Από την Ένωση στη διζωνική Ομοσπονδία με τη διχοτόμηση να χάσκει μπροστά μας σαν άβυσσος…

Το γεγονός ότι ξεκινήσαμε πριν από σχεδόν 60 χρόνια ένα αγώνα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα -ένα όραμα για το οποίο κάποιοι θυσίασαν τη ζωή τους- αλλά καταλήξαμε σ’ αυτή την κατάσταση που ζούμε σήμερα, δεν είναι μόνο πολιτικά τραγικό. Είναι εκ του αποτελέσματος βλακώδες. Αντανακλά από τη μια την πολιτική ανωριμότητα αυτού λαού, που πείσθηκε κατά καιρούς από εύκολα, απατηλά συνθήματα κι από την άλλη την ανεπάρκεια της πολιτικής του ηγεσίας -από την οποία λείπει η συλλογική πολιτική σοφία- και σε μεγάλο βαθμό την ιδιοτέλεια με την οποία αντιλήφθηκαν το ρόλο τους μερικοί από τους εξέχοντες πολιτικούς παράγοντες αυτού του τόπου. 

Τι είναι η ομοσπονδία και γιατί συνίσταται μόνο για μεγάλες χώρες. 

Πώς φτάσαμε λοιπόν από το όραμα της Ένωσης στην εδώ και σχεδόν 50 χρόνια (από το 1964) διαίρεση, στην ντε φάκτο διχοτόμηση της πατρίδας μας, θα προσπαθήσω να το αναλύσω με πολύ απλή διατύπωση και όσο πιο συνοπτικά μπορώ να το κάνω, αρχίζοντας με τον ορισμό της ομοσπονδίας, για να γίνει αντιληπτό που καταντήσαμε: Να συζητάμε ένα χωριστικό σύστημα διακυβέρνησης, ένα σύστημα που, στη δική μας περίπτωση, προσπαθεί να συγκεράσει στη λειτουργία ενός κράτους τις εκατέρωθεν επιφυλάξεις και την καχυποψία, που καλλιεργήθηκε για χρόνια ανάμεσα στις δύο κοινότητες, την ελληνική και την κυπριακή.Ομοσπονδιακή λοιπόν είναι μια χώρα όταν αυτή αποτελείται από τουλάχιστον δύο ή περισσότερα (μη ανεξάρτητα) κράτη (μπορεί να λέγονται και πολιτείες ή περιφέρειες), τα οποία διαθέτουν το καθένα τις δικές του ξεχωριστές τρεις εξουσίες: δηλαδή κυβέρνηση, βουλή και δικαιοσύνη (δικαστήρια και αστυνομία), όμως όλα αυτά τα κράτη μαζί υπάγονται στην κεντρική – ομοσπονδιακή – κυβέρνηση, η οποία τα ενώνει  κάτω από μία ομπρέλα μίας χώρας με μια κυριαρχία και μια διεθνή προσωπικότητα.

Ένας μη γνώστης του Κυπριακού προβλήματος, αν ακούσει ότι συζητούμε για λύση δημιουργίας ομοσπονδιακού κράτους στην Κύπρο, θα μας πάρει για … γραφικούς. Η Κύπρος έχει όσους κατοίκους έχει και το Περιστέρι στην Αθήνα. Επτακόσιες χιλιάδες κάτοικοι, αντιστοιχούν σε μια μεσαίου μεγέθους πόλη, οποιασδήποτε άλλης μεγαλύτερης χώρας του κόσμου.

Η Ομοσπονδία δεν δικαιολογείται σαν σύστημα διακυβέρνησης, σε μια τόσο μικρή χώρα.Τα ομοσπονδιακά συστήματα εφαρμόζονται σε μεγάλες χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Γερμανία κτλ) λόγω της ανάγκης για ευρείας μορφής αυτοδιοίκηση μεγάλων περιοχών της χώρας.  Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, υπάρχουν 50 πολιτείες, που έχουν η καθεμιά τον δικό της κυβερνήτη, βουλή και δικαστήρια, όμως όλες μαζί αποτελούν μία χώρα.

Ποια γεγονότα έφεραν στο τραπέζι τη διζωνική ομοσπονδία.

