Ο λύκος έφαγε τα πρόβατα και τώρα τρώει την Κοκκινοσκουφίτσα…

Ένα από τα πρόβατα ήταν και ο Συνεργατισμός που ιδρύθηκε σε μια άλλη εποχή, ρομαντική…

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, μέχρι το 1978, οι Κύπριοι πλήρωναν στον σουλτάνο το χαράτσι, το φόρο που ήταν ουσιαστικά κάτι σαν άδεια για να ζουν και να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Το φόρο αυτό εισέπραττε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, η οποία βεβαίως κρατούσε και τη δική της προμήθεια. Οι τεράστιες εκτάσεις γης που παραχωρήθηκαν από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς στην Εκκλησία, δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις αποτέλεσμα της θερμής τους πίστης. Ο Χριστός δεν χρειαζόταν «πεσκέσι», δεν ήθελε χρήματα και ακίνητα για να συγχωρήσει και να αγαπήσει τους ανθρώπους. Στις πλείστες περιπτώσεις οι περιουσίες δίνονταν στην Εκκλησία επειδή οι ιδιοκτήτες τους δεν είχαν μετρητά για να πληρώσουν. Μιλάμε πάντα για τα μεσαία και κατώτερα οικονομικά στρώματα της κοινωνίας, διότι οι πλούσιοι τσιφληκάδες δεν είχαν να πάθουν τίποτα. Με τα λεφτά τους έκαναν ότι ήθελαν. Τους καλοκρατούσαν κι οι Οθωμανοί αγάδες κι οι Χριστιανοί παπάδες. 

Το 1878 το Ηνωμένο Βασίλειο ενοικίασε την Κύπρο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά οι Κύπριοι συνέχισαν να πληρώνουν τον φόρο υποτελείας στον σουλτάνο ως το 1925, που η Κύπρος ανακηρύχτηκε βρετανική αποικία. Με ή χωρίς το χαράτσι, η έρμη η φτώχεια δεν τους επέτρεπε μερτικό στην ελπίδα. Γιατί η ζωή ήταν δύσκολη και πολλές φορές οι οικογενειάρχες έπεφταν στην ανάγκη να δανειστούν χρήματα για να τα βγάλουν πέρα και να διασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά τους. Σ΄αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες έβρισκαν την ευκαιρία ο τοκογλύφοι, να ορμήσουν σαν γύπες που μυρίστηκαν ψοφίμι. Αισχροκερδούσαν χωρίς ίχνος συμπόνιας, οδηγώντας στην καταστροφή και τσην απόγνωση όσους βρέθηκαν στην ανάγκη. 

Είχε όμως ήδη ξεκινήσει από τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και στη Βρετανία το Συνεργατικό Κίνημα κι Άγγλοι αποικιοκράτες ενθάρρυναν τους Κύπριους να οργανωθούν κι αυτοί. Έτσι το 1909 ιδρύθηκε στο Λευκόνοικο το πρώτο συνεργατικό ταμιευτήριο. Στα επόμενα χρόνια ο Συνεργατισμός άρχισε να εξαπλώνεται σ’ ολόκληρη την Κύπρο. Οι υπάλληλοι, οι αγρότες, οι εργάτες, εύποροι και φτωχοί, μπορούσαν να δανείζονται χρήματα με ευνοϊκούς όρους,  χωρίς τον κίνδυνο να χάσουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, αφού από τις βασικές αρχές του Συνεργατισμού ήταν και η αλληλεγγύη. 

Το 1955 ξεκίνησε στην Κύπρο αντιαποικιακός αγώνας, με στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Την έμπνευση είχε ο τότε αρχιεπίσκοπος, Μακάριος Γ’, ο οποίος ως εκ της θέσεώς του θεωρούνταν εθνάρχης των Χριστιανών του νησιού, προνόμιο που είχε παραχωρήσει στον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου η Υψηλή Πύλη (ο σουλτάνος δηλαδή) και το διατηρούσε επίσης στη διάρκεια της Αγγλοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι ο όρκος της ΕΟΚΑ ήταν η Ένωσις της Κύπρου μετά της μητρός Ελλάδος και για εκείνο το σκοπό δεκάδες νέοι θυσίασαν τη ζωή τους, ο εθνάρχης Μακάριος τέσσερα χρόνια αργότερα συμφώνησε να εγκαθιδρυθεί ένα ανέξάρτητο συναιτερικό κράτος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, στο οποίο θα ήταν εγγυήτρια δύναμη και η Τουρκία και επιστρέφοντας στην Κύπρο από την εξουσία βροντοφώναξε μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες λαού ότι «Νενικήκαμεν». Έτσι οι Βρετανοί αποχώρησαν από την Κύπρο, παραχωρώντας την εξουσία στην εκλελεγμένη κυβέρνηση Μακαρίου – Κουτσιούκ. 

Ήταν η στιγμή που έληξε η Αγγλοκρατία κι άρχισε μια νέα εποχή, την οποία μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει σαν «κουμπαροκρατία» ή «ημετεροκρατία» ή «λαμογιοκρατία», πάντως ήταν πλέον γεγονός ότι στην Κύπρο ανέτειλε ο ήλιος της ελευθερίας για το βρωμερό κατεστημένο που άρχισε από το πρώτο δευτερόλεπτο να λιμαίνεται το κράτος, την εξουσία, τους θεσμούς, το δημόσιο χρήμα, τις δημόσιες θέσεις, τα πάντα όσα μπορούσαν να περάσουν από τα χέρια τους, αποψιλώνοντας τον ορισμό της πολιτικής ευθύνης από κάθε έννοια ηθικής και αρχών χρηστής διοίκησης.

«Μοιράσι» δεν ήθελαν να κάνουν με πολλούς. Δικαίωμα στο πλιάτσικο είχαν οι λίγοι και εκλεκτοί. Προτάσσοντας όπως όλοι οι αυθεντικοί απατεώνες τα εθνικά ιδανικά που διεγείρουν τον αγνό πατριωτισμό του ηλίθιου λαουτζίκου, το Ελληνοκυπριακό και το Τουρκοκυπριακό  καταστημένο αποφάσισαν από πολύ νωρίς ότι το νησί έπρεπε να χωριστεί στα δύο, όπως χωρίζουν τις περιοχές τους η ιταλική μαφία και τα καρτέλ των ναρκωτικών της Λατινικής Αμερικής. Άλλο που δεν ήθελε βέβαια και η Τουρκία, η οποία από το πουθενά βρέθηκε μέσα στο Σύνταγμα της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας να έχει λόγο και εμμέσως βέτο στη λειτουργία του κράτους. Άλλο που δεν ήθελε να θέσει σε πορεία υλοποίησης το σχέδιό της για διχοτόμηση της Κύπρου. Αυτό όμως είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.

Όπου χώθηκε το κατεστημένο (και χώθηκε παντού) ήταν σαν το σαράκι που κατατρώει το ξύλο, χωρίς να το παίρνεις μυρωδιά. Όπως λοιπόν κατέφαγε το κράτος και τους θεσμούς του, έτσι κατέφαγε και τον Συνεργατισμό. Είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκεί γύρω στο 1980,  ο Συνεργατισμός φαλίρησε. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι είδαν να ζωντανεύει ο εφιάλτης να χάσουν τις λίγες οικονομίες τους ή να βρεθούν στην ανάγκη να δανείζονται χρήματα από τις εμπορικές τράπεζες, χωρίς την ασφάλεια που ένιωθαν κάτω από την σκεπή ενός δικού τους, συναιτεριστικού οργανισμού. 

Ποιος πλήρωσε τότε νομίζετε το λογαριασμό των αυθαιρεσιών, των ατασθαλιών και της ανεύθυνης διασπάθισης των χρημάτων του απλού κόσμου; Μα ο απλός κόσμος φυσικά. Ποιος άλλος θα τον πλήρωνε; Έτσι λοιπόν η τότε κυβέρνηση Κυπριανού πήρε από την τσέπη των Κυπρίων όσες εκατοντάδες εκατομμύρια χρειάζονταν και τα έβαλε στο ταμείο του Συνεργατισμού, για να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε, με τη δημιουργία των λεγόμενων «Νέων ΣΠΕ». Κάτω από νέα ηγεσία, ο Συνεργατισμός συνέχισε να βαδίζει στην πεπατημένη. Με κάλπικες αξίες, με ψευδεπίγραφες αρχές και προπαντός χωρίς όραμα, συνέχισε να παρέχει στο κάθε λαμόγιο, που είχε στα χέρια του εξουσίες και αρμοδιότητες, την ευχέρεια να κόβει και να ράβει όπως τον βόλευε.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε ξανά στην ανάγκη να σωθεί ο Συνεργατισμός. Με την λεγόμενη ανακεφαλαιοποίηση του 2013  χρειάστηκε νέα ενίσχυση 1.7 δις, την οποία πλήρωσαν ξανά από την τσέπη τους οι «μαλάκες της παρέας», δηλαδή εμείς οι φορολογούμενοι. Όλη η παλιά ηγεσία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας αποπέμφθηκε κι άνοιξαν πολλαπλάσιες νέες διευθυντικές θέσεις, με μεγαλύτερους μισθούς και άλλα ωφελήματα, στις οποίες διορίστηκαν και αρκετά πρώην στελέχη της Λαϊκής Τράπεζας, την κακοδιαχείριση της οποίας επίσης πληρώσαμε από την τσέπη μας, με σχεδόν 2 δις ευρώ, πριν από 6 χρόνια. Παρά το γεγονός όμως ότι οι διεθυντάδες του Συνεργατισμού πλήθυναν και το μισθολόγιο των νέων επίδοξων σωτήρων του αυξήθηκε κατακόρυφα, δύο χρόνια αργότερα, το 2015, ο Συνεργατισμός χρειάστηκε νέα ενίσχυση και άλλα τρία χρόνια μετά από τη νέα ενίσχυση χρειάζεται σήμερα κι άλλη ενίσχυση, πράγμα που σημαίνει πλέον ότι πρέπει να μπει μέσα επενδυτής, διότι «σατσίν» να πληρώνουμε κάθε φορά εμείς από την τσέπη μας τη νύφη. 

Το ηθικό δίδαγμα του ρομαντικού αυτού παραμυθιού για τη μικρή γλυκειά Κύπρο, που τη λέγανε και Κοκκινοσκουφίτσα,  είναι ότι ο λύκος του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου, που ανέλαβε αυτοκλητώς να την προστατεύει, αφού έφαγε πρώτα όλα τα πρόβατα της γιαγιάς και την ίδια την γιαγιά μαζί, ξεκίνησε έπειτα να τρώει και την Κοκκινοσκουφίτσα, λίγη-λίγη, κομμάτι-κομμάτι. αργά και σαδιστικά. 

2

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *