Αρχείο ετικέτας ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΗΧΗΣΑΝ ΞΑΝΑ ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Ήχησαν λοιπόν και φέτος οι υποκριτικές σειρήνες, στη μαύρη μνήμη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974. Το επίσημο αφήγημα εξακολουθεί να είναι (όπως και σε όλη την ιστορία του Κυπριακού μέχρι σήμερα) κουτοπόνηρο και παραπλανητικό. Διότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα, άλλα μας λένε οι πολιτικοί κι άλλους στόχους υπηρετούν στο παρασκήνιο κι αυτό, όχι, δεν είναι θεωρία συνωμοσίας, είναι η δεύτερη, σφαιρική πλέον ανάγνωση της ιστορίας, καθώς πέρασε ήδη από τότε σχεδόν μισός αιώνας.

Από το 1960, που εγκαθιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι και σήμερα (το τονίζω αυτό: μέχρι και σήμερα) υπάρχουν δύο σχολές σκέψεις για το Κυπριακό Ζήτημα, τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική πλευρά. Η μία θέλει μια χώρα στην Κύπρο και η άλλη θέλει δύο χωριστά κράτη (ή διπλή ένωση πριν την εισβολή), ώστε να μην μπαίνει η μια κοινότητα στα πόδια της άλλης.

Είναι φανερό ότι κυριάρχησε η σχολή της διχοτόμησης. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων ξεκίνησε από το 1957, λόγω πράξεων βίας που έγιναν ανάμεσα στις δύο κοινότητες, με αφορμή τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση με την Ελλάδα, εντάθηκε μετά τις “φασαρίες” της δεκαετίας του 1960 κι οριστικοποιήθηκε με την ανταλλαγή πληθυσμών, που ακολούθησε την τουρκική εισβολή, το 1974.

Οι Αγγλοαμερικάνοι σχεδίασαν τη λύση του Κυπριακού στη βάση της διχοτόμησης, θεωρώντας ότι αυτή ήταν η μόνη εφικτή λύση. Εξασφάλισαν τη σιωπηρή συγκατάθεση του διχοτομικού σιναφιού για να προχωρήσουν στον γεωγραφικό διαχωρισμό και εκμεταλλεύτηκαν στο έπακτον την πολιτική μωρία του προδότη ταξίαρχου Ιωαννίδη, ο οποίος πείσθηκε ότι έφτασε η ώρα να ρίξει τον “καλόγηρο” (τον Μακάριο) και να κάνει την Ένωση. Την διπλή βεβαίως Ένωση, αφού ήταν συμφωνημένο η Τουρκία να επέμβει και να πάρει ένα κομμάτι στο βόρειο τμήμα του νησιού, για να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να τελειώνουμε με το Κυπριακό.

Στον Μακάριο οι Αγγλοαμερικανοί και οι φίλοι του από το διχοτομικό σινάφι είπαν ότι θα του κάνει πραξικόπημα ο Ιωαννίδης, θα ακολουθούσε μια περιορισμένης κλίμακας επέμβαση από την Τουρκία και θα έπεφτε η χούντα. Όλοι ήξεραν στην Κύπρο ότι θα γινόταν πραξικόπημα, μετά την επιστολή του Μακαρίου προς τον τότε πραξικοπηματικό πρόεδρο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία του ζητούσε να ανακαλέσει στην Ελλάδα τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά. Η επιστολή ήρθε βεβαίως μετά από μια τετραετή περίοδο ταραχών, με την βία της εγκληματικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, του Γεωργίου Γρίβα, την “αντιβία” των παρακρατικών μακαριακών ομάδων, αλλά και την υπονόμευση του νόμιμου κράτους από τους χουντικούς αξιωματικούς.

