές, τα στέκια τους, τους φίλους, τους αγαπημένους, από ό,τι σήμαινε γι αυτούς η ζωή. Τους ξερίζωσαν την ίδια τους την καρδιά.

Σαράντα ολόκληρα χρόνια κάτι πολιτικοί όπως και του λόγου σου τους κορόιδευαν ότι μάχονται τάχα μου για τη λύση, για πάνε πίσω ξανά, σε όλα εκείνα που τους άρπαξαν.

Και τώρα έρχεσαι εσύ και τους λες κατάμουτρα ότι όλη τους η ζωή, όλη τους η αγάπη, ό,τι για αιώνες σε κείνο τον τόπο γραφόταν μέσα στο DNA τους, είναι λέει ίσαμε μια λίμνη με άλας! 

Ε σαν δεν ντρέπεσαι πια, λέω εγώ! Σαν δεν ντρέπεσαι! Νισάφι!

ΜΑΝΑ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

Κάποτε έπρεπε να ξαναπάω στην Κερύνεια, από το δρόμο που πηγαίναμε με τους γονιούς μου, όταν ήμουνα μικρός. Από το «πογύριν», που σε φέρνει στη βόρεια ακτογραμμή, πίσω από τον Πενταδάκτυλο, μπαίνοντας από την δυτική του άκρη, εκεί στη Μύρτου κατεβαίνοντας προς τα Πάναγρα.

Ακολουθούσαμε εκείνη την ατέλειωτη, μέσα στην παιδική μου ανυπομονησία, διαδρομή καθώς ο άλλος δρόμος, ο σύντομος, περνούσε μέσα από τον τουρκοκυπριακό θύλακα  και μόνο σε συγκεκριμένες ώρες το πρωί και το απόγευμα μπορούσαν να περάσουν οι Ελληνοκύπριοι με τα αυτοκίνητά τους σε σειρά, σε κονβόι, όπως το λέγανε και με τη συνοδεία της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Η Κύπρος είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί από τότε.

Για 30 χρόνια, από το 1974, έβλεπα συχνά στον ύπνο μου το ίδιο όνειρο: ότι πήγαινα, λέει, από το σπίτι μου στη Λακατάμια ως την Κερύνεια, με τα πόδια. Μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα, το 2003, πήγα επιτέλους μέχρι το λιμανάκι κι ήταν λες κι ησύχασε η ψυχή μου. Δεν είδα το όνειρο εκείνο ξανά από τότε.  Άρχισα όμως μετά να βλέπω ένα άλλο, συχνά πυκνά μέχρι σήμερα: Ότι  οδηγώ λέει από την Λευκωσία προς τη Κερύνεια, από εκείνο τον άλλο δρόμο των παιδικών μου αναμνήσεων, σ’ ένα ωστόσο άγνωστο τοπίο, αλλόκοτο. Αποφάσισα λοιπόν επιτέλους να κάνω αυτή τη διαδρομή την 1η του Μάη του 2015, σαράντα ένα χρόνια από την τελευταία φορά. Μαζί με την Τόνια και τους φίλους μας, τον Γιώργο και τη Μαρία, ξεκινήσαμε πρωί, για να μας φτάσει ο χρόνος.

Μπήκαμε από το οδόφραγμα του Άη Δεμέτη και πήγαμε κατευθείαν στον Γερόλακκο για να μπορέσω να βρω τα παλιά μου ίχνη. Γερασμένο το χωριό. Ήταν σχεδόν όπως το άφησαν τότε οι νόμιμοι κάτοικοί του. Ελάχιστα τα καινούρια σπίτια και μόνο ο κεντρικός δρόμος μαρτυρούσε μικρή πρόοδο.

