ΗΧΗΣΑΝ ΞΑΝΑ ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Ήχησαν λοιπόν και φέτος οι υποκριτικές σειρήνες, στη μαύρη μνήμη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974. Το επίσημο αφήγημα εξακολουθεί να είναι (όπως και σε όλη την ιστορία του Κυπριακού μέχρι σήμερα) κουτοπόνηρο και παραπλανητικό. Διότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα, άλλα μας λένε οι πολιτικοί κι άλλους στόχους υπηρετούν στο παρασκήνιο κι αυτό, όχι, δεν είναι θεωρία συνωμοσίας, είναι η δεύτερη, σφαιρική πλέον ανάγνωση της ιστορίας, καθώς πέρασε ήδη από τότε σχεδόν μισός αιώνας.

Από το 1960, που εγκαθιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι και σήμερα (το τονίζω αυτό: μέχρι και σήμερα) υπάρχουν δύο σχολές σκέψεις για το Κυπριακό Ζήτημα, τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική πλευρά. Η μία θέλει μια χώρα στην Κύπρο και η άλλη θέλει δύο χωριστά κράτη (ή διπλή ένωση πριν την εισβολή), ώστε να μην μπαίνει η μια κοινότητα στα πόδια της άλλης.

Είναι φανερό ότι κυριάρχησε η σχολή της διχοτόμησης. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων ξεκίνησε από το 1957, λόγω πράξεων βίας που έγιναν ανάμεσα στις δύο κοινότητες, με αφορμή τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση με την Ελλάδα, εντάθηκε μετά τις “φασαρίες” της δεκαετίας του 1960 κι οριστικοποιήθηκε με την ανταλλαγή πληθυσμών, που ακολούθησε την τουρκική εισβολή, το 1974.

Οι Αγγλοαμερικάνοι σχεδίασαν τη λύση του Κυπριακού στη βάση της διχοτόμησης, θεωρώντας ότι αυτή ήταν η μόνη εφικτή λύση. Εξασφάλισαν τη σιωπηρή συγκατάθεση του διχοτομικού σιναφιού για να προχωρήσουν στον γεωγραφικό διαχωρισμό και εκμεταλλεύτηκαν στο έπακτον την πολιτική μωρία του προδότη ταξίαρχου Ιωαννίδη, ο οποίος πείσθηκε ότι έφτασε η ώρα να ρίξει τον “καλόγηρο” (τον Μακάριο) και να κάνει την Ένωση. Την διπλή βεβαίως Ένωση, αφού ήταν συμφωνημένο η Τουρκία να επέμβει και να πάρει ένα κομμάτι στο βόρειο τμήμα του νησιού, για να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να τελειώνουμε με το Κυπριακό.

Στον Μακάριο οι Αγγλοαμερικανοί και οι φίλοι του από το διχοτομικό σινάφι είπαν ότι θα του κάνει πραξικόπημα ο Ιωαννίδης, θα ακολουθούσε μια περιορισμένης κλίμακας επέμβαση από την Τουρκία και θα έπεφτε η χούντα. Όλοι ήξεραν στην Κύπρο ότι θα γινόταν πραξικόπημα, μετά την επιστολή του Μακαρίου προς τον τότε πραξικοπηματικό πρόεδρο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία του ζητούσε να ανακαλέσει στην Ελλάδα τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά. Η επιστολή ήρθε βεβαίως μετά από μια τετραετή περίοδο ταραχών, με την βία της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, του Γεωργίου Γρίβα, την “αντιβία” των παρακρατικών μακαριακών ομάδων, αλλά και την υπονόμευση του νόμιμου κράτους από τους χουντικούς αξιωματικούς.

Ωστόσο ο Μακάριος ήξερε ότι, μετά την επιστολή, θα ακολουθούσε το πραξικόπημα, και θα έπεφτε η χούντα, λόγω της (περιορισμένης) τουρκικής επέμβασης. Στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα, κατέβηκε πρωί πρωί από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, πέρασε ακριβώς έξω από το στρατόπεδο των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμυθιά και πήγε στη Λευκωσία. Λίγο αργότερα τα τεθωρακισμένα βγήκαν από το στρατόπεδο και πήγαν να κάνουν πραξικόπημα στο προεδρικό (λες και δεν μπορούσαν να συλλάβουν τον Μακάριο στην Κοκκινοτριμυθιά).

Συνάντηση Μακαρίου – Κίσινγκερ στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία, 2 μήνες πριν το χουντικό πραξικόπημα.