Ωστόσο ο Μακάριος ήξερε ότι, μετά την επιστολή, θα ακολουθούσε το πραξικόπημα, και θα έπεφτε η χούντα, λόγω της (περιορισμένης) τουρκικής επέμβασης. Στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα, κατέβηκε πρωί πρωί από την εξοχική προεδρική κατοικία στο Τρόοδος, πέρασε ακριβώς έξω από το στρατόπεδο των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμυθιά και πήγε στη Λευκωσία. Λίγο αργότερα τα τεθωρακισμένα βγήκαν από το στρατόπεδο και πήγαν να κάνουν πραξικόπημα στο προεδρικό (λες και δεν μπορούσαν να συλλάβουν τον Μακάριο στην Κοκκινοτριμυθιά).

Συνάντηση Μακαρίου – Κίσινγκερ στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία, 2 μήνες πριν το χουντικό πραξικόπημα.

Στο προεδρικό δεν περικύκλωσαν το κτήριο. Ο Μακάριος βγήκε από την πίσω μεριά και έφυγε ανενόχλητος. Την επόμενη μέρα ο Μακάριος φυγαδεύτηκε στο Λονδίνο από τους Βρετανούς. Στις 20 Ιουλίου, την ώρα που τα τουρκικά πλοία ήταν ήδη σε απόσταση αναπνοής από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, ο Μακάριος ανέβαινε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για να καταγγείλει την Ελλάδα, ότι έκανε εισβολή στην Κύπρο, από την οποία κινδύνευαν – όπως τόνισε- και οι Τουρκοκύπριοι. Δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στην επικείμενη τουρκική εισβολή, παρόλο που την ίδια ώρα όλα τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία έδειχναν βίντεο με τα τουρκικά πλοία να προσεγγίζουν την Κύπρο και μιλούσαν για τουρκική εισβολή.

Η εκτενής αναφορά μου στον Μακάριο, δεν υπονοεί ότι ο Μακάριος ευθύνεται για το πραξικόπημα. Για το πραξικόπημα ευθύνεται ο προδότης ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο οποίος το διέταξε έχοντας πλήρη συνείδηση του τι έκανε, αφού πίστεψε το σχέδιο που του πούλησαν οι Αγγλοαμερικανοί και ήξερε επίσης ότι θα προωθούσε μια λύση του Κυπριακού, με την οποία συμφωνούσε παρασκηνιακά και το διχοτομικό σινάφι σε Ελλάδα και Κύπρο. Γνώριζε πολύ καλά ότι θα επέμβαινε η Τουρκία και θα κατελάμβανε μέρος της Κύπρου για να γίνει ανταλλαγή πληθυσμών, κάτι που πραγματοποιήθηκε τελικά μετά που έπεσε η χούντα, όταν στην Ελλάδα ήταν πια πρωθυπουργός ο Καραμανλής και στην Κύπρο προεδρεύων ο Κληρίδης. Το σχέδιο της διχοτόμησης προχώρησε και ολοκληρώθηκε, χωρίς κανένας να μπορέσει ή να τολμήσει έστω να το εμποδίσει.

Ο Μακάριος πίστευε ότι το πραξικόπημα θα ήταν απλώς το τέλος της χούντας. Έτσι του είπαν οι Βρετανοί, οι οποίοι, σε πλήρη συνεννόηση και συντονισμό και με τον “μάγο” της αμερικανικής διπλωματίας Χένρι Κίσινκερ, λέγεται ότι του έγραψαν και την ομιλία στο Σ.Α. του ΟΗΕ, που ουσιαστικά νομιμοποιούσε την επέμβαση της Τουρκίας, μετά και την εισβολή της Ελλάδος, όπως χαρακτήρισε το πραξικόπημα ο Μακάριος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία ΟΥΔΕΠΟΤΕ καταδικάστηκε από τη διεθνή κοινότητα για εισβολή στην Κύπρο.