Η ίδια ανάγκη για ευρείας μορφής αυτοδιοίκηση των δύο κοινοτήτων προέκυψε δυστυχώς και στην Κύπρο για καθαρά πολιτικούς λόγους, εδώ και πολλά χρόνια, μετά από γεγονότα που συνέβησαν και σημάδεψαν το λαό και την ιστορία αυτού του τόπου.  Παραθέτω αυτά τα γεγονότα, όσο γίνεται πιο συνοπτικά και χωρίς περιττούς συναισθηματικούς χρωματισμούς:

Με το που άρχισαν οι προσπάθειες των Ελληνοκυπρίων, που αποτελούσαν το 80% του πληθυσμού, για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, η τουρκοκυπριακή μειοψηφία του 18%, υποκινούμενη και από την Τουρκία, άρχισε να αντιδρά. Οι Τουρκοκύπριοι δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν ότι, με τον τερματισμό της αποικιοκρατίας, θα γινόντουσαν πολίτες της Ελλάδας.

Όταν ξέσπασε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ, η Τουρκία αντέδρασε έντονα και διακήρυξε ότι ο στόχος της ήταν πλέον η διχοτόμηση της Κύπρου. Ήταν τότε που έγιναν οι βίαιες ταραχές στην Κωνσταντινούπολη, από τις οποίες έχασαν τη ζωή και την περιουσία τους (διωκόμενοι) δεκάδες χιλιάδες Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ κατέληξε στο συμβιβασμό της ανεξαρτησίας, με τη δημιουργία ενός συνεταιρικού κράτους το 1960, μεταξύ της ελληνικής πλειοψηφίας και της τουρκικής μειοψηφίας, που ονομάστηκε Κυπριακή Δημοκρατία.

Η καχυποψία και η έχθρα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις δύο κοινότητες, έδωσε το πολιτικό άλλοθι στην Τουρκία και τη Βρετανία να εισάγουν μια σειρά από χωριστικές διατάξεις στο Σύνταγμα της νέας χώρας, οι οποίες καθόριζαν στη δημόσια διοίκηση και στις τρεις εξουσίες του κράτους ποσοστά, αναλογίες στις θέσεις, προνόμια και φυσικά τα χωριστά βέτο του Έλληνα προέδρου αλλά και του Τούρκου αντιπροέδρου του κράτους.

Η Κυπριακή Δημοκρατία λειτούργησε για 3 χρόνια και μετά διασπάστηκε, με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων. Η διεθνής κοινότητα, με το λεγόμενο “δίκαιο της ανάγκης” αναγνώρισε ως νόμιμη τη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας μόνο από τους Ελληνοκυπρίους  αλλά με την αίρεση ότι θα άρχιζαν επαφές και συνομιλίες για να εξευρεθεί μια λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε.

Η ψυχολογική προετοιμασία για τον διαχωρισμό ή ο δρόμος προς τη διχοτόμηση.

Στο μεταξύ μια σειρά από εχθροπραξίες που συνέβησαν ανάμεσα στις δύο κοινότητες, στη δεκαετία του 60, άρχισαν να δίνουν την εντύπωση ότι πια οι δύο κοινότητες δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να ζήσουν μαζί, γεγονός που φυσικά ενίσχυε τη θέση της Τουρκίας, που επεδίωκε το διοικητικό διαχωρισμό αρχικά και στη συνέχεια τον γεωγραφικό, σαν ένα αποφασιστικό βήμα προς τη διχοτόμηση.

Δυστυχώς πολύ λίγοι Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες είχαν επαρκή πολιτική αντίληψη, για να συνειδητοποιήσουν ότι τα γεγονότα που συνέβαιναν ήταν υποβολιμαία για να εξυπηρετήσουν τους διχοτομικούς στόχους της Τουρκίας και, αντί να δείξουμε, σαν πλειοψηφία, την απαιτούμενη ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία, πέσαμε στην παγίδα να συμμετέχουμε σε εχθροπραξίες με τους Τουρκοκυπρίους, πείθοντας όλη την ανθρωπότητα ότι εμείς κι εκείνοι δεν κάνουμε μαζί χωριό.

Κανένας δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι με τον τρόπο αυτό πείθαμε την ανθρωπότητα ότι η μόνη λύση ήταν να χωριστούμε τελείως μεταξύ μας οι δύο κοινότητες, όχι μόνο διοικητικά αλλά και γεωγραφικά, ώστε να μην είμαστε πια ο ένας μέσα στα πόδια του άλλου.