Συνεχίσαμε προς τον Άγιο Βασίλειο. Ο δρόμος μοναχικός, πανομοιότυπος με τότε. Αλλά το χωριό δεν υπάρχει πια, δεν μπορείς καν να περάσεις από μέσα, είναι στρατόπεδο. Έπρεπε να γυρίσουμε πίσω και να το παρακάμψουμε παίρνοντας για λίγο τον καινούριο δρόμο. Ξαναβγήκαμε όμως στον παλιό για να βρούμε τη Σκυλούρα, κιτρινισμένη ζωγραφιά του χτες, να ξηραίνεται κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο του χρόνου. Έπειτα ο Κοντεμένος και πιο κάτω ο Ασώματος, άλλα δυο χωριά που έγιναν απ’ άκρη σ’ άκρη στρατόπεδα.

ΑΓΙΟΣ-ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝΣε απόσταση πιο πέρα, εκεί στην άκρη του Πενταδάκτυλου, στη Μύρτου, έπρεπε οπωσδήποτε να δω το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, όπου κάναμε σταθμό κατακαλόκαιρα, στο πανηγύρι, καθώς επιστρέφαμε στη Λευκωσία απ’ τη θάλασσα της Κερύνειας. Ήταν ένας κόσμος γεμάτος χρώματα και χαμόγελα. Εκεί άκουσα τον πρώτο ποιητάρη της ζωής μου, να απαγγέλλει τραγουδιστά τα βάσανα κάποιας Μαρίας από την Λεμεσό που την παράτησε ο Γιαννής, ο άντρας της, για μια Βασιλική απ’ την Ελλάδα.

Μπήκαμε στην αυλή. Δεν είχε ακόμη τότε ξεκινήσει η αναστήλωση και βρήκαμε το μοναστήρι λείψανο. Μόνο τα σχήματα, η εκκλησιά στη μέση με το χαρακτηριστικό καμπαναριό κι το όλο σουλούπι του χώρου γύρω, με τα κελιά των μοναχών και των προσκυνητών ετοιμόρροπα, ήταν ότι επικύρωνε την ζωηρή, αλλοτινή μου μνήμη.  Ένιωσα ξαφνικά πως ο κόσμος που ήξερα πέθανε. Ο Άγιος Παντελεήμονας δεν είναι πια εδώ…

Κατηφορίσαμε στα Πάναγρα. Ο δρόμος μάς έφερε δίπλα στη θάλασσα, στον μακρύ στενό βράχο, που απλώνεται πάνω από εκατό μέτρα κατά μήκος της παραλίας. Όταν ήμουν μικρός, μου θύμιζε δράκο που κοιμόταν στην ακρογιαλιά. Πιο πέρα, στη Βασίλεια, έψαξα μάταια το περβόλι του θείου μου του Κωστάκη, όπου πηγαίναμε συχνά. Οι μεγάλοι κάθονταν και μιλούσαν με τις ώρες κι εγώ περπατούσα πιο πέρα, προς τη θάλασσα, μαζεύοντας κουζούδες κι άλλα αγγεία, που πετούσε μια μικρή εκεί βιοτεχνία που έφτιανε πήλινα.

Έπειτα προχωρήσαμε προς τη Λάπηθο. Την απέραντη πολιτεία του παππού μου, που ξεκινά από τη θάλασσα κι ανεβαίνει ως την κορφή του Πενταδάκτυλου. Στο κοιμητήριο με τους σπασμένους σταυρούς η Μαρία  έψαξε τον τάφο της μάνας της. Δεν τον βρήκε. Ανηφορίσαμε και βρήκαμε το σπίτι της. Ήταν εκεί στ’ αριστερά του δρόμου, πάνω σε μια στροφή. Τσακισμένο, χρόνια εγκαταλελειμμένο κι απ’ τους κατοπινούς του ένοικους. Βγάλαμε φωτογραφίες. Τι άλλο μπορείς να κάνεις όταν γυρνάς στο σπίτι που γεννήθηκες μισό αιώνα από τότε…