Δυστυχώς για τον πολιτικώς ανώριμο κυπριακό λαό, το διεφθαρμένο διχοτομικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια, από το 1960 μέχρι σήμερα και συνεχίζει να παίζει ένα πολύ βρόμικο παιχνίδι στο παρασκήνιο. Το παιχνίδι της διχοτόμησης της Κύπρου και μάλιστα χωρίς διαπραγμάτευση, αφού δεν τολμούν να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους προθέσεις. Οι Τούρκοι, τον Ιούλιο του 1974, πήραν περισσότερο έδαφος από εκείνο που προβλεπόταν, ώστε να το διαπραγματευτούν. Θα έδιναν πίσω Βαρώσι, Μόρφου, χωριά στη γραμμή Αττίλα από την Αμμόχωστο ως τη Μόρφου και μέρος της Καρπασίας. Το διχοτομικό σινάφι τους τα χάρισε κι αυτά, διότι δεν τολμά να πει στον κυπριακό λαό την αλήθεια.

Την αλήθεια την κρύβει με μια επιδέξια, γκεμπελικού τύπου προπαγάνδα, παρουσιάζοντας κάθε πράξη, που εδραιώνει τη διχοτόμηση, σαν πατριωτικό καθήκον. Τους βοήθηκε πολύ και η Τουρκία πάνω σ’ αυτό, όπως και το ντενκταστικό κατεστημένο. Καλύπτοντας πάντοτε τη διχοτομική τους πολιτική πίσω από την τουρκική αδιαλλαξία, με εύκολη αντιτουρκική ρητορική και κροκοδείλια δάκρυα για τους νέους που έγιναν ήρωες, πέφτοντας προδομένοι για να προασπίσουν την ελευθερία αυτού του τόπου, επιβεβαιώνουν πλήρως τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι “ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του κάθε απατεώνα”.

ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Σαν σήμερα, το Σάββατο 20 Ιουλίου του 1974, τα ξημερώματα, η Τουρκία διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, εναντίον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’.  

Όλοι γνώριζαν πως η Τουρκία θα έκανε εισβολή, σε περίπτωση που γινόταν πραξικόπημα. Μάλιστα ο Μακάριος προειδοποιούσε πολύ πριν το πραξικόπημα ότι τυχόν ελληνική επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου θα ενταφίαζε οριστικά το όνειρο της “Ένωσης”, ενώ και στο θρυλικό του διάγγελμα από την Πάφο, ανήμερα του πραξικοπήματος, είπε ότι ότι “κάποιοι αποφάσισαν να διχοτομήσουν την Κύπρο”, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι θα ακολουθούσε τουρκική επέμβαση.  

Το παράξενο με τον Μακάριο είναι πως, ενώ γνώριζε ότι η Τουρκία επρόκειτο να εισβάλει κι ενώ έβλεπε στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τα τουρκικά πολεμικά να προσεγγίζουν τις ακτές της Κερύνειας, εκείνο το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974 και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η εισβολή, ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ουσιαστικά παρέσχε στην Τουρκία το πρόσχημα  που αναζητούσε. Διότι δεν περιορίστηκε μόνο στο να καταγγείλει το πραξικόπημα. Υπογράμμισε ότι το πραξικόπημα ήταν στην ουσία εισβολή της Ελλάδος στην Κύπρο και ότι από αυτή την εισβολή κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.  

Τα ερωτηματικά σε σχέση με τον ρόλο του Μακαρίου και πολλών άλλων παραμένουν αναπάντητα, καθώς τα πιο σημαντικά έγγραφα του φακέλου της Κύπρου παραμένουν απροσπέλαστα στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Εικασίες σχετικά με το ρόλο του Μακαρίου έχω γράψει στο άρθρο μου με τίτλο “Ένα αιρετικό αφήγημα για το πραξικόπημα”.   