Αφού προετοιμάστηκε λοιπόν για αρκετά χρόνια το έδαφος, τόσο μέσα στην Κύπρο, όσο και διεθνώς, ότι ήμασταν με τους Τουρκοκυπρίους όπως οι σκύλοι με τους γάτους, ήρθε το πραξικόπημα της ελλαδικής χούντας, για να δώσει στην Τουρκία την αφορμή να εισβάλει στην Κύπρο και να χωρίσει πλέον και γεωγραφικά τις δύο κοινότητες, σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι συνέβη μετά τα γεγονότα του 1963-64 και μάλιστα σε ενιαία και συμπαγή γεωγραφική ζώνη στο βόρειο τμήμα του νησιού.

Από την πολυπεριφερειακή ομοσπονδία στη διζωνική.

Η πρώτη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας μετά την εισβολή ήταν η μη αποδοχή τετελεσμένων που δημιουργήθηκαν με τη βία, όπως η κατοχή εδάφους της Κύπρου από την Τουρκία και η μετακίνηση πληθυσμών. Η Τουρκία πρότεινε αρχικά ένα σχέδιο πολυπεριφερειακής δικοινοτικής ομοσπονδίας με καντόνια, δηλαδή μιας χώρας που θα αποτελείτο από δύο ομόσπονδα κράτη (ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό) το καθένα από τα οποία θα είχε τις δικές του περιοχές, σε όλη την έκταση του νησιού.

Η πρώτη αντίδραση της δικής μας πλευράς ήταν αρνητική αλλά πριν προλάβουμε καλά καλά να το ξανασκεφτούμε, η Τουρκία απέσυρε την πολυπεριφερειακή και αντιπρότεινε πλέον την διζωνική ομοσπονδία, δηλαδή μια χώρα με δύο ομόσπονδα κράτη, το ελληνοκυπριακό στο νότιο τμήμα και το τουρκοκυπριακό στο βόρειο τμήμα του νησιού. Ήδη ο γεωγραφικός διαχωρισμός είχε επιτευχθεί με την ανταλλαγή των πληθυσμών, που η Τουρκία επέβαλε στη δική μας πλευρά με τη βία των όπλων στη διάρκεια της τουρκικής επέλασης τον Αύγουστο του 1974.

Αντί να αντιδράσουμε έγκαιρα, εξαγγείλαμε «μακροχρόνιο αγώνα».

Με τη διεθνή κοινότητα έτοιμη από χρόνια να αποδεχθεί τον γεωγραφικό διαχωρισμό στην Κύπρο, εφόσον δεν αντιδρούσαν βεβαίως οι δύο κοινότητες γι’ αυτό, η ελληνοκυπριακή πλευρά δέχθηκε την διζωνική ομοσπονδία, αλλά με τον τρόπο που ήξερε ο τότε πρόεδρος της Κύπρου, αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄,  να δέχεται τις συμφωνίες: την δέχθηκε μεν αλλά όχι με την ψυχή του… την δέχτηκε και δεν την δέχτηκε… ήθελε να την συζητήσει αλλά και δεν ήθελε…

Είχε φυσικά ο Μακάριος να αντιμετωπίσει και τις πιέσεις των “σούπερ πατριωτών”, εκείνων που με τις πράξεις τους στα προηγούμενα χρόνια συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί η έχθρα μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι ίδιο αυτοί τώρα τον ωθούσαν στο να μην συμβιβαστεί, αλλά να ξεκινήσει ένα μακροχρόνιο αγώνα με στόχο τη δικαίωση. Ο Μακάριος πείσθηκε. Ναι να αρχίσουμε να συνομιλούμε για ομοσπονδία στο φλου, αλλά να ρίξουμε και ένα μακροχρόνιο αγώνα να μας βρίσκεται σε ώρες ανάγκης!

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο Μακάριος έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες αργότερα και ο Σπύρος Κυπριανού που τον διαδέχθηκε ακολούθησε μια ακόμη πιο αλλοπρόσαλλη και αναποφάσιστη τακτική, ένα απίστευτο αλαλούμ αντιφατικών δηλώσεων και θέσεων, με μόνιμο πάντως καταφύγιο τον … «μακροχρόνιο αγώνα»!

