Αρχείο ετικέτας πραξικόπημα.

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ

Στις 20 Ιουλίου 1974 τέθηκε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου για διχοτόμηση της Κύπρου. “Το παιχνίδι ήταν στημένο κι από πριν ξεπουλημένο”…

Πρώτα έγινε το πραξικόπημα, στις 15 Ιουλίου 1974, εναντίον του νόμιμου Προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος κατάγγειλε την ίδια μέρα τη χούντα, σε διάγγελμά του από την Πάφο, ότι αποφάσισε να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρά την καταγγελία του όμως, ο ίδιος ο Μακάριος ανέβηκε στο βήμα του Σ.Α. του ΟΗΕ, στις 20 Ιουλίου, στις 2:00 τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) και κατάγγειλε την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο, από την οποία κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.

Η τουρκική εισβολή που ακολούθησε, λίγες ώρες αργότερα, με το πρώτο φως της 20ης Ιουλίου, ήταν πλήρως καλυμμένη, τόσο με το πραξικόπημα της χούντας όσο και με την καταγγελία του Μακαρίου. Η Τουρκία δεν καταδικάστηκε ποτέ από τη διεθνή κοινότητα και σε κανένα ψήφισμα του ΟΗΕ, για την εισβολή της στην Κύπρο.

Στην πραγματικότητα η πολιτική της διχοτόμησης δεν ήταν μόνο του Ιωαννίδη και της χούντας. Ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η μια από τις δύο σχολές σκέψεις σε Κύπρο και Ελλάδα, για τη λύση του Κυπριακού. Οι εκφραστές της σχολής αυτής, πριν από την εισβολή έλεγαν τη διχοτόμηση ΕΝΩΣΗ. Δούλευαν τον λαό ότι ήθελαν τάχα ένωση με την Ελλάδα ενώ εννοούσαν διπλή ένωση, δηλαδή γεωγραφικό διαχωρισμό Ελλήνων και Τούρκων σε δύο εθνικά καθαρές περιοχές και μετά ένωση αυτών των περιοχών αντιστοίχως με Ελλάδα και Τουρκία.

Σήμερα, η σχολή της διχοτόμησης, δε θέλει πια διπλή ένωση. Θέλει δύο ξεχωριστά κράτη στην Κύπρο, ώστε “να μην έχουμε τους Τούρκους μέσα στα πόδια μας”. Η σχολή αυτή ευθέως ή εμμέσως απορρίπτει τη συμφωνημένη βάση για λύση του Κυπριακού, που συζητείται στις διακοινοτικές συνομιλίες και μιλά για μια καλύτερη λύση που θα έρθει στο αόριστο μέλλον, χωρίς να λέει ποια θα είναι αυτή η λύση. Χωρίς να λέει ξεκάθαρα στον λαό ότι θέλει διχοτόμηση.

Ξέρετε γιατί δεν έλεγαν ούτε τότε ούτε τώρα την αλήθεια; Διότι η διχοτόμηση (διπλή Ένωση ή δύο κράτη), πριν την εισβολή σήμαινε ότι θα έπρεπε δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να ξεριζωθούν από τα σπίτια τους, ενώ σήμερα σημαίνει ότι οι ξεριζωμένοι πρέπει να ξεχάσουν για πάντα τα σπίτια τους. Γι’ αυτό δεν τολμούν να το πουν. Γι’ αυτό και θα χαρίσουν στην Τουρκία όλα όσα πήρε διά της βίας το 1974, ακόμη κι εκείνα που ήταν διατεθειμένη να δώσει πίσω, για να κλείσει το deal της διχοτόμησης. Αφήνουν τον χρόνο να μας οδηγήσει στην επιθυμητή τους λύση, για να μην τους πούμε προδότες.

Ακριβώς επειδή δεν τολμούσαν να πουν την αλήθεια, συμφώνησαν τελικά ότι μόνο αν η Τουρκία έπαιρνε με τη βία το δικό της κομμάτι στην Κύπρο, θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτή η λύση. Για να κρύβονται μετά μόνιμα πίσω από την τουρκική βία και αδιαλλαξία, να παίζουν με το πατριωτικό μας φιλότιμο, με ψευδοπατριωτικές φανφάρες και κροκοδείλια δάκρυα, ώστε σιγά σιγά ο χρόνος να εδραιώσει και να μονιμοποιήσει τη διχοτόμηση. Όπως και έγινε.

Προκειμένου να εφαρμόσουν τότε τα σχέδιά τους, δεν δίστασαν να στείλουν χιλιάδες παιδιά να σταθούν μπροστά στα τουρκικά τανκς, κρατώντας γελοία τουφέκια του β’ παγκοσμίου πολέμου. Το αποτέλεσμα: Χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι, 160 χιλιάδες οι ξεριζωμένοι, γυναίκες βιάστηκαν, άντρες αιχμαλωτίστηκαν και υπέστησαν βασανιστήρια, παιδιά τραυματίστηκαν σωματικά και ψυχικά, ένας λαός σύρθηκε στο θανατικό και στον πόνο.