Σαφώς όμως την τεράστια ευθύνη για την τουρκική εισβολή και την ανείπωτη καταστροφή που σκόρπισε, τη φέρει η ελληνική Χούντα και οι συνεργάτες της στην Κύπρο.  Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι αυτοί ήξεραν πολύ καλά πως, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε τουρκική εισβολή. Ήταν στο σχέδιο. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Τουρκίας είχαν ξεκινήσει αρκετούς μήνες πριν: Επανδρώθηκε το αεροδρόμιο της Αττάλειας, στρατιωτικές μονάδες μετακινούνταν στις νοτιοανατολικές ακτές της Τουρκίας  και σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα…  

Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι τουρκικές στρατιωτικές μονάδες τέθηκαν σε διαδικασία κίνησης προς την Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός “Bayrak” μετέδιδε ότι έρχεται ο τουρκικός στρατός να σώσει τα αδέλφια του, τους Τουρκοκύπριους. Λίγες ώρες πριν την εισβολή, τα τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη πλησιάσει τη βόρεια ακτή της Κύπρου.   Από τη δική μας πλευρά τι γινόταν όλες εκείνες τις ημέρες για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός κίνδυνος; Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ!  Το 281 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδάκτυλου και θα μπορούσε να είχε βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, στάλθηκε, στις 15 Ιουλίου, από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς στο ΚΕΝ Πάφου, με τη διαταγή να καταπνίξει την εκεί αντίσταση.

Στις 19 Ιουλίου κι ενώ τα τουρκικά πολεμικά ήταν έξω από την Κερύνεια, το 281 διατάχθηκε να στρατοπεδεύσει στην Αθαλάσσα, αντί να τρέξει να επανδρώσει τα πολυβολεία.   Στις 5:30 το πρωί ξεκίνησαν τις πρώτες τους επιδρομές τα τουρκικά πολεμικά  αεροσκάφη, καθώς από τα πλοία αποβιβάζονταν ήδη στρατιώτες και άρματα μάχης.  Στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας άρχισαν να πέφτουν 2 χιλιάδες αλεξιπτωτιστές.  Καμία απάντηση δεν δόθηκε από πλευράς της Εθνικής Φουράς, ενώ το ΡΙΚ ξεκίνησε κανονικά την εκπομπή του στις 6:00 με πρωϊνή γυμναστική, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.   Οι πραξικοπηματίες μιλούσαν για τουρκική άσκηση και δεν έδιναν διαταγές στην Εθνική Φρουρά για δράση. Πέρασαν σχεδόν 3 ώρες μέχρι να δεήσει η χούντα  να δόσει πράσινο φως στο ΓΕΕΦ για να ξεκινήσει η επιστράτευση. Ήταν τότε, γύρω στις 9:30 το πρωί που διατάχθηκε από τους εγκληματίες πραξικοπηματίες το 286 μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού να κατευθυνθεί προς την Κερύνεια, σε φάλαγγα μέσα στον δημόσιο δρόμο, με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τα τουρκικά αεροσκάφη και να κομματιαστούν οι φαντάροι.  

Όλες οι μαρτυρίες μιλούν για μια ακατανόητη και εγκληματική ολιγωρία, που οδήγησε στο θάνατο χιλιάδες νέα παιδιά, που έτρεξαν να υπερασπίσουν την πατρίδα. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν έχουν άλλη απάντηση παρά αυτή: Επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα, για εσχάτη προδοσία.   Η χούντα είχε αποφασίσει να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια να απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία κι από την άλλη να λύσει το Κυπριακό με την “καθαρή” λύση της διχοτόμησης,  χωρίς ελληνική υπογραφή αλλά διά της βίας των τουρκικών όπλων.  

Για το τεράστιο εκείνο έγκλημα δεν λογοδότησε κανείς από τους πραγματικά υπαίτιους. Καμία δίκη δεν έγινε, κανένας δεν πλήρωσε ούτε το ελάχιστο τίμημα για την εθνική προδοσία. Πολλοί κατηγορούν τον Καραμανλή γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή ξεχνούν ότι κι ο Μακάριος, επιστρέφοντας στην Κύπρο, πρόσφερε από την πρώτη στιγμή “κλάδον ελαίας” σε εκείνους που προετοίμασαν και διέπραξαν το πραξικόπημα κι ολιγώρησαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής, στέλνοντας στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους και στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες άλλους.  