Η ανάγκη για λύση ήταν πιο πιεστική τα πρώτα χρόνια, αλλά…

Τα πρώτα καθοριστικά χρόνια, εκείνα στα οποία υπήρχε ακόμα η δυνατότητα της μετακίνησης ξανά των πληθυσμών και της αναπροσαρμογής θέσεων και καταστάσεων, τα δύσκολα χρόνια, που οι πρόσφυγες ήταν ακόμα στα αντίσκηνα και στα κατεχόμενα οι Τουρκοκύπριοι, που μετακινήθηκαν εκεί βίαια, ένιωθαν ακόμα άβολα και δυστυχείς, τότε που δεν είχε πατήσει το πόδι του στην Κύπρο ούτε και ένας έποικος και που ο Ντενκτάς δεν είχε ακόμη ανακηρύξει «ανεξάρτητο κράτος», καμία αποφασιστική ενέργεια δεν έγινε από τη δική μας πλευρά για ανατροπή του επικίνδυνου στάτους κβο με την επίτευξη μιας δίκαιης λύσης.

Δεν θα επικαλεστώ συγκυρίες και ευκαιρίες που ενδεχομένως πήγαν χαμένες. Το αν υπήρξαν τέτοιες είναι θέμα εκτίμησης. Όμως έχω το δικαίωμα να διατυπώσω την καχυποψία μου για τις προθέσεις κάποιων στη δική μας πλευρά, που λειτούργησαν όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθούν να λειτουργούν λες και εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό με αυτόν που επιδιώκει η Τουρκία: δηλαδή την οριστική και μόνιμη διχοτόμηση της Κύπρου.

Ενάντια σε κάθε διαφαινόμενη προσπάθεια για λύση.

Κάθε προσπάθεια για λύση του κυπριακού πολεμήθηκε εν τη γενέση της και πολλές φορές ακόμα και πριν ξεκινήσει, με αυστηρά αποθαρρυντικά μηνύματα που έστελνε η δική μας πλευρά προς τον ΟΗΕ. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι κάθε φορά που έτρεχε μια διαδικασία για λύση, οι ίδιοι άνθρωποι από τους ίδιους πολιτικούς χώρους, αντιδρούσαν μονίμως αρνητικά και όταν τα πράγματα έπαιρναν κάποια μορφή και διαφαινόταν το ενδεχόμενο συμφωνίας, έφταναν μέχρι του σημείου να αντιδρούν με πολύ έντονο τρόπο.

Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν το γεγονός ότι δεν περίμεναν καν να δουν τι προτάσεις θα έρχονταν μπροστά μας. Έκαναν σαν να μην ήθελαν ούτε να δουν ούτε να ακούσουν! 

Οι ιδέες Βάλτχαιμ το 1981, οι Δείχτες Κουεγιάρ το 1983, οι Ιδέες Γκάλι το 1992 και το Σχέδιο Ανάν το 2004, ήταν όλες πρωτοβουλίες από την ίδια τη Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών. Τις απορρίψαμε όλες με προεξάρχοντες τους ίδιους εκείνους που τις απέρριπταν πάντα.

Το Σχέδιο Ανάν – ο ίδιος ο Σατανάς υπό τη μορφή σχεδίου!

Ιδιαίτερα το τι συνέβη με το Σχέδιο Ανάν, είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας μας: Το Σχέδιο πέρασε
από διάφορες φάσεις διαπραγμάτευσης. Στην τελική του φάση ο τότε πρόεδρος Παπαδόπουλος, δεν θέλησε να το διαπραγματευθεί, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να βελτιωθεί και αποφάσισε να το οδηγήσει μπροστά στο λαό για να απορρίψει. Είπε «όχι» κερδίζοντας την υποστήριξη των περισσοτέρων κομμάτων (πλην του ΔΗΣΥ και των ΕΔΗ) και φυσικά την τεράστια πλειοψηφία του 76% του λαού.

Το σχέδιο εκείνο ήταν, σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες πρωτοβουλίες, ένα λεπτομερές σχέδιο επίλυσης του κυπριακού.
Είχε και για τις δύο πλευρές τα θετικά και τα αρνητικά του στοιχεία. Σίγουρα διατηρούσε αρκετές χωριστικές διατάξεις και οπωσδήποτε είχε αρκετά τρωτά σημεία αναφοράς.