Ανηφορίσαμε κι άλλο. Βρήκαμε την εκκλησιά της Αγίας Αναστασιάς. Από εκεί πίστευα ότι θα έβρισκα και το σπίτι της θείας Μαρούλας, που μας έφυγε λίγους μήνες πριν, σαράντα χρόνια πρόσφυγας στην Ανθούπολη. Εκεί ήταν και το πατρικό του παππού. Προσπάθησα πολύ. Δεν τα κατάφερα να βρω το μικρό δίπατο σπίτι με το περιβόλι του πίσω,  και το δρομάκι δίπλα  να κατηφορίζει μαζί με το κρύο νερό από τις ζωντανές πηγές του Πενταδάκτυλου. Πρέπει οπωσδήποτε να ξαναπάω με τη μάνα μου. Αυτή σίγουρα θα το βρει.

Κατεβήκαμε στην «Αϊρκώτισσα». Τη δική μου θάλασσα, κάτω απ’ το κέντρο του Σπαστρή με την «τουλούμπα» του νερού και το τζουκμπόξ που λάτρευα, άλλοτε με τους Ολύμπιανς κι άλλοτε με τις τρελές «αμφιβολίες» του Μυτιληναίου. Ναι, εδώ το φυσικό τοπίο έμεινε απαράλλακτο, με την ξανθή αμμουδιά, τα βράχια στις άκρες και την θάλασσα που βαθαίνει μόνο όταν την περπατήσεις πολλά μέτρα μέσα. Κοιτώντας την, θυμάμαι όλες τις μέρες, όλες τις ώρες, όλα τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, όλες τις έγχρωμες μου μνήμες απ’ τα ταραγμένα ασπρόμαυρα late sixties και early seventies αυτής της δύσμοιρης χώρας.  Η  στεριά πίσω μας όμως καμία σχέση. Ο Σπαστρής σβήστηκε σαν εικόνα με κιμωλία σε μαυροπίνακα και το αθώο, άπλετο τοπίο της παιδικής μου ανεμελιάς, διασώθηκε μόνο στα κάδρα της πεισματάρας μου μνήμης.

Το λιμανάκι της Κερύνειας, γραφικό, αναλλοίωτο, σαν τοπίο μεσαιωνικό με επισκέπτες απ’ το μέλλον. Τόσο δικό μου και τόσο ξένο. Όπως και να ‘χει όμως, οπωσδήποτε το θέλω. Ναι, μου είναι εντελώς αδιανόητο τούτη η πόλη να αποκοπεί για πάντα απ’ την ιστορική της συνέπεια. Η Κερύνεια θα παραμείνει ως μια από τις 6 πόλεις της Κύπρου. Της μίας και μοναδικής Κύπρου. Αυτό είναι όρκος!

ΔΙΑΔΡΟΜΗΔεξιά πάνω στον Πενταδάκτυλο, το Κάρμι και το Πέλλαπαϊς κι έπειτα, στο δρόμο προς την Ακανθού, το Καζάφανι, ο Άγιος Επίκτητος, Άγιος Αμβρόσιος, Καλογραία, τα πιο όμορφά μας χωριά.  Ανάμεσά τους όμως, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, δεν ξέρω κι εγώ πόσα τελικά μετρήσαμε καινούρια χωριά, τουριστικά, που βρίσκαμε στο δρόμο μας το ένα μετά το άλλο.

Έξω απ’ την Ακανθού εγκαταλείψαμε την μάγισσα βόρεια θάλασσα της Κύπρου, που μας συντρόφευε ώρα πολλή, σ’ όλα εκείνα τα χιλιόμετρα από την Κερύνεια. Στρίψαμε νότια. Πήραμε το δρόμο που τέμνει τον Πενταδάκτυλο και περνά από την άλλη, στην πεδιάδα της Μεσαρκάς. Καθώς διασχίζαμε το βουνό, ο τόπος θύμιζε Τρόοδος. Πηχτό πράσινο και πεύκα που μυρίζουν, όπως η ψυχή μας, Κύπρο. Κάτω η Μεσαρκά αχανής καθώς τις άκρες του ορίζοντα τις λεύκαινε το πούσι. Πηγαίναμε όμως σωστά: Λευκόνοικο, Περιστερωνοπηγή, Πραστειό, Γαϊδουράς, Στύλλοι, Έγκωμη, Αμμόχωστος.