Το γιατί όμως οι νόμιμες κυβερνήσεις Καραμανλή στην Ελλάδα και Μακαρίου στην Κύπρο, αποφάσισαν να κουκουλώσουν το μεγαλύτερο ιστορικά έγκλημα εις βάρος του κυπριακού Ελληνισμού, παραμένει ένα ερώτημα εξίσου βασανιστικό και αναπάντητο. Όπως και το γιατί σχεδιάστηκε το έγκλημα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί συνεργοί της χούντας και ποιες οι πραγματικές τους προθέσεις.   Σοβαρές απαντήσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη, ούτε από το πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων, ούτε από το πόρισμα παρωδία της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων. Η ιστορική ετυμηγορία στο τεράστιο αυτό ζήτημα εξακολουθεί να εκκρεμεί.

ΕΝΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα καταδικάζουμε το πραξικόπημα που διενήργησε στις 15 Ιουλίου 1974 η στρατιωτική χούντα της Ελλάδας, υπό τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, εναντίον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στην Κύπρο. Το λέμε «πραξικόπημα» αλλά η επίσημη καταγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη αναφερόταν σε εισβολή της Ελλάδας στην Κύπρο, όπως και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε πέντε μέρες αργότερα.

Τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ής Ιουλίου 1974, τα τουρκικά πολεμικά πλοία ήταν στα ανοικτά της Κερύνειας πλησιάζοντας την ακτή του «Πέντε Μίλι» και τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν εικόνες. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατάγγειλε την ελληνική εισβολή. Όχι μόνο δεν είπε οτιδήποτε για τα τουρκικά πλοία που πλησίαζαν την Κύπρο, όχι μόνο δεν προειδοποίησε την Τουρκία να μην πραγματοποιήσει εισβολή αλλά αντίθετα κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να ενεργήσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο διότι, εκτός από τους Ελληνοκύπριους, η ελληνική εισβολή έθετε σε κίνδυνο και τους Τουρκοκύπριους.

Να το γράψω όσο απλά γίνεται: Με τη διατύπωσή του ο Μακάριος, εμμέσως πλην σαφώς, έδινε στην Τουρκία τη νομιμοποίηση που χρειαζόταν για να εισβάλει στην Κύπρο. Από τότε η Τουρκία επικαλείται εκείνη την ομιλία κάθε φορά που την κατηγορούμε στα διεθνή βήματα ότι διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι διενήργησε «ειρηνευτική επιχείρηση», για να μας σώσει. Ίσως γι’ αυτό επίσης δεν υπάρχει μέχρι σήμερα σε κανένα ψήφισμα του ΟΗΕ καταδίκη της Τουρκίας για την εισβολή της στην Κύπρο.

Στο επίσημο αφήγημα για το πραξικόπημα, ο Μακάριος είχε προειδοποιηθεί για το πραξικόπημα,  από ξένους διπλωμάτες και άλλους παράγοντες και ότι απάντησε με αφέλεια νηπίου και όχι ωριμότητα ηγέτη πως «δεν πίστευε ότι ελληνικό χέρι θα έστρεφε όπλο εναντίον του». Το σαββατοκύριακο πριν από την πιθανότερη ημερομηνία εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο Μακάριος διανυκτέρευσε στην εξοχική προεδρική κατοικία του Τροόδους και κατέβηκε στο προεδρικό το πρωί της Δευτέρας 15 Ιουλίου.