Στο προεδρικό δεν περικύκλωσαν το κτήριο. Ο Μακάριος βγήκε από την πίσω μεριά και έφυγε ανενόχλητος. Την επόμενη μέρα ο Μακάριος φυγαδεύτηκε στο Λονδίνο από τους Βρετανούς. Στις 20 Ιουλίου, την ώρα που τα τουρκικά πλοία ήταν ήδη σε απόσταση αναπνοής από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, ο Μακάριος ανέβαινε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για να καταγγείλει την Ελλάδα, ότι έκανε εισβολή στην Κύπρο, από την οποία κινδύνευαν – όπως τόνισε- και οι Τουρκοκύπριοι. Δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στην επικείμενη τουρκική εισβολή, παρόλο που την ίδια ώρα όλα τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία έδειχναν βίντεο με τα τουρκικά πλοία να προσεγγίζουν την Κύπρο και μιλούσαν για τουρκική εισβολή.

Η εκτενής αναφορά μου στον Μακάριο, δεν υπονοεί ότι ο Μακάριος ευθύνεται για το πραξικόπημα. Για το πραξικόπημα ευθύνεται ο προδότης ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο οποίος το διέταξε έχοντας πλήρη συνείδηση του τι έκανε, αφού πίστεψε το σχέδιο που του πούλησαν οι Αγγλοαμερικανοί και ήξερε επίσης ότι θα προωθούσε μια λύση του Κυπριακού, με την οποία συμφωνούσε παρασκηνιακά και το διχοτομικό σινάφι σε Ελλάδα και Κύπρο. Γνώριζε πολύ καλά ότι θα επέμβαινε η Τουρκία και θα κατελάμβανε μέρος της Κύπρου για να γίνει ανταλλαγή πληθυσμών, κάτι που πραγματοποιήθηκε τελικά μετά που έπεσε η χούντα, όταν στην Ελλάδα ήταν πια πρωθυπουργός ο Καραμανλής και στην Κύπρο προεδρεύων ο Κληρίδης. Το σχέδιο της διχοτόμησης προχώρησε και ολοκληρώθηκε, χωρίς κανένας να μπορέσει ή να τολμήσει έστω να το εμποδίσει.

Ο Μακάριος πίστευε ότι το πραξικόπημα θα ήταν απλώς το τέλος της χούντας. Έτσι του είπαν οι Βρετανοί, οι οποίοι, σε πλήρη συνεννόηση και συντονισμό και με τον “μάγο” της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινκερ, λέγεται ότι του έγραψαν και την ομιλία στο Σ.Α. του ΟΗΕ, που ουσιαστικά νομιμοποιούσε την επέμβαση της Τουρκίας, μετά και την εισβολή της Ελλάδος, όπως χαρακτήρισε το πραξικόπημα ο Μακάριος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία ΟΥΔΕΠΟΤΕ καταδικάστηκε από τη διεθνή κοινότητα για εισβολή στην Κύπρο.

Δυστυχώς για τον πολιτικώς ανώριμο κυπριακό λαό, το διεφθαρμένο διχοτομικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια, από το 1960 μέχρι σήμερα και συνεχίζει να παίζει ένα πολύ βρόμικο παιχνίδι στο παρασκήνιο. Το παιχνίδι της διχοτόμησης της Κύπρου και μάλιστα χωρίς διαπραγμάτευση, αφού δεν τολμούν να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Οι Τούρκοι, τον Ιούλιο του 1974, πήραν περισσότερο έδαφος από εκείνο που προβλεπόταν, ώστε να το διαπραγματευτούν. Θα έδιναν πίσω Βαρώσι, Μόρφου, χωριά στη γραμμή Αττίλα από την Αμμόχωστο ως τη Μόρφου και μέρος της Καρπασίας. Το διχοτομικό σινάφι τους τα χάρισε κι αυτά, διότι δεν τολμά να πει στον κυπριακό λαό την αλήθεια.

Την αλήθεια την κρύβει με μια επιδέξια, γκεμπελικού τύπου προπαγάνδα, παρουσιάζοντας κάθε πράξη, που εδραιώνει τη διχοτόμηση, σαν πατριωτικό καθήκον. Τους βοήθηκε πολύ και η Τουρκία πάνω σ’ αυτό, όπως και το ντενκταστικό κατεστημένο. Καλύπτοντας πάντοτε τη διχοτομική τους πολιτική πίσω από την τουρκική αδιαλλαξία, με εύκολη αντιτουρκική ρητορική και κροκοδείλια δάκρυα για τους νέους που έγιναν ήρωες, πέφτοντας προδομένοι για να προασπίσουν την ελευθερία αυτού του τόπου, επιβεβαιώνουν πλήρως τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι “ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του κάθε απατεώνα”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *