Αρχείο ετικέτας Μακάριος

ΗΧΗΣΑΝ ΞΑΝΑ ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Ήχησαν λοιπόν και φέτος οι υποκριτικές σειρήνες, στη μαύρη μνήμη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974. Το επίσημο αφήγημα εξακολουθεί να είναι (όπως και σε όλη την ιστορία του Κυπριακού μέχρι σήμερα) κουτοπόνηρο και παραπλανητικό. Διότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα, άλλα μας λένε οι πολιτικοί κι άλλους στόχους υπηρετούν στο παρασκήνιο κι αυτό, όχι, δεν είναι θεωρία συνωμοσίας, είναι η δεύτερη, σφαιρική πλέον ανάγνωση της ιστορίας, καθώς πέρασε ήδη από τότε σχεδόν μισός αιώνας.

Από το 1960, που εγκαθιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι και σήμερα (το τονίζω αυτό: μέχρι και σήμερα) υπάρχουν δύο σχολές σκέψεις για το Κυπριακό Ζήτημα, τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική πλευρά. Η μία θέλει μια χώρα στην Κύπρο και η άλλη θέλει δύο χωριστά κράτη (ή διπλή ένωση πριν την εισβολή), ώστε να μην μπαίνει η μια κοινότητα στα πόδια της άλλης.

Είναι φανερό ότι κυριάρχησε η σχολή της διχοτόμησης. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων ξεκίνησε από το 1957, λόγω πράξεων βίας που έγιναν ανάμεσα στις δύο κοινότητες, με αφορμή τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση με την Ελλάδα, εντάθηκε μετά τις “φασαρίες” της δεκαετίας του 1960 κι οριστικοποιήθηκε με την ανταλλαγή πληθυσμών, που ακολούθησε την τουρκική εισβολή, το 1974.

Οι Αγγλοαμερικάνοι σχεδίασαν τη λύση του Κυπριακού στη βάση της διχοτόμησης, θεωρώντας ότι αυτή ήταν η μόνη εφικτή λύση. Εξασφάλισαν τη σιωπηρή συγκατάθεση του διχοτομικού σιναφιού για να προχωρήσουν στον γεωγραφικό διαχωρισμό και εκμεταλλεύτηκαν στο έπακτον την πολιτική μωρία του προδότη ταξίαρχου Ιωαννίδη, ο οποίος πείσθηκε ότι έφτασε η ώρα να ρίξει τον “καλόγηρο” (τον Μακάριο) και να κάνει την Ένωση. Την διπλή βεβαίως Ένωση, αφού ήταν συμφωνημένο η Τουρκία να επέμβει και να πάρει ένα κομμάτι στο βόρειο τμήμα του νησιού, για να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να τελειώνουμε με το Κυπριακό.

Στον Μακάριο οι Αγγλοαμερικανοί και οι φίλοι του από το διχοτομικό σινάφι είπαν ότι θα του κάνει πραξικόπημα ο Ιωαννίδης, θα ακολουθούσε μια περιορισμένης κλίμακας επέμβαση από την Τουρκία και θα έπεφτε η χούντα. Όλοι ήξεραν στην Κύπρο ότι θα γινόταν πραξικόπημα, μετά την επιστολή του Μακαρίου προς τον τότε πραξικοπηματικό πρόεδρο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία του ζητούσε να ανακαλέσει στην Ελλάδα τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά. Η επιστολή ήρθε βεβαίως μετά από μια τετραετή περίοδο ταραχών, με την βία της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, του Γεωργίου Γρίβα, την “αντιβία” των παρακρατικών μακαριακών ομάδων, αλλά και την υπονόμευση του νόμιμου κράτους από τους χουντικούς αξιωματικούς.

Ωστόσο ο Μακάριος ήξερε ότι, μετά την επιστολή, θα ακολουθούσε το πραξικόπημα, και θα έπεφτε η χούντα, λόγω της (περιορισμένης) τουρκικής επέμβασης. Στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα, κατέβηκε πρωί πρωί από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, πέρασε ακριβώς έξω από το στρατόπεδο των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμυθιά και πήγε στη Λευκωσία. Λίγο αργότερα τα τεθωρακισμένα βγήκαν από το στρατόπεδο και πήγαν να κάνουν πραξικόπημα στο προεδρικό (λες και δεν μπορούσαν να συλλάβουν τον Μακάριο στην Κοκκινοτριμυθιά).

Συνάντηση Μακαρίου – Κίσινγκερ στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία, 2 μήνες πριν το χουντικό πραξικόπημα.

Στο προεδρικό δεν περικύκλωσαν το κτήριο. Ο Μακάριος βγήκε από την πίσω μεριά και έφυγε ανενόχλητος. Την επόμενη μέρα ο Μακάριος φυγαδεύτηκε στο Λονδίνο από τους Βρετανούς. Στις 20 Ιουλίου, την ώρα που τα τουρκικά πλοία ήταν ήδη σε απόσταση αναπνοής από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, ο Μακάριος ανέβαινε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για να καταγγείλει την Ελλάδα, ότι έκανε εισβολή στην Κύπρο, από την οποία κινδύνευαν – όπως τόνισε- και οι Τουρκοκύπριοι. Δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στην επικείμενη τουρκική εισβολή, παρόλο που την ίδια ώρα όλα τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία έδειχναν βίντεο με τα τουρκικά πλοία να προσεγγίζουν την Κύπρο και μιλούσαν για τουρκική εισβολή.

Η εκτενής αναφορά μου στον Μακάριο, δεν υπονοεί ότι ο Μακάριος ευθύνεται για το πραξικόπημα. Για το πραξικόπημα ευθύνεται ο προδότης ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο οποίος το διέταξε έχοντας πλήρη συνείδηση του τι έκανε, αφού πίστεψε το σχέδιο που του πούλησαν οι Αγγλοαμερικανοί και ήξερε επίσης ότι θα προωθούσε μια λύση του Κυπριακού, με την οποία συμφωνούσε παρασκηνιακά και το διχοτομικό σινάφι σε Ελλάδα και Κύπρο. Γνώριζε πολύ καλά ότι θα επέμβαινε η Τουρκία και θα κατελάμβανε μέρος της Κύπρου για να γίνει ανταλλαγή πληθυσμών, κάτι που πραγματοποιήθηκε τελικά μετά που έπεσε η χούντα, όταν στην Ελλάδα ήταν πια πρωθυπουργός ο Καραμανλής και στην Κύπρο προεδρεύων ο Κληρίδης. Το σχέδιο της διχοτόμησης προχώρησε και ολοκληρώθηκε, χωρίς κανένας να μπορέσει ή να τολμήσει έστω να το εμποδίσει.

Ο Μακάριος πίστευε ότι το πραξικόπημα θα ήταν απλώς το τέλος της χούντας. Έτσι του είπαν οι Βρετανοί, οι οποίοι, σε πλήρη συνεννόηση και συντονισμό και με τον “μάγο” της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινκερ, λέγεται ότι του έγραψαν και την ομιλία στο Σ.Α. του ΟΗΕ, που ουσιαστικά νομιμοποιούσε την επέμβαση της Τουρκίας, μετά και την εισβολή της Ελλάδος, όπως χαρακτήρισε το πραξικόπημα ο Μακάριος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία ΟΥΔΕΠΟΤΕ καταδικάστηκε από τη διεθνή κοινότητα για εισβολή στην Κύπρο.

Δυστυχώς για τον πολιτικώς ανώριμο κυπριακό λαό, το διεφθαρμένο διχοτομικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια, από το 1960 μέχρι σήμερα και συνεχίζει να παίζει ένα πολύ βρόμικο παιχνίδι στο παρασκήνιο. Το παιχνίδι της διχοτόμησης της Κύπρου και μάλιστα χωρίς διαπραγμάτευση, αφού δεν τολμούν να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Οι Τούρκοι, τον Ιούλιο του 1974, πήραν περισσότερο έδαφος από εκείνο που προβλεπόταν, ώστε να το διαπραγματευτούν. Θα έδιναν πίσω Βαρώσι, Μόρφου, χωριά στη γραμμή Αττίλα από την Αμμόχωστο ως τη Μόρφου και μέρος της Καρπασίας. Το διχοτομικό σινάφι τους τα χάρισε κι αυτά, διότι δεν τολμά να πει στον κυπριακό λαό την αλήθεια.

Την αλήθεια την κρύβει με μια επιδέξια, γκεμπελικού τύπου προπαγάνδα, παρουσιάζοντας κάθε πράξη, που εδραιώνει τη διχοτόμηση, σαν πατριωτικό καθήκον. Τους βοήθηκε πολύ και η Τουρκία πάνω σ’ αυτό, όπως και το ντενκταστικό κατεστημένο. Καλύπτοντας πάντοτε τη διχοτομική τους πολιτική πίσω από την τουρκική αδιαλλαξία, με εύκολη αντιτουρκική ρητορική και κροκοδείλια δάκρυα για τους νέους που έγιναν ήρωες, πέφτοντας προδομένοι για να προασπίσουν την ελευθερία αυτού του τόπου, επιβεβαιώνουν πλήρως τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι “ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του κάθε απατεώνα”.

ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Σαν σήμερα, το Σάββατο 20 Ιουλίου του 1974, τα ξημερώματα, η Τουρκία διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, εναντίον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’.  

Όλοι γνώριζαν πως η Τουρκία θα έκανε εισβολή, σε περίπτωση που γινόταν πραξικόπημα. Μάλιστα ο Μακάριος προειδοποιούσε πολύ πριν το πραξικόπημα ότι τυχόν ελληνική επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου θα ενταφίαζε οριστικά το όνειρο της “Ένωσης”, ενώ και στο θρυλικό του διάγγελμα από την Πάφο, ανήμερα του πραξικοπήματος, είπε ότι ότι “κάποιοι αποφάσισαν να διχοτομήσουν την Κύπρο”, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι θα ακολουθούσε τουρκική επέμβαση.  

Το παράξενο με τον Μακάριο είναι πως, ενώ γνώριζε ότι η Τουρκία επρόκειτο να εισβάλει κι ενώ έβλεπε στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τα τουρκικά πολεμικά να προσεγγίζουν τις ακτές της Κερύνειας, εκείνο το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974 και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η εισβολή, ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ουσιαστικά παρέσχε στην Τουρκία το πρόσχημα  που αναζητούσε. Διότι δεν περιορίστηκε μόνο στο να καταγγείλει το πραξικόπημα. Υπογράμμισε ότι το πραξικόπημα ήταν στην ουσία εισβολή της Ελλάδος στην Κύπρο και ότι από αυτή την εισβολή κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.  

Τα ερωτηματικά σε σχέση με τον ρόλο του Μακαρίου και πολλών άλλων παραμένουν αναπάντητα, καθώς τα πιο σημαντικά έγγραφα του φακέλου της Κύπρου παραμένουν απροσπέλαστα στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Εικασίες σχετικά με το ρόλο του Μακαρίου έχω γράψει στο άρθρο μου με τίτλο “Ένα αιρετικό αφήγημα για το πραξικόπημα”.   

Σαφώς όμως την τεράστια ευθύνη για την τουρκική εισβολή και την ανείπωτη καταστροφή που σκόρπισε, τη φέρει η ελληνική Χούντα και οι συνεργάτες της στην Κύπρο.  Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι αυτοί ήξεραν πολύ καλά πως, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε τουρκική εισβολή. Ήταν στο σχέδιο. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Τουρκίας είχαν ξεκινήσει αρκετούς μήνες πριν: Επανδρώθηκε το αεροδρόμιο της Αττάλειας, στρατιωτικές μονάδες μετακινούνταν στις νοτιοανατολικές ακτές της Τουρκίας  και σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα…  

Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι τουρκικές στρατιωτικές μονάδες τέθηκαν σε διαδικασία κίνησης προς την Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός “Bayrak” μετέδιδε ότι έρχεται ο τουρκικός στρατός να σώσει τα αδέλφια του, τους Τουρκοκύπριους. Λίγες ώρες πριν την εισβολή, τα τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη πλησιάσει τη βόρεια ακτή της Κύπρου.   Από τη δική μας πλευρά τι γινόταν όλες εκείνες τις ημέρες για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός κίνδυνος; Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ!  Το 281 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδάκτυλου και θα μπορούσε να είχε βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, στάλθηκε, στις 15 Ιουλίου, από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς στο ΚΕΝ Πάφου, με τη διαταγή να καταπνίξει την εκεί αντίσταση.

Στις 19 Ιουλίου κι ενώ τα τουρκικά πολεμικά ήταν έξω από την Κερύνεια, το 281 διατάχθηκε να στρατοπεδεύσει στην Αθαλάσσα, αντί να τρέξει να επανδρώσει τα πολυβολεία.   Στις 5:30 το πρωί ξεκίνησαν τις πρώτες τους επιδρομές τα τουρκικά πολεμικά  αεροσκάφη, καθώς από τα πλοία αποβιβάζονταν ήδη στρατιώτες και άρματα μάχης.  Στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας άρχισαν να πέφτουν 2 χιλιάδες αλεξιπτωτιστές.  Καμία απάντηση δεν δόθηκε από πλευράς της Εθνικής Φουράς, ενώ το ΡΙΚ ξεκίνησε κανονικά την εκπομπή του στις 6:00 με πρωϊνή γυμναστική, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.   Οι πραξικοπηματίες μιλούσαν για τουρκική άσκηση και δεν έδιναν διαταγές στην Εθνική Φρουρά για δράση. Πέρασαν σχεδόν 3 ώρες μέχρι να δεήσει η χούντα  να δόσει πράσινο φως στο ΓΕΕΦ για να ξεκινήσει η επιστράτευση. Ήταν τότε, γύρω στις 9:30 το πρωί που διατάχθηκε από τους εγκληματίες πραξικοπηματίες το 286 μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού να κατευθυνθεί προς την Κερύνεια, σε φάλαγγα μέσα στον δημόσιο δρόμο, με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τα τουρκικά αεροσκάφη και να κομματιαστούν οι φαντάροι.  

Όλες οι μαρτυρίες μιλούν για μια ακατανόητη και εγκληματική ολιγωρία, που οδήγησε στο θάνατο χιλιάδες νέα παιδιά, που έτρεξαν να υπερασπίσουν την πατρίδα. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν έχουν άλλη απάντηση παρά αυτή: Επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα, για εσχάτη προδοσία.   Η χούντα είχε αποφασίσει να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια να απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία κι από την άλλη να λύσει το Κυπριακό με την “καθαρή” λύση της διχοτόμησης,  χωρίς ελληνική υπογραφή αλλά διά της βίας των τουρκικών όπλων.  

Για το τεράστιο εκείνο έγκλημα δεν λογοδότησε κανείς από τους πραγματικά υπαίτιους. Καμία δίκη δεν έγινε, κανένας δεν πλήρωσε ούτε το ελάχιστο τίμημα για την εθνική προδοσία. Πολλοί κατηγορούν τον Καραμανλή γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή ξεχνούν ότι κι ο Μακάριος, επιστρέφοντας στην Κύπρο, πρόσφερε από την πρώτη στιγμή “κλάδον ελαίας” σε εκείνους που προετοίμασαν και διέπραξαν το πραξικόπημα κι ολιγώρησαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής, στέλνοντας στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους και στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες άλλους.  

Το γιατί όμως οι νόμιμες κυβερνήσεις Καραμανλή στην Ελλάδα και Μακαρίου στην Κύπρο, αποφάσισαν να κουκουλώσουν το μεγαλύτερο ιστορικά έγκλημα εις βάρος του κυπριακού Ελληνισμού, παραμένει ένα ερώτημα εξίσου βασανιστικό και αναπάντητο. Όπως και το γιατί σχεδιάστηκε το έγκλημα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί συνεργοί της χούντας και ποιες οι πραγματικές τους προθέσεις.   Σοβαρές απαντήσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη, ούτε από το πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων, ούτε από το πόρισμα παρωδία της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων. Η ιστορική ετυμηγορία στο τεράστιο αυτό ζήτημα εξακολουθεί να εκκρεμεί.

ΕΝΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα καταδικάζουμε το πραξικόπημα που διενήργησε στις 15 Ιουλίου 1974 η στρατιωτική χούντα της Ελλάδας, υπό τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, εναντίον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στην Κύπρο. Το λέμε «πραξικόπημα» αλλά η επίσημη καταγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη αναφερόταν σε εισβολή της Ελλάδας στην Κύπρο, όπως και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε πέντε μέρες αργότερα.

Τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ής Ιουλίου 1974, τα τουρκικά πολεμικά πλοία ήταν στα ανοικτά της Κερύνειας πλησιάζοντας την ακτή του «Πέντε Μίλι» και τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν εικόνες. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατάγγειλε την ελληνική εισβολή. Όχι μόνο δεν είπε οτιδήποτε για τα τουρκικά πλοία που πλησίαζαν την Κύπρο, όχι μόνο δεν προειδοποίησε την Τουρκία να μην πραγματοποιήσει εισβολή αλλά αντίθετα κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να ενεργήσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο διότι, εκτός από τους Ελληνοκύπριους, η ελληνική εισβολή έθετε σε κίνδυνο και τους Τουρκοκύπριους.

Να το γράψω όσο απλά γίνεται: Με τη διατύπωσή του ο Μακάριος, εμμέσως πλην σαφώς, έδινε στην Τουρκία τη νομιμοποίηση που χρειαζόταν για να εισβάλει στην Κύπρο. Από τότε η Τουρκία επικαλείται εκείνη την ομιλία κάθε φορά που την κατηγορούμε στα διεθνή βήματα ότι διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι διενήργησε «ειρηνευτική επιχείρηση», για να μας σώσει. Ίσως γι’ αυτό επίσης δεν υπάρχει μέχρι σήμερα σε κανένα ψήφισμα του ΟΗΕ καταδίκη της Τουρκίας για την εισβολή της στην Κύπρο.

Στο επίσημο αφήγημα για το πραξικόπημα, ο Μακάριος είχε προειδοποιηθεί για το πραξικόπημα,  από ξένους διπλωμάτες και άλλους παράγοντες και ότι απάντησε με αφέλεια νηπίου και όχι ωριμότητα ηγέτη πως «δεν πίστευε ότι ελληνικό χέρι θα έστρεφε όπλο εναντίον του». Το σαββατοκύριακο πριν από την πιθανότερη ημερομηνία εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο Μακάριος διανυκτέρευσε στην εξοχική προεδρική κατοικία του Τροόδους και κατέβηκε στο προεδρικό το πρωί της Δευτέρας 15 Ιουλίου.

Στη διαδρομή πέρασε ακριβώς έξω από την επιλαρχία των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμιθιά, χωρίς κανείς να τον σταματήσει. Τον άφησαν να περάσει έξω από την πύλη τους και μετά ξεκίνησαν τα τανκς να πάνε να τον βρούνε στο προεδρικό. Φτάνοντας στο προεδρικό τα άρματα και οι λοκατζήδες, δεν θεώρησαν αναγκαίο να περικυκλώσουν το κτίριο. Σχημάτισαν ένα πέταλο κι άφησαν ελεύθερο το πίσω μέρος του προεδρικού μεγάρου, το μονοπάτι που περνούσε μέσα από τον Πεδιαίο Ποταμό και έβγαινε στην οδό Προδρόμου.

Διαφεύγοντας από εκεί και βγαίνοντας στο δρόμο, μαζί με τον υπασπιστή του, ο Μακάριος σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και ζήτησε από τον οδηγό να του το δώσει. Αρχικά μετέβη στην Κλήρου κι έπειτα από εκεί ξεκίνησε για τη μονή Κύκκου. Ούτε στο μοναστήρι σκέφτηκαν οι πραξικοπηματίες να στείλουν ένα άγημα αλλά ούτε και στη μητρόπολη της Πάφου, όπου ο Μακάριος κατέληξε το απόγευμα της Δευτέρας. Στην Πάφο, ο τεχνικός του ΡΙΚ ένωσε τον αναμεταδότη του ραδιοφώνου με ένα πρόχειρο στούντιο, από το οποίο ο Μακάριος απηύθυνε το γνωστό διάγγελμα «ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις…».

Από την ημέρα της εισβολής μέχρι σήμερα υπήρχε πάντοτε η πικρία στην κυπριακή κοινή γνώμη ότι πίσω από τα γεγονότα του 1974 κρυβόταν «αγγλοαμερικανικός δάκτυλος». Αλλά ήταν οι Εγγλέζοι εκείνοι που φιλοξένησαν τον Μακάριο στις βάσεις τους στην Επισκοπή κι από εκεί τον μετέφεραν με ελικόπτερο μέχρι τη Μάλτα κι έπειτα αεροπορικώς στο Λονδίνο, όπου και τον φιλοξένησαν. Τρεις ημέρες αργότερα μετέβη στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να καταγγείλει από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την ελληνική εισβολή, όπως έγραψα και στη δεύτερη παράγραφο.

Ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος του Μακαρίου στα γεγονότα δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, ενόσω τα πιο σημαντικά αρχεία, που αφορούν τα γεγονότα του πραξικοπήματος και της εισβολής, κρατούνται ακόμη ερμητικά κλειστά και δεν δίνονται στη δημοσιότητα. Αν οι ευθύνες αφορούσαν μόνο τη χούντα, δε νομίζω ότι θα τα κρατούσα ακόμη σαν εφτασφράγιστα μυστικά.

Αντί του επίσημου αφηγήματος, σας προτείνω το εξής σενάριο:

Οι ξένοι που σχεδίασαν και συντόνισαν στο παρασκήνιο τα θλιβερά γεγονότα του 1974 (αμερικανικές και βρετανικές μυστικές υπηρεσίες), είχαν αποφασίσει να εξυπηρετήσουν ένα σχέδιο οριστικής λύσης του Κυπριακού με γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, ώστε να σταματήσουν οι προστριβές στην Κύπρο ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Τον δικτάτορα Ιωαννίδη δεν ήταν δύσκολο να τον πείσουν. Εξάλλου ο ίδιος, σε ανύποπτο χρόνο, είχε πει ότι το Κυπριακό μόνο με διχοτόμηση θα μπορούσε να λυθεί, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θα δέχονταν ποτέ να παραχωρήσουν γη στους Τουρκοκύπριους για να γίνει αυτό το πράγμα. Από την άλλη ο Μακάριος, που τα πήγαινε πολύ καλά με τη χούντα του Παπαδόπουλου, αντιμετώπισε την ψυχρότητα της χούντας του Ιωαννίδη. Άρχισαν τότε να τον πολιορκούν στο παρασκήνιο σταλμένοι των αγγλοαμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Έλληνες και ξένοι πολιτικοί και διπλωμάτες, οι οποίοι τον έπεισαν ότι τελικά ίσως έπρεπε να γίνει το πραξικόπημα για να ακολουθήσει η τουρκική εισβολή, με μια ελεγχόμενη στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας, η οποία θα προκαλούσε την πτώση της χούντας.

Οι ίδιοι έπεισαν από την άλλη και τον «αόρατο δικτάτορα» ταξίαρχο Ιωαννίδη ότι μόνο απομακρύνοντας τον Μακάριο με πραξικόπημα θα μπορούσε να επιτευχθεί επιτέλους πολιτική διευθέτηση στην Κύπρο, η οποία θα τερμάτιζε και την προβληματική για το ΝΑΤΟ αλλά και για την ίδια την Ελλάδα, διένεξή της με την Τουρκία. Είπαν και σ’ αυτόν ότι η τουρκική επιχείρηση θα ήταν περιορισμένης έκτασης και ότι, όσο λιγότερη ήταν η αντίσταση απέναντι στην εισβολή, τόσο λιγότερη θα ήταν και η αιματοχυσία. Οπότε θα έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος να μην μπορέσει η Εθνική Φρουρά να εκδηλώσει σοβαρή αντίσταση.

Στον Μακάριο είπαν ότι δεν θα κινδύνευε η ζωή του, ούτε θα συλλαμβανόταν κι ότι θα τον μετέφεραν στον ΟΗΕ οι Βρετανοί, για να καταγγείλει την ελληνική εισβολή, ώστε να ακολουθήσει μια συμφωνημένα περιορισμένης έκτασης τουρκική επιχείρηση, που θα προκαλούσε την πτώση της χούντας.

Από την άλλη στον Ιωαννίδη είπαν ότι ο Μακάριος δεν έπρεπε να σκοτωθεί, ούτε να συλληφθεί, διότι οι συνέπειες θα ήταν ανεξέλεγκτες. Ότι ο Μακάριος θα έπρεπε να αφεθεί να φύγει από την Κύπρο, μέσω των βρετανικών βάσεων και να ζήσει στην εξορία, όπως ζούσαν εξάλλου και πολλοί Έλληνες πολιτικοί. Ότι επίσης δεν θα έπρεπε να υπάρξει σθεναρή αντίσταση εναντίον της τουρκικής επιχείρησης, ώστε να μην προκληθεί αιματοχυσία. Ότι η Τουρκία θα κατελάμβανε τις περιοχές που ήταν στο συμφωνημένο σχέδιο, για να μεταφέρει εκεί τους Τουρκοκύπριους και να λυθεί έτσι οριστικά το Κυπριακό, είτε με διπλή Ένωση είτε με δημιουργία δύο κρατών, λύσεις που ο Ιωαννίδης θεωρούσε ιδανικές.

