ΔΕ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Σήμερα δε θα σας πω τη γνωστή ιστορία για το πραξικόπημα. Αυτή η ιστορία είναι, θεωρώ, η μισή αλήθεια. Θα σας πω ποια είναι τα δικά μου συμπεράσματα, αναλύοντας χρόνια τώρα μέσα στο μυαλό μου τα γεγονότα, σε συνδυασμό με μαρτυρίες και ντοκουμέντα που έπεσαν στην αντίληψή μου.

Πολλοί θα ζητήσετε από εμένα αποδείξεις για τον ισχυρισμό μου. Αλλά τα εγκλήματα δε γίνονται με αποδείξεις και χαρτόσημα. Ξεκινούν από το σκοτεινό παρασκήνιο και οι συμμετέχοντες, για πολλούς και διάφορους λόγους κρατάνε το στόμα τους κλειστό. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο λεγόμενος «Φάκελος της Κύπρου» παρέμενε ερμητικά κλειστός για δεκαετίες κι όταν κάποια στιγμή αποφάσισαν να ανοίξουν τα αρχεία των ντοκουμέντων και των μαρτυριών, αμφιβάλλω αν τα έβαλαν όλα στο φως. Πολλά ερωτήματα παραμένουν ακόμη αναπάντητα, διότι προφανώς οι απαντήσεις παραμένουν στο σκοτάδι.

Σ’ αυτό το σύντομο άρθρο, αναγκαστικά θα κάνω μια πολύ αδρή αναφορά στα πιο σημαντικά γεγονότα, χωρίς να μπω σε εκτεταμένη ανάλυση και θα παραλείψω ως “ευκόλως εννοοούμενα” γεγονότα και πρόσωπα που είναι γνωστά ήδη εδώ και δεκαετίες, από το “επίσημο αφήγημα”.

Το πραξικόπημα ήταν μια από τις τελευταίες πράξεις του εθνικού εγκλήματος. Ακολούθησε η τουρκική εισβολή και στη συνέχεια ο εμπαιγμός του κυπριακού λαού, ότι τάχα θα αγωνιζόμασταν για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού. Ωστόσο η λέξη κλειδί σε όλη αυτή την ιστορία είναι η ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ.

Στις 15 Ιουλίου 1974, η κυπριακή Εθνική Φρουρά, που ελεγχόταν από Ελλαδίτες χουντικούς αξιωματικούς, διενήργησε πραξικόπημα για ανατροπή του νόμιμου Προέδρου της Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Αρχηγός της χούντας ήταν τότε ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Άτομο με ψυχοπαθητική ιδιοσυγκρασία και εμμονές, ήταν ο καταλληλότερος για να προχωρήσει αποφασιστικά στην υλοποίηση του σχεδίου για τη Διχοτόμηση της Κύπρου. Διότι ο Ιωαννίδης ήταν της άποψης ότι στην Κύπρο δεν μπορούν να ζουν μαζί  ειρηνικά Τούρκοι και Έλληνες. Έπρεπε οι δυο κοινότητες να ζουν χωριστά.  Την άποψη αυτή δεν την είχε βεβαίως μόνο ο Ιωαννίδης. Ήταν σχολή σκέψης μιας μεγάλης μερίδας του ελλαδικού και ελληνοκυπριακού πολιτικοοικονομικού κατεστημένου. Την ασπάζονταν δηλαδή όχι μόνο χουντικοί αλλά και πολιτικοί.

Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος έστειλε επιστολή στον πρόεδρο ανδρείκελο της χουντοκρατούμενης Ελλάδας με την οποία του ζητούσε να αποσύρει όλους τους Έλληνες αξιωματικούς από την Εθνική Φρουρά. Κατάγγελλε την Ελλάδα (της χούντας) ότι έστειλε τον Γρίβα για να φτιάξει την ΕΟΚΑ Β΄, για να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο και επεσήμανε ότι η στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στην Κύπρο, μέσω της Εθνικής Φρουράς, υπονόμευε την Κυπριακή Δημοκρατία και τον πρόεδρό της.

Στις 13 Ιουλίου έγινε σύσκεψη των αρχηγών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, στην παρουσία του Ιωαννίδη, η οποία διακόπηκε για να συνεχιστεί τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Στην πραγματικότητα εκεί αποφασίστηκε να γίνει το πραξικόπημα τη Δευτέρα. Οι πληροφορίες προς τον Μακάριο ότι θα γινόταν το πραξικόπημα ήταν πολλές και αγωνιώδεις. Ο Μακάριος όμως απαντούσε πως «δεν πιστεύει ότι χέρι ελληνικό θα στρέψει το όπλο εναντίον του». Πέρασε το σαββατοκύριακο στην εξοχική κατοικία του Τροόδους, κατέβηκε τη Δευτέρα το πρωί στο Προεδρικό Μέγαρο.