Το μνημείο με το τεράστιο κεφάλι του Αττατούρκ στην κορυφή και τον χυτό μπρούτζο να σχηματίζει μορφές εκεί στο ραουνατμπάουντ της εκτός των τειχών πόλης, μου προκάλεσε πρέπει να πω ναυτία. Καλύτερα να μην το βρίσκαμε φάτσα κάρτα μπροστά μας στο τέλος αυτού του προσκυνήματος. Ας είναι όμως. Το πείσμα είναι πολλές φορές καρπός της πίκρας και σε τούτη την ιστορία το πείσμα να σώσουμε την πατρίδα μας είναι την ίδια στιγμή κι η μόνη μας ελπίδα να τα καταφέρουμε.

Οι τόποι που γυρίσαμε, δείχνοντας ταυτότητες στο έμπα και στο έβγα, είναι δικοί μας. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν θα με κάνει ποτέ να συμβιβαστώ με τη διχοτόμηση. Αντίθετα, θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου, για να ξαναγίνει η Κύπρος μου, η πατρίδα μου απ’ τον Απόστολο Ανδρέα ως τον Ακάμα, μια χώρα, μάνα για όλα τα παιδιά της.

Η Αμμόχωστος κι ο σπασίκλας…

fouleΑπαντώντας σε ερώτηση της Αντιγόνης Παπαδοπούλου, ο επίτροπος της ΕΕ Στέφαν Φούλε είπε ότι η Αμμόχωστος αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της διαπραγμάτευσης για σύντομη λύση του Κυπριακού.

Είναι φανερό ότι ο πρόεδρος Αναστασιάδης θα χρειαστεί πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να πείσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από όση χρειάστηκε για να πείσει τους Αμερικάνους, ότι έχει τεράστια σημασία να δοθεί το Βαρώσι, πριν από την τελική συμφωνία.

Οι ΗΠΑ κατάλαβαν, εξού κι ο Ομπάμπα είπε στην Τουρκία ότι πρέπει να εντάξει το θέμα της Αμμοχώστου στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Η Κομισιόν, που υποτίθεται εκπροσωπεί και την Κύπρο, επιμένει στην τουρκική θέση ότι η περίκλειστη πόλη αποτελεί μέρος της συνολικής λύσης…

Οι σπασίκλες των πολιτικών επιστημών, που δεν ξέρουν στην πράξη να χωρίσουν ούτε δυο γαϊδάρων το άχυρο, είναι πολύ χειρότεροι όταν είναι διορισμένοι, αντί εκλελεγμένοι. Διότι, ενώ υπηρετούν πολιτικές θέσεις, λειτουργούν σαν λογιστές που μέσα στο κεφάλι τους, αντί για εγκέφαλο, έχουν calculator.

Ο Φούλε κι οι άλλοι γκόλντεν μπόις των Βρυξελών, δεν μπορούν να αντιληφθούν πόσο θετικά θα επιδράσει στο κλίμα και πόσο θα διασκεδάσει τη χρόνια καψυποψία, η επιστροφή των Βαρωσίων. Η επαγωγική τους σκέψη χωλαίνει…

Το calculator δεν καταλαβαίνει ότι στην Κύπρο έχουμε ένα πρόβλημα 50 ετών, που έχει συσσωρεύσει στην ψυχή και το μυαλό των ανθρώπων τόνους καχυποψίας, πίκρας, πόνου, φόβου κι ότι οι επάλληλες αποτυχίες για λύση έχουν θρέψει τον αρνητισμό. Το calculator ξέρει μόνο ότι 5+5=10…