Αν έχετε υπόψη σας το πιο πάνω σενάριο, τότε απαντώνται όλες σας οι απορίες:  Γιατί ο Μακάριος δεν έκανε κάτι για να αποτρέψει το πραξικόπημα, ενώ είχε πληροφορίες γι’ αυτό; Γιατί οι πραξικοπηματίες δεν συνέλαβαν τον Μακάριο την ώρα που περνούσε έξω από την επιλαρχία της Κοκκινοτριμυθιάς; Γιατί δεν περικύκλωσαν το προεδρικό; Γιατί δεν μπλόκαραν τις πιθανές διαδρομές από τις οποίες θα έφευγε ο Μακάριος; Γιατί τον Μακάριο τον φυγάδευσαν οι Βρετανοί, που τους κατηγορούμε ως συνυπεύθυνους για το πραξικόπημα και την εισβολή; Γιατί η Εθνική Φρουρά δεν αφέθηκε να αντισταθεί σοβαρά εναντίον του Τούρκου εισβολέα και γιατί πολλές μονάδες λάμβαναν εντολές να μην χτυπήσουν, διότι επρόκειτο τάχα για τουρκική άσκηση; Γιατί δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία του Πενταδακτύλου, που θα μπορούσαν να είχαν βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, πριν αρχίσει η εισβολή αλλά η μονάδα που τα επάνδρωνε στάλθηκε στην Πάφο; Γιατί ο Μακάριος κατάγγειλε στον ΟΗΕ μόνο την ελληνική εισβολή, λέγοντας ότι κινδυνεύουν οι Τουρκοκύπριοι, όταν έβλεπε από την τηλεόραση στη Νέα Υόρκη τα τουρκικά πλοία έτοιμα να αποβιβάσουν στρατό στην Κερύνεια;

Δυστυχώς το επίσημο αφήγημα, το παραμύθι δηλαδή που μας πουλάνε εδώ και δεκαετίες, αδυνατεί να δώσει σοβαρές απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα. Σε αντίθεση με το … αιρετικό σενάριο που σας έχω προτείνει.

Το πραξικόπημα ήταν το πρώτο μέρος του σχεδίου και η τουρκική εισβολή το δεύτερο. Για να επιβληθεί στην Κύπρο μια λύση που, όπως είναι φανερό από τη μέχρι τώρα πορεία του Κυπριακού προβλήματος, βόλευε τελικά όλους όλους. Δυστυχώς για όσους ονειροπόλους πιστεύουμε ακόμη ότι θα μπορούσε αυτό το νησί να είχε μια καλύτερη τύχη από τη διχοτόμηση.

“Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει”.

Πώς μια χθεσινή δήλωση του Μ. Σιζόπουλου καταγγέλλει εμμέσως πλην σαφώς τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον Τάσσο Παπαδόπουλο και το ΔΗΚΟ ότι επιχείρησαν να οδηγήσουν την Κύπρο “στη χειρότερη μορφή διχοτόμησης”, αφήνοντας τον Ν. Παπαδόπουλο εκτεθειμένο απέναντι στην ιστορία αυτού του τόπου, στην ιστορία του κόμματός του, αλλά και του ιδίου του αειμνήστου πατέρα του.

Μια δήλωση του Μαρίνου Σιζόπουλου, ότι ο Ν. Παπαδόπουλος περίπου συμφωνεί με τη θέση της ΕΔΕΚ ότι “η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία είναι η χειρότερη μορφή διχοτόμησης”, έδωσε στον ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ την ευκαιρία να καλέσουν τον πρόεδρο του ΔΗΚΟ να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Ο ίδιος ωστόσο επέλεξε να απαντήσει εύγλωττα …διά της σιωπής του.

Αποτελεί ιστορικό γεγονός ότι ο τελευταίος που έβαλε την υπογραφή του κάτω από τη λύση της ΔΔΟ ήταν το 2006 ο πρόεδρος Παπαδόπουλος (που ήταν και πρόεδρος του ΔΗΚΟ), ο αμέσως προηγούμενος ήταν το 1979 ο πρόεδρος Κυπριανού (που ήταν επίσης πρόεδρος του ΔΗΚΟ) και ο πρώτος ήταν το 1977 ο πρόεδρος Μακάριος (ο οποίος έδωσε τις ευλογίες του για την ίδρυση του ΔΗΚΟ). Συνεπώς δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι την ΔΔΟ την κληροδότησε στην ελληνοκυπριακή κοινότητα το ΔΗΚΟ, ότι με άλλα λόγια “στο ΔΗΚΟ ανήκει κι αυτή η μεγάλη νίκη” και μόνο ένας πολιτικός απατεώνας μπορεί να διαστρέψει την ιστορία κάτα τρόπο που να απαλλάσσει το ΔΗΚΟ από αυτή την ευθύνη. 

Παρόλα αυτά ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ, διεκδικώντας το ρόλο του κολαούζου του κ. Ν. Παπαδόπουλου, ανακοίνωσε ότι πάνω κάτω ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ θεωρεί τη λύση που μας κληροδότησε το ΔΗΚΟ σαν τη “χειρότερη μορφή διχοτόμησης” και παρέπεμψε στην ούτω καλούμενη “Νέα Στρατηγική” του υποψήφιου προέδρου.  Είναι, ωστόσο, απορίας άξιον γιατί έκανε αυτή τη δήλωση ο κολαούζος. Για να ευχαριστήσουμε, ως κυπριακός λαός, τον πρόεδρο του ΔΗΚΟ που παραδέχεται ότι το κόμμα του μας φόρτωσε τη “χειρότερη μορφή διχοτόμησης”; Αν όντως αυτό πιστεύει ο κ. Παπαδόπουλος, γιατί δεν το λέει ο ίδιος, γιατί δεν αποκηρύσσει την ΔΔΟ επίσημα και γιατί βάζει κολαούζους να μας το πούνε;

Όμως “χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει” γι΄αυτό κι ο Μ. Σιζόπουλος παρέπεψε στη “Νέα Στρατηγική” για τη Διχοτόμηση, εκεί όπου ο Ν. Παπαδόπουλος εμμέσως πλην σαφώς αποκηρύττει την ΔΔΟ ως βάση λύσης.  Όποιος διαθέτει στοιχειώδη πολιτική κρίση αντιλαμβάνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η “Νέα Στρατηγική” αποτελεί τον ασφαλέστερο και γρηγορότερο δρόμο προς την αναγνώριση του ψευδοκράτους ως ανεξάρτητης τουρκικής χώρας πάνω στην κατεχόμενη γη των προγόνων μας. Υπέρ της λύσης δύο ανεξάρτητων κρατών (διχοτόμηση) είχε εξάλλου τοποθετηθεί σε συνέντευξή του στον Φιλελεύθερο, την 1η Απριλίου 2015, ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος, τον οποίο, ένα χρόνο αργότερα, κάλεσε ο Νικόλας Παπαδόπουλος να μιλήσει στο μνημόσυνο του πατέρα του, προκειμένου να αναπτύξει τις σκέψεις του.

Όσο για την θέση του κολαούζου του κ. Παπαδόπουλου, προέδρου της ΕΔΕΚ Μαρίνου Σιζόπουλου, ότι τάχα η ΔΔΟ είναι η χειρότερη μορφή διχοτόμησης, αποτελεί τη χειρότερη μορφή πολιτικής απατεωνιάς. Διχοτόμηση με οριστική παράδοση της μισής μας πατρίδας στην Τουρκία είναι με μαθηματική ακρίβεια το τέρμα του δρόμου που επιμένουν να ακολουθήσουμε ο Ν. Παπαδόπουλος και οι κολαούζοι του. Κι η θέση αυτή δεν είναι δική μου, είναι θέση την οποία υποστήριξε με σαφέστατο και κατηγορηματικό τρόπο ο αμείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, σε συνεντεύξεις του όταν ήταν πρόεδρος αυτής της χώρας: ότι τυχόν εγκατάλειψη της ΔΔΟ θα οδηγήσει την Κύπρο στη διχοτόμηση. Τελεία και παύλα.

ΜΕΤΑΞΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΣΕΩΣ, ΕΠΙΛΕΓΩΜΕΝ ΤΗΝ ΑΤΙΜΩΣΙΝ, ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΗΧΗΡΑΣ ΠΟΡΔΗΣ

Ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής του 1974 συγκλήθηκε στη Γενεύη διάσκεψη για την Κύπρο, με τη συμμετοχή των “Εγγυητριών Δυνάμεων” και των δύο Κοινοτήτων, με σκοπό την οριστική επίλυση του Κυπριακού. Η κατάσταση για την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν τραγική, αφού οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις είχαν ήδη δημιουργήσει προγεφύρωμα στην Κερύνεια και παραβίαζαν συνεχώς την εκεχειρία καταλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερα εδάφη, ξεσπιτώνοντας με ασύμμετρη βία τους Ελληνοκύπριους.

Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του  ταξίαρχου Ιωαννίδη, στις 15 Ιουλίου 1974 καθώς και η ομιλία του νόμιμου Προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ης Ιουλίου, που έδωσαν στην Τουρκία το πρόσχημα για να ενεργοποιήσει -κατά τη δική της αυθαίρετη κρίση- το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης, που αναφέρεται στη “Συνθήκη Εγγυήσεως” και να εισβάλει στο νησί.

Ο Γλαύκος Κληρίδης, προεδρεύων της Δημοκρατίας (μετά την πτώση των πραξικοπηματικών κυβερνήσεων σε Ελλάδα και Κύπρο), θεωρούσε ότι δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα επιστροφής στις συνομιλίες -όπως αυτές γίνονταν λίγους μήνες πριν- για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στο ενιαίο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι, ως εκ τούτου, η αποδοχή της ομοσπονδίας, ως βάσης για λύση του Κυπριακού, ήταν αναπόφευκτη. Ήξερε ακόμη πως, αν απέρριπτε ασυζητητί την τουρκική πρόταση για δικοινοτική ομοσπονδία στην Κύπρο, ο τουρκικός στρατός θα προέλαυνε, για να καταλάβει τα εδάφη που ήθελε, ανατολικά προς Καρπασία, νοτιοανατολικά προς Αμμόχωστο, νότια προς τη Λευκωσία και δυτικά προς τη Μόρφου.

Ρώτησε λοιπόν ο Κληρίδης παρασκηνιακά τους Βρετανούς και τους Ρώσους αν είχαν πρόθεση να προστατέψουν στρατιωτικά την Κύπρο, σε περίπτωση νέας τουρκικής προέλασης. Οι Βρετανοί καταδίκασαν τη χρήση στρατιωτικής βίας εκ μέρους της Τουρκίας, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να λάβουν άλλα μέτρα πέρα από το να υποβοηθήσουν στις διαπραγματεύσεις για λύση του Κυπριακού. Οι Ρώσοι τού είπαν ότι η Σοβιετική Ένωση μόνο σε συνεργασία με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση, γνωρίζοντας βέβαια ότι οι Αμερικάνοι δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν κάτι τέτοιο.

Κάτω από το βάρος εκείνων των εντελώς αρνητικών δεδομένων ο Κληρίδης προσπάθησε να πείσει τους δικούς μας, δηλαδή τον Μακάριο, τους λοιπούς Ελληνοκύπριους πολιτικούς παράγοντες και την Ελλάδα (του Καραμανλή πλέον), ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, παρά να αποδεκτούν κατ’ αρχήν την ομοσπονδία, ως βάση λύσης και πάνω σ’ αυτή τη βάση να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Όπως μάλιστα είπε σε συνέντευξή του ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο Κληρίδης τούς ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος να αποδεκτεί την ομοσπονδία και να αυτοκτονήσει αλλά ο ίδιος (ο Βάσος Λυσσαρίδης) τον προέτρεψε να αυτοκτονήσει μεν αλλά να μην την αποδεχτεί. Η απάντηση του Μακαρίου και των Ελληνοκυπρίων παραγόντων ήταν ένα βροντερό ΟΧΙ.

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ήταν αρνητικός στην αποδοχή της ομοσπονδίας, αλλά ο  Υπουργός Εξωτερικών, Γεώργιος Μαύρος (που προερχόταν από την Ένωση Κέντρου), ταυτίστηκε πλήρως με τη θέση του Μακαρίου κι έκανε την περίφημη δήλωση ότι “μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, η Ελλάς δεν έχει επιλογήν”. Ο Κληρίδης δεν είχε πλεόν τη δυνατότητα να ελιχθεί, ούτε καν να  πει ότι δέχεται την ομοσπονδία μαζί και με άλλες ιδέες, όπως ήταν και ο σκοπός του. Προσπάθησε παρόλα αυτά να κερδίσει χρόνο. Είπε στη διάσκεψη ότι ήθελε να του δοθεί χρονικό περιθώριο 48 ωρών για να διαβουλευθεί με τον Μακάριο και τους άλλους Ελληνοκύπριους παράγοντες κι ότι θα εξέταζε όλες τις προτάσεις “με ανοιχτό μυαλό”. Ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Τουράν Γκιουνές, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν επρόκειτο να εμποδίσει την τουρκική προέλαση, θεώρησε την απάντηση αρνητική και αρνήθηκε να παραχωρήσει έστω κι αυτό το μικρό χρονικό περιθώριο.

Έτσι, τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974 ξεκίνησε η δεύτερη και πιο βάρβαρη φάση της τουρκικής εισβολής, στην οποία ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το 36% του εδάφους της Κύπρου, σκοτώνοντας χιλιάδες ανθρώπους, στρατιώτες και γυναικόπαιδα, βιάζοντας γυναίκες κάθε ηλικίας και ξεσπιτώνοντας τελικά 160 χιλιάδες Ελληνοκύπριους από τα σπίτια και τις περιουσίες τους.

Ο πόλεμος είχε αρχίσει. Όμως η Ελλάδα δεν ήταν εκεί. Η βαρύγδουπη δήλωση του Γεώργιου Μαύρου αποδείχτηκε σύνθημα κενό περιεχομένου, μια διπλωματική μπλόφα η οποία ήχησε τελικά ως βροντώδης πορδή, αφού μεταξύ του πολέμου και της ατιμώσεως, η Ελλάς προτίμησε τελικώς την ατίμωσιν.  Ήταν μια μπλόφα την οποία βεβαίως δεν πίστεψε κανείς από τους εμπλεκόμενους, παρά μόνο ο δύστυχος κυπριακός ελληνισμός, την ώρα που τον βομβάρδιζαν τα τουρκικά μαχητικά και περίμενε με αγωνία την Ελλάδα να επέμβει.

Την ώρα που ο Τούρκος ξεκινούσε τις μηχανές των τανκ κι απογείωνε από τη Μερσίνα τα πολεμικά αεροσκάφη για να πραγματοποιήσει την εφιαλτική δεύτερη φάση της εισβολής, τα υπερσύχρονα ελληνικά F4 παρέμειναν καθηλωμένα στο έδαφος. Η Ελλάδα, ο Μακάριος και άλλοι παρίσταναν τους μάγκες μόνο στα λόγια, καθώς οι ίδιοι ήταν πολύ μακριά από την κόλαση της εισβολής. Το βαρύτατο τίμημα το πλήρωσε μόνος ο δυστυχής κυπριακός λαός, “καλός κι αγαπημένος, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδωμένος”, κατά τον ποιητή. Καμία εναλλακτική στρατηγική δεν είχαν, κανένα ουσιαστικό σύμμαχο, καμία άλλη πόρτα να χτυπήσουν. Είπαν ένα στείρο κι άγονο ΟΧΙ κι άφησαν τον κοσμάκη να καίγεται.

Πολλοί θεωρούν πως το ΟΧΙ υπό την απειλή βίας ήταν μια αξιοπρεπής απάντηση, έστω κι αν η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτή την απάντηση ως πρόσχημα για να προχωρήσει στη βίαιη κατάληψη εδάφους μεγαλύτερου από εκείνο που ήταν διατεθειμένη να δεχτεί σε μια τελική λύση ομοσπονδίας.  Αν όμως εκείνη ήταν η πρέπουσα, η αξιοπρεπής απάντηση των Ελληνοκυπρίων, τότε γιατί ο Μακάριος ήρθε τρία χρόνια αργότερα (στις 12 Φεβρουαρίου 1977) και συμφώνησε με τον Ντενκτάς την ομοσπονδία; Πού πήγε η αξιοπρέπεια; Πού πήγε η εθνική περηφάνεια; Αν ήταν για να την αποδεχτεί τελικά, γιατί δεν το έκανε την κρίσιμη εκείνη ώρα της φωτιάς;

Κάνω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι είχε ιστορικό ο Μακάριος στο να αποφασίζει ή να μετανιώνει συνήθως άκαιρα. Το 1956 υπαναχώρησε από τη συμφωνία του με τους Άγγλους για παραχώρηση αυτοκυβέρνησης. Ήθελε Ένωσιν και μόνον Ένωσιν. Συνεχίστηκε λοιπόν ο αγώνας της ΕΟΚΑ, τα παλληκάρια συνέχισαν να σκοτώνονται για την Ένωσιν και 3 χρόνια μετά ο Μακάριος αποφάσισε ότι τον αρκεί και η ανεξαρτησία. Το 1959 υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου για ανεξαρτησία και 3 χρόνια αργότερα αποφάσισε ότι ήθελε να αλλάξει το Σύνταγμα που ο ίδιος συμφώνησε. Το 1964, μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία, διακήρυξε ξανά την Ένωση.  Παρόλα αυτά, το  1968 ξεκίνησαν συνομιλίες για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Όταν οι διαπραγματευτές Κληρίδης και Ντενκτάς έφτασαν σε συμφωνία, με την οποία οι Τ/κ αποδέχονταν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αυτός πήγε σε εθνικό μνημόσυνο στην Γιαλούσα και διακήρυξε ξανά “Ένωσιν και μόνον Ένωσιν”. Όταν 7 μήνες αργότερα έγινε η εισβολή, ο Μακάριος επέστρεψε στην ιδέα της επιστροφής των Τ/κ στην Κυπριακή Δημοκρατία και απέρριψε την ομοσπονδία, την οποία δέχτηκε όμως 3 χρόνια αργότερα, αλλά στην ομιλία του στην επέτειο της εισβολής, 5 μήνες μετά, φάνηκε σαν να άλλαξε γνώμη πάλι και μιλούσε για μακροχρόνιο αγώνα.  Δυστυχώς ο Μακάριος απεβίωσε λίγες ημέρες μετά την τελευταία του ομιλία, σε ηλικία 64 ετών και έτσι δεν μάθαμε ποτέ αν εννοούσε αυτά που έλεγε στην ομιλία ή αν θα άλλαζε ιδέα πάλι. Χωρίς σε καμία περίπτωση να προσπερνώ τις τεράστιες ευθύνες της ελληνικής χούντας, του Γεώργιου Γρίβα, της ΕΟΚΑ Β’ και άλλων, επισημαίνω ότι ηγέτης αυτού του λαού ήταν ο Μακάριος και δυστυχώς τις παλινωδίες του ο κυπριακός λαός τις πλήρωσε με αίμα.

