ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΚΛΑΙΜΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Πάνω στα αποκαΐδια της χειρότερης καταστροφής από πυρκαγιά, εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, επιβεβαιώνονται για άλλη μια φορά οι παθογένειες αυτής της χώρας. Από τη μια έχουμε ανάμεσά μας τους «αμπάλατους», εκείνους που ό,τι θέλεις πες τους για κοινωνική συνείδηση και ευθύνη, δεν καταλαβαίνουν Χριστό. Από την άλλη έχουμε το γνωστό ανάπηρο κράτος, που κατά κανόνα συλλαμβάνεται κοιμώμενο, ανέτοιμο, ανεπαρκές. Έχουμε να κάνουμε δυστυχώς με δυο αρρώστιες τόσο βαθιά ριζωμένες, που μοιάζουν ανίατες. 

Οι αμπάλατοι, εντάξει, είναι σε όλο τον πλανήτη. Αυτό που δυσκολευόμαστε να χωνέψουμε είναι πώς γίνεται σε ένα μικρό τόπο, όπως η Κύπρος, όπου δεν έχουμε απομακρυσμένα χωριά σε απάτητα ύψη ή πρωτόγονες φυλές σε δύσβατες ζούγκλες, να έχει κόσμο που δεν άκουσε ποτέ αυτά που ακούσαμε εμείς δέκα εκατομμύρια φορές.  Ότι, για παράδειγμα, το «καψάλισμα» μπορεί να κάψει δάση, το να πετάς πλαστικά ή άλλα απορρίμματα στη θάλασσα ρυπαίνει επικίνδυνα τον πλανήτη, το να πετάς μπαστραππούθκια της κοκακόλας ή άλλες ξιμαρισιές έξω από το αυτοκίνητο, καθώς οδηγείς, είναι κουλλουφκιόν. Δεν τα άκουσαν ποτέ ή τα άκουσαν και δεν κατάλαβαν, ή κατάλαβαν αλλά στα … τέτοια τους. Αυτοί για να γίνουν άνθρωποι ένα πράγμα μόνο καταλαβαίνουν: τον φόβο της τιμωρίας Δυστυχώς όμως ζούμε σε μια χώρα στην οποία η ατιμωρησία παράγει ασυνειδησία σε όλα τα στρώματα της πολιτείας και της κοινωνίας. 

Το κράτος; Τα είπαμε πολλές φορές. Χωρίς όραμα και μακρόπνοο σχεδιασμό, δουλεύει στη λογική της αρπαχτής. Γι΄αυτό και οι σχεδιασμοί που έγιναν, μετά την καταστροφή στη Σολιά, έμειναν στα χαρτιά, δεν προχώρησε τίποτα, δεν άλλαξε τίποτα κι είναι ολοφάνερο ότι δεν κόφτει κανέναν ή, αν κόφτει κάποιους, βαρέθηκε η ψυχή τους να παρακαλούν τους πιο πάνω και να βρίσκουν τοίχο. Έχετε υπόψη ότι παρομοίως και τα όσα σχεδιάστηκαν μετά την πτώση του αεροσκάφους της «Ήλιος» το 2005, έμειναν κι εκείνα στα χαρτιά. Θα τα θυμηθούμε αν – ο μη γένοιτο- συμβεί ξανά το κακό. 

Η κουλτούρα της εξουσίας στην Κύπρο είναι να σάσουμε την πούγκα μας, τους δικούς μας, συγγενείς, κουμπάρους, φίλους, πιστά κομματόσκυλα και να αποχωρήσουμε οπωσδήποτε πολύ πλουσιότεροι από ό,τι ήμασταν όταν μπήκαμε. Μέρος αυτής της κουλτούρας είναι και η αναξιοκρατία. Διορίζουμε κάποιον σε ένα δημόσιο ή πολιτειακό πόστο, όχι γιατί αυτός είναι ο πιο κατάλληλος, ο πιο άξιος να υπηρετήσει τη χώρα και το δημόσιο συμφέρον, αλλά γιατί επιλέχτηκε με αλλότρια κίνητρα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν κομματικές ή άλλες σκοπιμότητες. Τον βαφτίζουμε «άριστο των αρίστων» ακόμη κι αν πλασαρίστηκε με πλαστά πτυχία. Οι πραγματικά καλοί και χρήσιμοι για τον τόπο αποτελούν μια απογοητευμένη μειοψηφία, που μάχεται να επιπλεύσει μέσα στο πέλαγος της μετριότητας που τους τραβά κι αυτούς προς τον πάτο. 

Με αυτά τα δεδομένα, απλώς καθόμαστε και κλαίμε τη μοίρα μας μετά από κάθε καταστροφή. Τρεις μέρες μετά την έχουμε ξεχάσει εντελώς και η εξουσία συνεχίζει να απολαμβάνει την ανοχή μιας μονίμως κοιμώμενης κοινωνίας, η οποία πετάγεται από το βαθύ της ύπνο ξαφνιασμένη για λίγο, όταν θα έχει συμβεί η επόμενη συμφορά κι αμέσως μετά αλλάζει πλευρό για να κοιμηθεί ξανά τον ύπνο του δικαίου, για να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.