Στη διαδρομή πέρασε ακριβώς έξω από την επιλαρχία των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμιθιά, χωρίς κανείς να τον σταματήσει. Τον άφησαν να περάσει έξω από την πύλη τους και μετά ξεκίνησαν τα τανκς να πάνε να τον βρούνε στο προεδρικό. Φτάνοντας στο προεδρικό τα άρματα και οι λοκατζήδες, δεν θεώρησαν αναγκαίο να περικυκλώσουν το κτίριο. Σχημάτισαν ένα πέταλο κι άφησαν ελεύθερο το πίσω μέρος του προεδρικού μεγάρου, το μονοπάτι που περνούσε μέσα από τον Πεδιαίο Ποταμό και έβγαινε στην οδό Προδρόμου.

Διαφεύγοντας από εκεί και βγαίνοντας στο δρόμο, μαζί με τον υπασπιστή του, ο Μακάριος σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και ζήτησε από τον οδηγό να του το δώσει. Αρχικά μετέβη στην Κλήρου κι έπειτα από εκεί ξεκίνησε για τη μονή Κύκκου. Ούτε στο μοναστήρι σκέφτηκαν οι πραξικοπηματίες να στείλουν ένα άγημα αλλά ούτε και στη μητρόπολη της Πάφου, όπου ο Μακάριος κατέληξε το απόγευμα της Δευτέρας. Στην Πάφο, ο τεχνικός του ΡΙΚ ένωσε τον αναμεταδότη του ραδιοφώνου με ένα πρόχειρο στούντιο, από το οποίο ο Μακάριος απηύθυνε το γνωστό διάγγελμα «ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις…».

Από την ημέρα της εισβολής μέχρι σήμερα υπήρχε πάντοτε η πικρία στην κυπριακή κοινή γνώμη ότι πίσω από τα γεγονότα του 1974 κρυβόταν «αγγλοαμερικανικός δάκτυλος». Αλλά ήταν οι Εγγλέζοι εκείνοι που φιλοξένησαν τον Μακάριο στις βάσεις τους στην Επισκοπή κι από εκεί τον μετέφεραν με ελικόπτερο μέχρι τη Μάλτα κι έπειτα αεροπορικώς στο Λονδίνο, όπου και τον φιλοξένησαν. Τρεις ημέρες αργότερα μετέβη στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να καταγγείλει από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την ελληνική εισβολή, όπως έγραψα και στη δεύτερη παράγραφο.

Ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος του Μακαρίου στα γεγονότα δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, ενόσω τα πιο σημαντικά αρχεία, που αφορούν τα γεγονότα του πραξικοπήματος και της εισβολής, κρατούνται ακόμη ερμητικά κλειστά και δεν δίνονται στη δημοσιότητα. Αν οι ευθύνες αφορούσαν μόνο τη χούντα, δε νομίζω ότι θα τα κρατούσα ακόμη σαν εφτασφράγιστα μυστικά.

Αντί του επίσημου αφηγήματος, σας προτείνω το εξής σενάριο:

Οι ξένοι που σχεδίασαν και συντόνισαν στο παρασκήνιο τα θλιβερά γεγονότα του 1974 (αμερικανικές και βρετανικές μυστικές υπηρεσίες), είχαν αποφασίσει να εξυπηρετήσουν ένα σχέδιο οριστικής λύσης του Κυπριακού με γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, ώστε να σταματήσουν οι προστριβές στην Κύπρο ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Τον δικτάτορα Ιωαννίδη δεν ήταν δύσκολο να τον πείσουν. Εξάλλου ο ίδιος, σε ανύποπτο χρόνο, είχε πει ότι το Κυπριακό μόνο με διχοτόμηση θα μπορούσε να λυθεί, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θα δέχονταν ποτέ να παραχωρήσουν γη στους Τουρκοκύπριους για να γίνει αυτό το πράγμα. Από την άλλη ο Μακάριος, που τα πήγαινε πολύ καλά με τη χούντα του Παπαδόπουλου, αντιμετώπισε την ψυχρότητα της χούντας του Ιωαννίδη. Άρχισαν τότε να τον πολιορκούν στο παρασκήνιο σταλμένοι των αγγλοαμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Έλληνες και ξένοι πολιτικοί και διπλωμάτες, οι οποίοι τον έπεισαν ότι τελικά ίσως έπρεπε να γίνει το πραξικόπημα για να ακολουθήσει η τουρκική εισβολή, με μια ελεγχόμενη στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας, η οποία θα προκαλούσε την πτώση της χούντας.