Επιστρέφω στο τραγικό καλοκαίρι του 1974 για να επισημάνω ότι, στη σημειολογία της πολιτικής, ο χειρισμός του Μακαρίου (διά του Κληρίδη) και της Ελλάδος (διά του Γεωργίου Μαύρου), ήταν σαν να προσπαθείς να ρίξεις ένα τοίχο χτυπώντας τον με το κεφάλι σου. Καθώς δεν μπορούσαμε να αναχαιτίσουμε την τουρκική εισβολή και δεν είχαμε τη βοήθεια κανενός, ούτε καν της Ελλάδας, η μόνη εναλλακτική επιλογή ήταν ο διπλωματικός ελιγμός. Η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αποδεκτεί τουλάχιστον να εξετάσει την ιδέα της ομοσπονδίας (την οποία έτσι κι αλλιώς αποδέκτηκε αργότερα) σαν βάση λύσης, ώστε να αφαιρέσει από την Τουρκία το πρόσχημα για την δεύτερη εισβολή. Ίσως ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί το θανατικό, η καταστροφή και η βίαιη κατάληψη της πατρίδας μας. Βεβαίως ούτε ο Μακάριος, ούτε η ελληνική κυβέρνηση, ούτε κανείς απο τους λοιπούς πολιτικούς παράγοντες αυτού του τόπου είχαν την πολιτική ωριμότητα, κάτω μάλιστα κι από τη φοβερή πίεση των γεγονότων, να σκεφτούν πολιτικά. Όρθωσαν το κεφάλι μας (του λαού, όχι το δικό τους) περήφανα μπροστά στην τουρκική χατζάρα κι ο Τούρκος, με ένα χραπ, το έκοψε.

Η Τουρκία κατέλαβε η μισή Κύπρο κι από τότε αλλάζει το δημογραφικό της χαρακτήρα με τον εποικισμό, την εκτουρκίζει θρησκευτικά και πολιτισμικά, διατηρεί εδώ 40 χιλιάδες στρατό και στοχεύει ξεκάθαρα στην διχοτόμηση, ή “τη λύση δύο κρατών”, όπως πλασάρεται τώρα τελευταία. Δεν υπάρχει για τον κυπριακό Ελληνισμό πιο ατιμωτική κατάσταση από αυτή κι όμως κάποιοι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι αποτελεί εθνικη αξιοπρέπεια και περηφάνεια να βομβαρδίζουν την Τουρκία με πορδές, δηλαδή με κούφια λόγια και συνθήματα, αντί να δουν με ποιο τρόπο θα ελευθερώσουμε αυτό τον τόπο.

Βεβαίως όλοι αυτοί που διεκδικούν την ψήφο μας, ξέρουν πολύ καλά πως με τα κούφια συνθήματα δεν πρόκειται να φύγει η Τουρκία από την Κύπρο. Ξέρουν όμως επίσης πολύ καλά ότι δυστυχώς αυτά τα συνθήματα ακούγονται ωραία στα αυτιά μιας μεγάλης αφελούς μάζας αυτού του λαού, που συνηθίζει να αγοράζει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Βομβαρδίζοντας την Τουρκία με ηχηρές πορδές…

Ήχησαν και σήμερα οι ηρωικές κομματικές πορδές, με την ευκαιρία της μαύρης επετείου του ασύμμετρου και βάρβαρου τουρκικού βομβαρδισμού της Τηλλυρίας, με χημικές βόμβες Ναπάλμ, τον Αύγουστο του 1964. Βομβάρδισαν ηχηρά τον Τούρκο κατακτητή όπως τον βομβαρδίζουν κάθε χρόνο τέτοια μέρα αλλά και κάθε μέρα, σε κάθε δοθείσα ευκαιρία.

Βομβάρδισε βομβάρδισε όμως, ο Τούρκος δεν φεύγει από την Κύπρο. Έχει ριζώσει μέσα στον τόπο μας κι όλοι αυτοί που δεν χάνουν ευκαιρία να εκτονωθούν, σαν σε ονείρωξη, με το ακατάσχετο μπλα μπλα τους, δεν ξόρτωσαν οι ανεπαρκείς και κατώτεροι των περιστάσεων να ελευθερώσουν αυτό τον τόπο, που βρίσκεται ήδη 43 χρόνια υπό κατοχή. Όλοι τους, από τους πιο φανατικούς της λύσης ως τους πιο κυνικούς διχοτομικούς, κρύβονται πίσω από την τουρκική αδιαλλαξία, για να καλύψουν τη δική τους ΑΠΟΤΥΧΙΑ. Λες κι εναπόκειται στην καλή διάθεση του κατακτητή αν θα φύγει από τον τόπο που καταπατά διά της απειλής των όπλων.

Όλοι αυτοί οι ανεπαρκείς, με τα ανώφελα μπλα μπλα, που κάνουν καριέρα με το Κυπριακό, όχι μόνο δεν κατάφεραν να ενοχλήσουν στο ελάχιστο την Τουρκία τόσα χρόνια αλλά αντίθετα την διευκόλυναν στα σχέδιά της να διχοτομήσει ντε φάκτο την Κύπρο και να έχει πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής την ντε γιούρε διχοτόμηση.

Κι αφού είναι η επέτειος της Τηλλυρίας, να θυμίσω ότι το αιματοκύλισμα του 1963-64 που ακολούθησε την τουρκοκυπριακή ανταρσία, ξεκίνησε από την ακατανόητη ενέργεια του Μακαρίου να αλλάξει 13 σημεία του Συντάγματος ΧΩΡΙΣ να δικαιούται βάσει του Συντάγματος και κυρίως χωρίς να διαβουλευθεί από πριν με ΚΑΝΕΝΑ (ούτε με την Ελλάδα), χωρίς να έχει την κάλυψη μεγάλων δυνάμεων κι έριξε αυτό το λαό σε περιπέτειες, που τον πότισαν αίμα και δάκρυα.

Θα μου πείτε, αντί να επικρίνεις την Τουρκία επικρίνεις τον Μακάριο και την πολιτική μας ηγεσία; Απαντώ: Η Τουρκία είναι η Τουρκία που ξέρουμε. ΒΡΗΚΕ ΚΙ ΕΚΑΝΕ! Αυτοί, οι δικοί μας έπαιξαν το παιχνίδι της και συνεχίζουν να το παίζουν μέχρι σήμερα. Από τότε που οι Τούρκοι έκαιγαν με τις Ναπάλμ την Τηλλυρία κι ήμουν εγώ μες στην κοιλιά της μάνας μου, μέχρι σήμερα που έγινα 52 χρονών και παππούς…

Η ΧΟΥΝΤΑ ΘΕΩΡΟΥΣΕ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΠΙΟ “ΚΑΘΑΡΗ” ΛΥΣΗ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ. ΕΣΥ;

Στις 15 Ιουλίου 1974 η κυπριακή Εθνική Φρουρά, έπειτα από διαταγή του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη (του  ισχυρού άντρα της στρατιωτικής χούντας, που σφετεριζόταν τότε την εξουσία στην Ελλάδα), διενήργησε, με τη βοήθεια και της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, πραξικόπημα εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Στο δικό μου μυαλό δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί στην Τουρκία η αφορμή να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει μέρος του βορείου τμήματος του νησιού, ώστε το Κυπριακό να λυθεί οριστικά με διχοτόμηση. Γι’ αυτό και δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις απόβασης, δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο (που θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα αποβατικά πλοία) και σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις διατάχθηκαν να μην χτυπήσουν τις τουρκικές διότι – όπως τους έλεγαν – “επρόκειτο για άσκηση. 

Σύμφωνα με διάφορες πηγές ο “αόρατος δικτάτορας”, Δημήτριος Ιωαννίδης, θεωρούσε το Κυπριακό ως τον μεγαλύτερο βραχνά για την Ελλάδα, γι’ αυτό και μόλις ανέτρεψε τον προηγούμενο δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον Νοέμβρη του 1973, έθεσε ως προτεραιότητα του να απαλλάξει τη χώρα του από αυτό το πρόβλημα,  με τη λύση που εκείνος θεωρούσε ως την καλύτερη και πιο λειτουργική: το γεωγραφικό και πολιτικό διαζύγιο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως καθαρά ελληνικό κράτος, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, αλλά και χωρίς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνο. 

Ο Ιωαννίδης θεωρούσε ως καλύτερη λύση τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ήξερε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο από τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς ή το λαό, καθώς θα εθεωρείτο εθνική προδοσία. Έπρεπε συνεπώς να βρεθεί ένας τρόπος αυτή η λύση να επιβληθεί με “βίαιο τρόπο” και φαινομενικά χωρίς την έγκριση της Ελλάδας. 

Έχοντας άμεση πρόσβαση στη CIA (σύμφωνα με αμερικανικές πηγές) και με την αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε, ο δικτάτορας προώθησε σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου, το οποίο συμφώνησαν μαζί με την τουρκική ηγεσία: Να γίνει πρώτα το πραξικόπημα, να ακολουθήσει απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο κι η κατάληψη μέρους του βορείου τμήματος του νησιού κι αμέσως μετά να μετακινηθεί ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός στην κατεχόμενη περιοχή, αφού θα γίνονταν στη διάρκεια της εισβολής πράξεις βίας από Ελληνοκύπριους εις βάρος Τουρκοκυπρίων σε τουρκοκυπριακά χωριά στο νότο, ώστε από τη μια οι Τουρκοκύπριοι να τρομοκρατηθούν και να δεχτούν να φύγουν κι από την άλλη να δοθεί και μια εξ αντικειμένου εύλογη αφορμή για μια τέτοια μετακίνηση. 

Το σχέδιο προέβλεπε ότι δεν θα υπήρχε αντίσταση στον τουρκικό στρατό, ώστε να μην υπάρξουν πολλά θύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προέβλεπε επίσης κατάληψη ενός πολύ μικρότερου μέρους της Κύπρου. Δυστυχώς όμως ο Ιωαννίδης (πέρα από την προδοτική του πράξη να παραδώσει κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία) δεν προέβλεψε την αναξιοπιστία της τουρκικής ηγεσίας. Ο τουρκικός στρατός όχι μόνο χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία, αλλά και κατέλαβε πολύ μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου από εκείνο που προέβλεπε το σχέδιο.

Παρόλο που ο στόχος ήταν άκρως προδοτικός, το μήνυμα που δόθηκε στους εθνικιστές και στους αντιμακαριακούς ήταν ότι το πραξικόπημα γίνεται για να διωχθεί ο “ανθέλληνας” Μακάριος και να ανοίξει ο δρόμος για τον προαιώνιο πόθο των Κυπρίων για Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Διότι, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Άγγλος συγγραφέας Σάμιουελ Τζόνσον, “το καταφύγιο του απατεώνα είναι ο πατριωτισμός”. 

Σε ό,τι αφορά τον Μακάριο, το επίσημο αφήγημα τον παρουσιάζει σαν ηρωομάρτυρα, που επέζησε του πραξικοπήματος και αγωνίστηκε για τη σωτηρία της Κύπρου. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακάριος προειδοποιούσε πως τυχόν πραξικόπημα εναντίον του θα έφερνε τη διχοτόμηση.  Πολλοί τον είχαν προειδοποιήσει ότι ο Ιωαννίδης θα τον ανατρέψει. Εκείνος όμως απαντούσε πως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε έστω και ένας Έλληνας που θα έδινε στην Τουρκία την αφορμή να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρόλα αυτά, στις 20 Ιουλίου και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η τουρκική εισβολή, ο Μακάριος κατάγγειλε από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο  και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να δράσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε παραβιαστεί.  Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία, που ήταν ήδη έτοιμη για την εισβολή, με τα πολεμικά της πλοία στα ανοικτά της Κερύνειας (σύμφωνα με το σχέδιο που είχε συμφωνήσει με τον Ιωαννίδη και τη CIA) είχε πια και την κάλυψη που της έδωσε το λεκτικό της καταγγελίας του νόμιμου προέδρου της Κύπρου. 

Σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα επίσης, το σαββατοκύριακο πριν το πραξικόπημα, ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία στο Τρόοδος ενώ το πρωί της Δευτέρας 20 Ιουλίου 1974, ήταν πίσω στο γραφείο του στο προεδρικό μέγαρο με μια ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο, όταν άρχισαν να πέφτουν  βροχή οι σφαίρες των πολυβόλων κι οι οβίδες των αρμάτων πάνω στο κτίριο. Παρά το γεγονός ότι το προεδρικό γραφείο διαθέτει παράθυρα, κανείς δεν έβαλε από τα παράθυρα μέσα στο γραφείο ούτε περικυκλώθηκε το κτίριο, δεν έπαθε κανείς τίποτα από όσους ήταν μέσα στο γραφείο κι έτσι ο  Μακάριος διέφυγε από το πίσω μέρος του προεδρικού, περπάτησε μέσα από το δασύλιο και τον ποταμό Πεδιαίο και βγήκε στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο που τον μετέφερε στην Κλήρου κι από εκεί έφυγε με άλλο αυτοκίνητο για την Παναγιά της Πάφου. Από την Παναγιά κατέβηκε στην πόλη της Πάφου από όπου και απηύθυνε από ένα πρόχειρα στημένο ραδιοσταθμό το ιστορικό του διάγγελμα, στο οποίο έλεγε ότι είναι ζωντανός και ότι είναι συναγωνιστής και σημαιοφόρος στον κοινό αγώνα.  Έπειτα πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί έφυγε με βρετανικό ελικόπτερο για τη Μάλτα, για να συνεχίσει αργότερα το ταξίδι προς το Λονδίνο. 

Οι πραξικοπηματίες, από την πλευρά τους, αφού πρώτα πάγωσαν την Κύπρο με την ψευδή ανακοίνωση στο ΡΙΚ ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, στη συνέχεια διόρισαν “πρόεδρο” τον Νίκο Σαμψών, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι παραβιάστηκε η συνταγματική τάξη. Έπειτα κυνήγησαν και σκότωσαν μακαριακούς κι αριστερούς και, στη διάρκεια της εισβολής, όπως προέβλεπε το διχοτομικό σχέδιο, μπήκαν σε τουρκοκυπριακά χωριά και σκότωσαν γυναικόπαιδα, ώστε να δώσουν την αφορμή για την ανταλλαγή των πληθυσμών, που αποτέλεσε κεφαλαιώδους σημασίας βήμα προς τη διχοτόμηση.

Η 15η Ιουλίου είναι η επέτειος μιας ασύλληπτης εθνικής προδοσίας, που οδήγησε τον κυπριακό ελληνισμό στην χειρότερη καταστροφή της μακράς ιστορίας του σε τούτο τον τόπο, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να ξεριζώνονται από τη γη των πατέρων τους κι ένα ολόκληρο λαό να θρηνεί χιλιάδες νεκρούς κι αγνοούμενους. Διότι κάποια άρρωστα μυαλά στην Ελλάδα και στην Κύπρο πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα δινόταν στο Κυπριακό μια “καθαρή” λύση. Μια λύση που θα έβγαζε εντελώς από τα πόδια μας τους Τουρκοκύπριους, προκειμένου να έχουμε ένα κράτος καθαρά δικό μας, καθαρά ελληνικό, ένα κράτος όπως αυτό που λειτουργεί από το 1960 μέχρι σήμερα, το κράτος της κουμπαροκρατίας και της κομματοκρατίας, το κράτος της διαπλοκής, της διαφθοράς, της κλεψιάς. 

Λυπούμαι να πω ότι δυστυχώς τα ίδια μυαλά, που προτιμούν τη λύση που ήθελε κι ο Ιωαννίδης για την Κύπρο, εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Είναι αυτοί που κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους η κατάσταση να παραμένει ως έχει, ώσπου να μονιμοποιηθεί οριστικά η διχοτόμηση. Μερικοί από αυτούς βέβαια θα εξαπολύσουν σήμερα μύδρους εναντίον της χουντικής προδοσίας. Στο τέλος όμως η ουσία είναι ότι τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν, προβάλλοντας κι αυτή τη φορά στο λαό απατηλά, ψευδοπατριωτικά συνθήματα, κατά τη γνωστή ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον. 

Ας αρχίσουμε να σκεπτώμεθα ότι η διχοτόμησις δεν είναι κακή…

“Ας αρχίσωμεν να σκεπτώμεθα ότι η μη λύσις δεν είναι κακό, διότι είναι προτιμότερη η μη λύσις από μία κακήν λύσιν” επανάλαβε χθες,  για δεύτερη φορά μέσα σε 24 ώρες, ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’, μιλώνας μάλιστα μπροστά στους προέδρους της Κύπρου και της Ελλάδας. 

Ας αρχίσωμεν λοιπόν να σκεπτώμεθα…

Να χαρίσουμε στην Τουρκία την Κερύνεια, τη Λάπηθο, την Αμμόχωστο, τη Μόρφου, τη Γιαλούσα, την Ακανθού, τον Απόστολο Ανδρέα κι όλη την Καρπασία, τη Λύση (ναι, το χωριό σου Γρηγόρη Αυξεντίου, σόρι), το Δίκωμο (ναι, τον τόπο όπου είναι το κρησφύγετό σου Κυριάκο Μάτση, σόρι), τη Λάπηθο του Πράξανδρου, τη Σαλαμίνα του Τεύκρου, όλη την κατεχόμενη μας πατρίδα, που για δύομισι χιλιάδες χρόνια οι Έλληνες πρόγονοί μας πότιζαν με τον ιδρώτα και το αίμα τους και σόρι ήρωες που δώσατε τη ζωή σας για την ελευθερία ολόκληρου του νησιού μας και όχι του μισού. 

Να αφήσουμε 40 χιλιάδες πάνοπλους Τούρκους στρατιώτες να σημαδεύουν εμάς και τα παιδιά μας, για όλα τα χρόνια που θα ‘ρθουν, λίγα μέτρα πίσω από το οδόφραγμα της οδού Λήδρας. 

Να επιτρέψουμε στην Τουρκία να εποικίζει ανεξέλεγκτα την πατρίδα μας, αλλάζοντας την ταυτότητα και το δημογραφικό της χάρτη από κατά βάση ελληνικό σε κατά βάση τουρκικό, απορροφώντας πλήρως τους Τουρκοκύπριους και μετατρέποντας σε μειοψηφία τους Ελληνοκύπριους…

Να επιτρέψουμε στο ψευδοκράτος να αναγνωριστεί σαν ανεξάρτητη χώρα ή έστω να αναβαθμιστεί σε οικονονική οντότητα αναγνωρισμένη από την διεθνή κοινότητα, ώστε να μπορεί πλέον ελεύθερα να μας ανταγωνίζεται με φθηνότερες τιμές σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με τη στήριξη και τις επενδύσεις της τεράστιας τουρκικής αγοράς, μετατρέποντάς εμάς από αφέντες στον τόπο μας σε τσιράκια… 

Ότι δεν είναι κακό που χάσαμε το μέτρο, την αξιοπρέπεια, την τσίπα μας. Δεν είναι κακό να μας λέει αυτές τις ανήκουστες κουβέντες, χωρίς ίχνος ντροπής, ο αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου και κάποιοι από κάτω να χειροκτοτούν τον “πατριωτικό” του λόγο.

Θα μου πείτε: “μα ο αρχιεπίσκοπος είπε ότι προτιμά τη μη λύση από μια κακή λύση”. Όχι, λυπάμαι! Η αλήθεια είναι άλλη: Ο αρχιεπίσκοπος και όσοι άλλοι κουβαλάνε την ίδια με αυτόν νοοτροπία, στην πραγματικότητα θεωρούν καλή λύση μόνο ένα καθαρά ελληνικό κράτος στην Κύπρο και τίποτα λιγότερο. Ό,τι και να λένε κατ’ επίφασιν, το συμπέρασμα της εν γένει πολιτικής τους εκεί κατατείνει. Αλλά ένα καθαρά ελληνικό κράτος μόνο με διχοτόμηση της Κύπρου μπορεί να υπάρξει κι αυτό το γνωρίζουν και οι ίδιοι. Ελληνικό κράτος στη μισή Κύπρο. Η άλλη μισή αναγκαστικά θα αφεθεί στην Τουρκία. 

Το 1968 ο Μακάριος δήλωνε: “από μίαν κακήν λύσιν, προτιμώ την σημερινήν κατάστασιν” (Σημ.: την προσωρινή κατάσταση λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, με βάση το “δίκαιο της ανάγκης”). Βλέπετε λοιπόν ότι ο όρος “κακή λύση” δεν είναι σημερινός. Χρονολογείται. Ο Μακάριος πολιτευόταν με την αυταπάτη ότι μπορούσε να καταστρατηγεί εσαεί τις συμφωνίες για την ανεξαρτησία της Κύπρου και την σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφαιρώντας όλες τις εξουσίες που ο ίδιος, με την υπογραφή του, έδωσε στους Τουρκοκύπριους. Αλλά το 1964, μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία, ο ΟΗΕ αναγνώρισε την (χωρίς τους Τουρκοκύπριους) κυβέρνηση Μακαρίου ως τη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου,  ουσιαστικά με τον όρο να φέρει κοντά τις δύο κοινότητες για λύση του Κυπριακού το συντομότερο δυνατόν (τότε, πριν από 53 χρόνια). Ο Μακάριος αγνόησε αυτή τη σύσταση και πίστεψε ότι μπορούσε είτε να μονιμοποιήσει το προσωρινό στάτους της Κυπριακής Δημοκρατίας καθιστώντας την ελληνικό κράτος, είτε ακόμη και σε κατοπινό στάδιο να προχωρήσει στην Ένωση. Σ’ αυτό το στόχο είχε μάλιστα και την πλήρη στήριξη ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, καθώς η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας (χωρίς τους Τουρκοκύπριους), διακήρυξε ομόφωνα το 1965 ότι σκοπός μας είναι η Ένωσις της Κύπρου μετά της Ελλάδος. Διακήρυξε με άλλα λόγια ότι σκοπός μας ήταν η διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για τον Μακάριο, η επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία ήταν “κακή λύσις” και συνέχισε να είναι κακή, ακόμη και όταν τον Νοέμβριο του 1973, οι διαπραγματευτές Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς, συμφώνησαν ότι οι Τουρκοκύπριοι θα επέστρεφαν στην Κυπριακή Δημοκρατία, αποδεχόμενοι τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος στο Σύνταγμα. Προφανώς κι αυτή η συμφωνία ήταν για τον Μακάριο μια “κακή λύσις”, γιαυτό και την επόμενη μέρα, μιλώντας στην Γιαλούσα, διακήρυξε ότι ο εθνικός μας στόχος παραμένει η Ένωσις της Κύπρου με μετά της Ελλάδος.

Η πλάνη του Μακαρίου και όλων όσοι ασπάζονταν τις ίδιες απόψεις, ότι το προσωρινό στάτους κβο ήταν καλύτερο από μία “κακήν λύσιν”, συνετρίβη άδοξα μόλις 8 μήνες αργότερα, όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, έπειτα από το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και της ΕΟΚΑ Β’. Δυστυχώς όμως τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα. Κάποιοι συνεχίζουν ακόμη να θεωρούν ότι η προσωρινή κατάσταση αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας, με το μισό της Σύνταγμα ανενεργό για 53 τόσα χρόνια, είναι μια χαρά, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα κι ” ας αρχίσωμεν να σκεπτώμεθα ότι η μη λύσις δεν είναι κακό”. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως, αν αυτή η αποκοτιά επικρατήσει, η διχοτόμηση θα επισημοποιηθεί και σε μερικά χρόνια δεν θα κλαίμε μόνο τη μισή Κύπρο αλλά και πολύ περισσότερα που θα έχουμε χάσει οριστικά και αμετάκλητα.

Η κριτική μου για την πολιτική που υποστηρίζουν σήμερα ο αρχιεπίσκοπος και οι του “ενδιάμεσου χώρου” ή για την πολιτική που ακολούθησε παλαιότερα ο Μακάριος, ουδόλως αφαιρεί ή απαλύνει τις ευθύνες της Τουρκίας και του τουρκοκυπριακού ντενκτασικού κατεστημένου για την δημιουργία του Κυπριακού ζητήματος και τη μη επίλησή του μέχρι σήμερα. Αντίθετα, έχω γράψει πολλές φορές ότι πρωτίστως η Τουρκία ήθελε και εξακολουθεί να θέλει τη διχοτόμηση της Κύπρου, ώστε να δημιουργήσει πάνω στο έδαφος αυτού του νησιού ένα δεύτερο κράτος, ισχυρότερο από την Κυπριακή Δημοκρατία σε βάθος χρόνου. Καραδοκούσε και περίμενε να της δώσουμε τις αφορμές και τα προσχήματα. Της τα δώσαμε.

Σήμερα, 43 χρόνια μετά την εισβολή, εκείνοι που διακήρυξαν ή στήριξαν την πολιτική απάτη του λεγόμενου “μακροχρόνιου αγώνα” λένε στο λαό, άλλοι ευθέως και άλλοι με τρόπο, ότι η μη λύση, δηλαδή η διχοτόμηση, “μπορεί να μην είναι κακό”…