Στη διαδρομή πέρασε έξω ακριβώς από την πύλη των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμυθιά. Όμως τα τανκ δεν τον σταμάτησαν έξω από το στρατόπεδο. Τον περίμεναν να φτάσει στο προεδρικό και μετά πήγαν εκεί. Έκαναν ένα ημικύκλιο και άφησαν ακάλυπτη την πίσω πλευρά, όπου βρισκόταν το γραφείο του προέδρου, στο οποίο υπήρχε και δίοδος διαφυγής. Πραξικοπηματίες είπαν στις καταθέσεις τους ότι δεν πρόλαβαν να κυκλώσουν εντελώς το προεδρικό. Δηλαδή σχεδόν περικύκλωσαν ολόκληρο το κτίριο και το μόνο που δεν πρόλαβαν να καλύψουν ήταν το σημείο από το οποίο μπορούσε ο Μακάριος να διαφύγει.

Διαφεύγοντας ο Μακάριος πήγε στην Κλήρου και μετά στον Κύκκο. Κατέβηκε έπειτα στη Μητρόπολη της Πάφου. Από εκεί έκανε το γνωστό διάγγελμα στον κυπριακό λαό, καταγγέλλοντας ότι  «η χούντα θέλει να καταστρέψει την Κύπρο, να την διχοτομήσει». Είχε συνεπώς πλήρη γνώση του γεγονότος ότι το πραξικόπημα έγινε για τη Διχοτόμηση.

Στη συνέχεια ο Μακάριος φυγαδεύτηκε από την Κύπρο από τους Βρετανούς. Τον έστειλαν στην Μάλτα με ελικόπτερο και από εκεί στο Λονδίνο, με στρατιωτικό αεροπλάνο. Στις 19 Ιουλίου 1974 (λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 20ης Ιουλίου στην Κύπρο) ο Μακάριος έκανε τη γνωστή ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, καταγγέλλοντας το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας ότι έκανε πραξικόπημα που ισοδυναμούσε με εισβολή στην Κύπρο. Τόνισε τη λέξη εισβολή επτά φορές και υπογράμμισε ότι από την ελληνική εισβολή κινδυνεύουν και οι Τουρκοκύπριοι. Κάλεσε τέλος τη διεθνή κοινότητα να πράξει το παν για να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Για την επικείμενη τουρκική εισβολή, ο Μακάριος δεν είπε λέξη, παρόλο που όλα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν βίντεο και φωτογραφίες με τα τουρκικά αποβατικά πλοία έξω από την Κερύνεια. Παρόλο που είχε ο ίδιος πει στο διάγγελμά του στις 15 Ιουλίου ότι το πραξικόπημα έγινε για να διχοτομηθεί η Κύπρος, εννοούσε δηλαδή ότι έγινε για να δοθεί το πρόσχημα στην Τουρκία για να επέμβει.

Στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε ώρες μετά την καταγγελία του νόμιμου προέδρου της Κύπρου για ελληνική εισβολή από την οποία κινδυνεύουν και οι Τουρκοκύπριοι, ξεκίνησε η Τουρκική εισβολή. Η στρατιωτική μονάδα που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδακτύλου, τα οποία θα μπορούσαν να βυθίσουν τα τουρκικά αποβατικά, μετακινήθηκε από τους πραξικοπηματίες στην Πάφο, για να κυνηγήσουν τους Μακαριακούς. Την ώρα που τα τουρκικά πλοία πλησίαζαν τα παράλια της Κερύνειας, η μονάδα επέστρεψε, όχι στα πολυβολεία, αλλά στο στρατόπεδο της Αθαλάσσας στη Λευκωσία. Όταν ξεκίνησε η εισβολή, οι διαταγές των Ελλαδιτών αξιωματικών προς τους φαντάρους ήταν «μην κτυπάτε, είναι άσκηση»!

Τόσο στην αιματηρή τετραετία της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, από το 1971 ως το 1974, όσο και στη διάρκεια του πραξικοπήματος, όπως επίσης και στις μέρες που ακολούθησαν ως την εισβολή, ομάδες Ελληνοκυπρίων δολοφόνων σκότωναν Ελληνοκύπριους. Μακαριακοί και αριστεροί δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ.

Στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής και ενώ ο τουρκικός στρατός προχωρούσε από την Κερύνεια και απλωνόταν προς τα νότια, οι ίδιοι προδότες, δολοφόνοι, αντί να πολεμούν μπροστά, που ήταν η φωτιά, μπήκαν στην Τόχνη, τη Μάραθα και τον Σανταλάρη και σκότωναν γυναικόπαιδα Τουρκοκυπρίων. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι οι πράξεις τους ήταν μόνο εκδικητικές για την εισβολή. Πιστεύω ότι ήταν καθοδηγούμενες για να δώσουν το πρόσχημα στην Τουρκία να προελαύνει, για να προστατεύσει τους Τουρκοκύπριους. Να προελαύνει σκοτώνοντας και βιάζοντας και βεβαίως ξεσπιτώνοντας 160 χιλιάδες ανθρώπους, για να επιβάλει το γεωγραφικό διαχωρισμό και τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Όταν ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 1974, όλα εκείνα τα φριχτά εγκλήματα τα συγχώρησε, τα διέγραψε με μια μονοκοντυλιά, προσφέροντας «κλάδον ελαίας». Δεν απαίτησε από την Ελλάδα την προσαγωγή των πραξικοπηματιών στη δικαιοσύνη, ούτε στην Κύπρο καταδικάστηκε κανείς για τους φόνους ή την κατάλυση του νόμιμου καθεστώτος. Κάποιοι λένε ότι το έκανε για να σταματήσει η εμφύλια διαμάχη. Άλλοι όμως είπαν ότι το έκανε για μην αρχίσουν δίκες και να ακουστούν μαρτυρίες που θα άφηναν εκτεθειμένα και πολιτικά πρόσωπα πέραν της χουντικής κάστας, πέραν εκείνων δηλαδή που είχαν τη μεγαλύτερη ευθύνη για την τραγωδία, με το προδοτικό πραξικόπημα που διενήργησαν.

Το πραξικόπημα και η εισβολή ήταν αναμφίβολα συμφωνημένα μεταξύ του Ιωαννίδη και του Τούρκου πρωθυπουργού Ετσεβίτ, στη βάση ενός μυστικού σχεδίου που θα επέτρεπε στην Τουρκία να καταλάβει την Κερύνεια και μια ευρεία περιοχή που θα έφτανε μέχρι τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας, ώστε εκεί μέσα να μεταφερθούν οι Τουρκοκύπριοι. Η τουρκική επιχείρηση δεν έπρεπε να ήταν πολύ αιματηρή, γι’ αυτό και έκαναν το παν οι χουντικοί αξιωματικοί να μην χτυπηθούν οι εισβολείς. Φαίνεται όμως ότι η Τουρκία είχε και κρυφούς παίχτες στην Κύπρο, οι οποίοι της έδωσαν τα προσχήματα να προελάσει βίαια και να καταλάβει μεγαλύτερο έδαφος.

Το δικό μου συμπέρασμα είναι πως, το σχέδιο για τα γεγονότα του 1974, είχε εξυφανθεί από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και της Βρετανίας, αλλά είχε λάβει και την έγκριση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία δεν αντέδρασε τότε εναντίον της Τουρκίας αλλά εναντίον της ελληνικής χούντας. Σκοπός του σχεδίου ήταν να λυθεί το Κυπριακό στη βάση του γεωγραφικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, όπως ήταν άλλωστε και η επιθυμία όχι μόνο της Τουρκίας και του τουρκοκυπριακού ντενκτασικού κατεστημένου, αλλά και μεγάλης μερίδας του ελληνοκυπριακού και ελλαδικού πολιτικοοικονομικού κατεστημένου.

Δεύτερος του στόχος ήταν η ανατροπή της χούντας στην Ελλάδα και η επιστροφή στη δημοκρατία, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Υπάρχουν μαρτυρίες για συναντήσεις, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, στο Παρίσι και στις ΗΠΑ Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων πολιτικών, για το πώς θα ανατραπεί η χούντα. Ο Μίκης Θεοδωράκης είπε σε συνέντευξή του ότι τον κάλεσαν για το σκοπό αυτό οι Αμερικανοί στην Ουάσιγκτον.

Στον Ιωαννίδη το σχέδιο παρουσιάστηκε σαν σχέδιο ανατροπής του Μακαρίου και έπειτα λύσης του κυπριακού στη βάση του εθνοτικού διαχωρισμού. Εξ ου και η γνωστή φράση που εκστόμισε ο Ιωαννίδης, «μας ξεγέλασαν οι Αμερικάνοι»,  όταν συνειδητοποίησε ότι ο Μακάριος διέφυγε με τη βοήθεια των Βρετανών, ότι οι Αμερικάνοι και οι Βρετανοί συνέχισαν να τον αναγνωρίζουν ως τον νόμιμο πρόεδρο και ότι η τουρκική επιχείρηση εξελίχθηκε σε εθνική τραγωδία. Το σημειώνω χωρίς να αφαιρώ καθόλου από τις τεράστιες ευθύνες του ιδίου και της λοιπής χουντικής κάστας για την προδοσία.

Στον Μακάριο παρουσιάστηκε σαν σχέδιο ανατροπής της χούντας. Ότι ο Ιωαννίδης θα του έκανε πραξικόπημα, θα ακολουθούσε μια περιορισμένης έκτασης τουρκική επιχείρηση και ότι το χουντικό καθεστώς θα κατέρρεε υπό το βάρος της εθνικής προδοσίας. Αυτή είναι η μόνη εξήγηση γιατί ο Μακάριος δεν είπε ούτε και μία λέξη για την Τουρκία, στο μεσοδιάστημα από το πραξικόπημα ως την εισβολή, παρόλο που τα τουρκικά αποβατικά προσέγγιζαν την Κερύνεια. Εξηγείται επίσης και το γιατί, όταν του τηλεφωνούσε ο Κληρίδης, που ήταν προεδρεύων της Δημοκρατίας, ότι γίνεται μια βίαιη τουρκική επιχείρηση στην Κύπρο, ο Μακάριος, που ήταν στην Αμερική, έμοιαζε να μην πιστεύει και πολύ αυτά που του έλεγε ο Κληρίδης…

Η Διχοτόμηση της Κύπρου μεθοδεύτηκε και δρομολογήθηκε μαμπέσικα από τα μαφιόζικα κατεστημένα της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, που χώρισαν τα ταράφια τους και έστησαν μέσα σε αυτά δυο διεφθαρμένα σύστηματα νομής της εξουσίας και έχτισαν καριέρες και περιουσίες, κυριολεκτικά πατώντας επί πτωμάτων. Έσυραν τον κυπριακό λαό, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους σε τραγωδίες, ξεκινώντας από τα αιματηρά γεγονότα της δεκαετίας του 1960 μέχρι και τις σφαγές στη διάρκεια της τουρκικής επιδρομής, με στόχο να αποδείξουν εντός και εκτός Κύπρου, ότι οι δυο κοινότητες δεν μπορούν να ζήσουν μαζί.

Το πραξικόπημα και η εισβολή ήταν οι δύο αποφασιστικότερες πράξεις της προδοσίας, διότι ήταν αυτές που μοίρασαν την Κύπρο στα δύο και επιβλήθηκε η ντε φάκτο Διχοτόμηση. Από το 1974 μέχρι σήμερα η σχολή της Διχοτόμησης δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να υπονομεύει κάθε πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού, στην ομοσπονδιακή βάση, που συμφωνήθηκε από τον Μακάριο και τον Ντενκτάς το 1977. Με ψευδοπατριωτικές φανφάρες και υστερίες, κάθε που πλησίαζε η αποφασιστική στιγμή για λύση, κατάφεραν να ματαιώσουν όλες τις προσπάθειες, γνωρίζοντας ότι ο χρόνος θα μας οδηγήσει μοιραία στη μονιμοποίηση και επισημοποίηση της Διχοτόμησης.

Βεβαίως, το θεωρώ αυτονόητο και δε χρειάζεται να επεκταθώ σ’ αυτό, ο πιο κερδισμένος από αυτή την ιστορία ήταν και παραμένει η Τουρκία. Η οποία επανήλθε στην Κύπρο, με το τέλος της αγγλοκρατίας, σαν «κηδεμόνας» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπομονετικά και μεθοδικά, με προκλήσεις και τετελεσμένα, με πράξεις βάρβαρης βίας, όπως ήταν η εισβολή της Κύπρο και πάντοτε με τη βοήθεια, εκουσίως ή ακουσίως, της διχοτομικής σχολής, κατάφερε να κάνει δική της τη μισή Κύπρο, με σκοπό στο μέλλον και όταν θα της το επιτρέπουν οι συγκυρίες και οι συνθήκες, να περάσει στον έλεγχό της ολόκληρο το νησί.

Leave a Reply

Your email address will not be published.