Η αρχική αντίδραση όλων στην πλευρά μας, μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, ήταν ότι έπρεπε να επιδιώξουμε τη βελτίωσή του με σκοπό να φτάσουμε σε δίκαιη συμφωνία. Λίγα χρόνια μετά επήλθε η απόλυτη δαιμονοποίησή του. Το αναφέρουμε και βάζουμε το σταυρό μας λες και βλαστημήσαμε. Αυτή η δαιμονοποίηση υπήρξε για μια ακόμη φορά το κατόρθωμα εκείνων που δεν θέλουν λύση.

Με το απόλυτο θάψιμο του Σχεδίου Ανάν, έχουν προετοιμάσει το έδαφος για την απόρριψη εν της γενέση της της οποιαδήποτε επόμενης πρωτοβουλίας. Εξάλλου βάλαμε και ένα σωρό όρους όπως «όχι σε επιδιαιτησία» και «όχι σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα» κτλ, όρους που δεν ξέρω αν πείθουν εμάς τους ίδιους. Σίγουρα όμως πιστεύω πείθουν όλους τους ξένους ότι απλά τους περιπαίζουμε για να περνά ο καιρός, διότι δεν θέλουμε λύση.

Όταν λέμε “όχι σε επιδιαιτησία”, αυτό ηχεί στα αυτιά των τρίτων που το ακούνε ότι μπορεί να θέλουμε να συζητάμε για άλλα 100 χρόνια χωρίς να συμφωνούμε, αλλά κανένας τρίτος να μην μπορεί να έρθει και να μας προτείνει μια δίκαιη συμβιβαστική λύση. Όχι σε «ασφυκτικά» χρονοδιαγράμματα ακούγεται σαν να λέμε σε όλη την ανθρωπότητα πως 40 ολόκληρα χρόνια μετά την εισβολή και 50 ολόκληρα χρόνια μετά την διάσπαση του κράτους μας, τη διαίρεση και την κατοχή της πατρίδας μας, εμείς αισθανόμαστε … ασφυκτικά όταν μας λένε ότι πρέπει να βάλουμε ένα χρονοδιάγραμμα για λύση του κυπριακού!

Μήπως τελικά κάποιοι δικοί μας θέλουν όντως τη διχοτόμηση;

Το σίγουρο είναι ότι κανένας Ελληνοκύπριος δεν παραδέχεται (δημόσια τουλάχιστον) ότι είναι διατεθειμένος να δεχτεί τη διχοτόμηση της Κύπρου. Προφανώς όμως διότι κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει ξεκάθαρα τη διχοτόμηση, χωρίς να χαρακτηριστεί προδότης. Διότι αυτό συνεπάγεται:

  • Να αποκοπούν μια για πάντα δικές μας (ελληνικές) πατρίδες, όπως η Κερύνεια, η Αμμόχωστος, η Μόρφου και η Καρπασία και να ανήκουν πλέον στην Τουρκία.
  • Να αλλάξει σταδιακά ο δημογραφικός χαρακτήρας της Κύπρου, με την κάθοδο εκατοντάδων χιλιάδων εποίκων με το ενδεχόμενο τα παιδιά μας να βρεθούν μπροστά στην αξίωση της Τουρκίας να κυβερνήσει το νησί η (τότε) πλειοψηφία, δηλαδή οι Τούρκοι!

Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί τόσα χρόνια υπάρχει αυτή η αντίδραση, όχι απέναντι σε συγκεκριμένες προτεινόμενες λύσεις, αλλά ακόμη και απέναντι σε προσπάθειες που πάνε να ξεκινήσουν.

Το γεγονός ότι το πέρασμα του χρόνου και τα τετελεσμένα που συνεχώς δημιουργούνται και απομακρύνουν ολοένα και περισσότερο τη μια κοινότητα από την άλλη, δεν προβληματίζουν και δεν πείθουν εκείνους που παραμένουν μονίμως αρνητικοί απέναντι σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού, εκείνους που τίποτα δεν κάνουν για να αποφύγουμε την επερχόμενη μονιμοποίηση της διχοτόμησης πέρα από το να διακηρύσσουν κούφια συνθήματα, με κάνει να πιστεύω ότι στην πραγματικότητα αυτοί ίσως τελικά να προτιμούν (είτε από τραγικά λανθασμένη πολιτική κρίση είτε για άλλους δικούς τους, εντελώς ιδιοτελείς λόγους) τη διχοτόμηση της Κύπρου. 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.