Οι ίδιοι έπεισαν από την άλλη και τον «αόρατο δικτάτορα» ταξίαρχο Ιωαννίδη ότι μόνο απομακρύνοντας τον Μακάριο με πραξικόπημα θα μπορούσε να επιτευχθεί επιτέλους πολιτική διευθέτηση στην Κύπρο, η οποία θα τερμάτιζε και την προβληματική για το ΝΑΤΟ αλλά και για την ίδια την Ελλάδα, διένεξή της με την Τουρκία. Είπαν και σ’ αυτόν ότι η τουρκική επιχείρηση θα ήταν περιορισμένης έκτασης και ότι, όσο λιγότερη ήταν η αντίσταση απέναντι στην εισβολή, τόσο λιγότερη θα ήταν και η αιματοχυσία. Οπότε θα έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος να μην μπορέσει η Εθνική Φρουρά να εκδηλώσει σοβαρή αντίσταση.

Στον Μακάριο είπαν ότι δεν θα κινδύνευε η ζωή του, ούτε θα συλλαμβανόταν κι ότι θα τον μετέφεραν στον ΟΗΕ οι Βρετανοί, για να καταγγείλει την ελληνική εισβολή, ώστε να ακολουθήσει μια συμφωνημένα περιορισμένης έκτασης τουρκική επιχείρηση, που θα προκαλούσε την πτώση της χούντας.

Από την άλλη στον Ιωαννίδη είπαν ότι ο Μακάριος δεν έπρεπε να σκοτωθεί, ούτε να συλληφθεί, διότι οι συνέπειες θα ήταν ανεξέλεγκτες. Ότι ο Μακάριος θα έπρεπε να αφεθεί να φύγει από την Κύπρο, μέσω των βρετανικών βάσεων και να ζήσει στην εξορία, όπως ζούσαν εξάλλου και πολλοί Έλληνες πολιτικοί. Ότι επίσης δεν θα έπρεπε να υπάρξει σθεναρή αντίσταση εναντίον της τουρκικής επιχείρησης, ώστε να μην προκληθεί αιματοχυσία. Ότι η Τουρκία θα κατελάμβανε τις περιοχές που ήταν στο συμφωνημένο σχέδιο, για να μεταφέρει εκεί τους Τουρκοκύπριους και να λυθεί έτσι οριστικά το Κυπριακό, είτε με διπλή Ένωση είτε με δημιουργία δύο κρατών, λύσεις που ο Ιωαννίδης θεωρούσε ιδανικές.