Όταν επέστρεψε ο Μακάριος στην Κύπρο, συγχώρεσε τους ΠΡΟΔΟΤΕΣ που έδωσαν τη μισή Κύπρο στην Τουρκία. Τους χάρισε κλάδον ελαίας! Λες κι ήταν προσωπική του υπόθεση. Λες κι έχασε εκείνος γιο ή πατέρα ή σύζυγο, λες κι έχασε εκείνος το σπίτι και την περιουσία του, λες κι ήταν εκείνος θύμα αιχμαλωσίας, κακοποίησης, βιασμού και επειδή είχε μεγάλη καρδιά τους συγχώρεσε…

Στην πραγματικότητα ο Μακάριος έδωσε “κλάδον ελαίας” διότι μέσα στην προδοσία δεν ήταν μόνο η χούντα. Αν άνοιγε πραγματικά ο φάκελος της Κύπρου και δεν τον μπαστάρδευαν με χιλιάδες άσχετες πληροφορίες και αναφορές, κρύβοντας τα πραγματικά γεγονότα, θα έπεφταν πολλοί μύθοι και πρόσωπα που ηρωοποιήσαμε και αγιοποιήσαμε. Η χούντα ήταν ο ψυχρός εκτελεστής. Οι ηθικοί αυτουργοί ήταν πολλοί και δεν ήταν μόνο χουντικοί. Σήμερα οι ίδιοι εκείνοι και οι πολιτικοί επίγονοί τους, λένε στις εκκλησιές επιτάφιους για τα παλληκάρια που σκοτώθηκαν και μας πουλάνε τα πατριωτικά τους φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στη σχολή της διχοτόμησης, ανήκε το το μεγαλύτερο μέρος του βρόμικου, διεφθαρμένου πολιτικοοικοκονομικού κατεστημένου αυτού του τόπου, που δεν σταμάτησε ποτέ, από την ανεξαρτησία μέχρι και σήμερα, να νέμεται την εξουσία και τον δημόσιο πλούτο, προς όφελος της εκλεκτής ελίτ. Τα δύο κατεστημένα, στην ελληνοκυπριακή και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ήθελαν χωριστά ταράφια, για να μην ανακατεύονται οι μεν στα πόδια των δε. Μονίμως αδιαφορώντας για το είδος και το μέγεθος του τιμήματος που θα πλήρωνε αυτός ο λαός.

Στην πραγματικότητα, το βαθύ κράτος, που στήθηκε στο παρασκήνιο, από τη δεκαετία του 1960, στα πρότυπα της σικελικής μαφίας, δεν ενιωσε ποτέ αισθήματα για τον συρφετό των ιθαγενών αυτής της χώρας. Μας έσυρε σε αλλεπάλληλες συμφορές, εθνικές και οικονομικές, με μια ιδιοτέλεια και απληστία που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διαφορετικά παρά εσχάτη προδοσία.

Δείτε κι άλλα άρθρα μου για το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ

ΤΟ 2003 ΔΕ ΧΑΘΗΚΕ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Με αφορμή αναφορές του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αλέκου Μαρκίδη, στη σελίδα του στο Facebook, σε επιστολή που έστειλε το 2003 ο Ραούφ Ντενκτάς στον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και στην απάντηση του δεύτερου, έγιναν τις τελευταίες ημέρες συζητήσεις για το κατά πόσον το 2003 χάθηκε άλλη μια ευκαιρία για την επιστροφή της Αμμοχώστου. Ωστόσο προκύπτει και μια άλλη πτυχή, αυτή που αφορά τη στάση του Τάσσου Παπαδόπουλου απέναντι στο Σχέδιο Ανάν, η οποία δεν σχολιάστηκε καθόλου. Επιτρέψετέ μου να σας πω επί του θέματος την άποψή μου, βάζοντας πρώτα τα γεγονότα σε σειρά.

Ο ΝΤΕΝΚΤΑΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΜΕΤΑ ΒΔΕΛΥΓΜΙΑΣ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ

Στις 11 Μαρτίου του 2003, έγινε στη Χάγη της Ολλανδίας συνάντηση του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, Τάσσο Παπαδόπουλο και Ραούφ Ντενκτάς. Εκεί ο Ντενκτάς είπε και κατάμουτρα στον Γενικό Γραμματέα ότι απορρίπτει τόσο το Σχέδιο Ανάν, ως βάση διαπραγμάτευσης, όσο και την προοπτική διεξαγωγής δημοψηφισμάτων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο ναυάγιο και αδιέξοδο στο Κυπριακό, για το οποίο ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού, με τρόπο αυστηρό και χωρίς περιστροφές, καταλόγισε την ευθύνη στην τουρκοκυπριακή πλευρά.

Ο ΝΤΕΝΚΤΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΠΑΚΕΤΟ “Μ.Ο.Ε.”