Αν έχετε υπόψη σας το πιο πάνω σενάριο, τότε απαντώνται όλες σας οι απορίες:  Γιατί ο Μακάριος δεν έκανε κάτι για να αποτρέψει το πραξικόπημα, ενώ είχε πληροφορίες γι’ αυτό; Γιατί οι πραξικοπηματίες δεν συνέλαβαν τον Μακάριο την ώρα που περνούσε έξω από την επιλαρχία της Κοκκινοτριμυθιάς; Γιατί δεν περικύκλωσαν το προεδρικό; Γιατί δεν μπλόκαραν τις πιθανές διαδρομές από τις οποίες θα έφευγε ο Μακάριος; Γιατί τον Μακάριο τον φυγάδευσαν οι Βρετανοί, που τους κατηγορούμε ως συνυπεύθυνους για το πραξικόπημα και την εισβολή; Γιατί η Εθνική Φρουρά δεν αφέθηκε να αντισταθεί σοβαρά εναντίον του Τούρκου εισβολέα και γιατί πολλές μονάδες λάμβαναν εντολές να μην χτυπήσουν, διότι επρόκειτο τάχα για τουρκική άσκηση; Γιατί δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία του Πενταδακτύλου, που θα μπορούσαν να είχαν βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, πριν αρχίσει η εισβολή αλλά η μονάδα που τα επάνδρωνε στάλθηκε στην Πάφο; Γιατί ο Μακάριος κατάγγειλε στον ΟΗΕ μόνο την ελληνική εισβολή, λέγοντας ότι κινδυνεύουν οι Τουρκοκύπριοι, όταν έβλεπε από την τηλεόραση στη Νέα Υόρκη τα τουρκικά πλοία έτοιμα να αποβιβάσουν στρατό στην Κερύνεια;

Δυστυχώς το επίσημο αφήγημα, το παραμύθι δηλαδή που μας πουλάνε εδώ και δεκαετίες, αδυνατεί να δώσει σοβαρές απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα. Σε αντίθεση με το … αιρετικό σενάριο που σας έχω προτείνει.

Το πραξικόπημα ήταν το πρώτο μέρος του σχεδίου και η τουρκική εισβολή το δεύτερο. Για να επιβληθεί στην Κύπρο μια λύση που, όπως είναι φανερό από τη μέχρι τώρα πορεία του Κυπριακού προβλήματος, βόλευε τελικά όλους όλους. Δυστυχώς για όσους ονειροπόλους πιστεύουμε ακόμη ότι θα μπορούσε αυτό το νησί να είχε μια καλύτερη τύχη από τη διχοτόμηση.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΤΟΝ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΑΚΟΜΗ

MAKARIOS PRAXIKOPIMAΕκείνοι που σχεδίασαν και διέταξαν το πραξικόπημα, ήξεραν ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή, ότι η Τουρκία θα κατελάμβανε μέρος της Κύπρου (μικρότερο από αυτό που κατέλαβε τελικά) και θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών με σκοπό τη διχοτόμηση ή τη διπλή ένωση. Αναφέρομαι στους εμπνευστές και όχι σ’ εκείνους που πίστεψαν στο παραμύθι που τους πούλησαν ότι τάχατες με το πραξικόπημα θα γινόταν η Ένωση.

Σαράντα χρόνια από τότε, αυτό θα έπρεπε να ήταν ήδη παραδεκτό από όλους κι όχι να το συζητάμε ακόμη. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αυτό. Το ερώτημα είναι ΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ πέρα από τους χουντικούς και τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος ήξεραν ότι αυτό θα ήταν το σχέδιο και συμφώνησαν… Διότι πίστεψαν ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα είχαμε το δικό μας καθαρά ελληνικό κράτος στην Κύπρο, με το να δώσουμε δηλαδή μέρος της πατρίδας μας στην Τουρκία για να εγκαταστήσει εκεί τους Τουρκοκύπριους…

Το δεύτερο μεγάλο ερώτημα είναι ποιοι συνέχισαν να παίζουν το παιχνίδι της διχοτόμησης όλα αυτά τα 40 χρόνια που ακολούθησαν, εκμεταλλευόμενοι τον ούτω καλούμενο “μακροχρόνιο αγώνα” και το τρίτο μεγάλο ερώτημα είναι ποιοι εξακολουθούν να εξυπηρετούν ακόμη και σήμερα τον ίδιο στόχο…

Ίσως κάποτε η ιστορία αποκαλύψει πως, τον στόχο του πραξικοπήματος που ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου, δεν τον συμμερίζονταν μόνο οι χουντικοί και οι άλλοι πραξικοπηματίες αλλά και κάποιοι από τις λεγόμενες … “πατριωτικές” δυνάμεις…