Κάτω από το βάρος της ευθύνης που του καταλόγισε ο ΟΗΕ, ο Ντενκτάς έστειλε επιστολή στον πρόεδρο Παπαδόπουλο, με την οποία επαναλάμβανε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν μπορούσε να οδηγήσει σε λύση και αντιπρότεινε τα εξής “Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης” (τα καταγράφω εν τάχει):

Επιστροφή της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου στην ελληνοκυπριακή πλευρά και παράλληλα να αρθούν όλοι οι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο, μεταφορές, ταξίδια και αθλητικές συναντήσεις, πράγμα που σήμαινε μεταξύ άλλων τη νομιμοποίηση της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας του ψευδοκράτους και της λειτουργίας του αεροδρομίου και των λιμανιών του, με παράλληλο άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της Τουρκίας για τα πλοία και τα αεροπλάνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Επίσης: Άνοιγμα των οδοφραγμάτων και ελεύθερη διακίνηση (αυτό το έκανε μονομερώς ο Ντενκτάς λίγες ημέρες αργότερα), σταδιακά βήματα για διακίνηση αγαθών και ενθάρρυνση για κοινοπραξίες μεταξύ των δύο μερών, κατάργηση των περιορισμών στη διακίνηση της UNFICYP, που επέβαλε η τουρκική πλευρά το 2000, και να συσταθεί δικοινοτική επιτροπή συμφιλίωσης για προώθηση κατανόησης, ανοχής και αμοιβαίου σεβασμού.

Ο ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΑ ΜΟΕ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΣΕ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΑΝΑΝ

Με τη σύμφωνο γνώμη της πολιτικής ηγεσίας, ο Τάσσος Παπαδόπουλος απάντησε με επιστολή στον Ντενκτάς ως εξής:

“Δεν συμμερίζομαι την θέση σας για τους λόγους αποτυχίας της συναντήσεως της ΧΑΓΗΣ. Αντίθετα πιστεύω ότι η πραγματική αιτία ήταν το ότι ούτε η Τουρκία ούτε εσείς αποδεχθήκατε το Σχέδιο του ΓΓ, ως βάση διαπραγμάτευσης διευθέτησης του Κυπριακού προβλήματος. Πιστεύω ότι η αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γ.Γ. αποτελεί την καλύτερη ελπίδα να προχωρήσουμε σε διευθέτηση.
Αντιγράφω την δήλωση που έκανα μετά το αδιέξοδο της ΧΑΓΗΣ:
Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι παρά την οπισθοδρόμηση θα συνεχίσουμε την προσπάθεια για επίλυση του Κυπριακού προβλήματος τόσο πριν από την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ, όσο και μετά και ότι η σημερινή οπισθοδρόμηση δεν θα μας οδηγήσει εκτός της οδού να προσπαθούμε για τελική λύση εντός των παραμέτρων του σχεδίου Ανάν. Γι’ αυτό και εσείς, αν η επανάληψη των συνομιλιών θα έχει νόημα πρέπει:
1. Να δεχθείτε την συνέχιση των καλών υπηρεσιών του ΓΓ, ως προνοούν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
2. Να αποδεχθείτε το Σχέδιο Ανάν ως βάση για λύση για περαιτέρω διαπραγμάτευση.

Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι ο Παπαδόπουλος ούτε που ασχολήθηκε με το “Πακέτο Ντενκτάς” αλλά επέμενε σε επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών με βάση το Σχέδιο Ανάν.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΗΤΑΝ Η ΠΛΕΟΝ ΕΝΔΕΔΕΙΓΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΡΜΟΖΟΥΣΑ

Η προσωπική μου άποψη είναι πως ο Τάσος Παπαδόπουλος έδωσε στον Ντενκτάς την πλέον αρμόζουσα και ενδεδειγμένη απάντηση.

Πρωτίστως διότι σε εκείνο το στάδιο το σίδερο ήταν ζεστό για συνολική λύση του Κυπριακού και όχι για μέτρα εμπιστοσύνης, που ουσιαστικά παρέπεμπαν τη συνολική λύση σε βάθος χρόνου. Για τη συνολική λύση πολύ ορθά ο Τάσσος Παπαδόπουλος επέμενε σε άμεση επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών στη βάση του Σχεδίου Ανάν, μέσα στο οποίο συγκεκριμενοποιούνταν και καθορίζονταν λεπτομερώς όλες οι πτυχές και παράμετροι του Κυπριακού Ζητήματος, όπως αυτές συζητήθηκαν για πολλά χρόνια στις διακοινοτικές συνομιλίες.

Δεύτερο, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αποδεχτή η νομιμοποίηση της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας του ψευδοκράτους, με άνοιγμα των λιμανιών και του αεροδρομίου του, διότι κάτι τέτοιο θα μετέτρεπε το παράνομο μόρφωμα σε καθεστώς τύπου Ταϊβάν, που θα ανταγωνιζόταν την Κυπριακή Δημοκρατία σε όλους τους τομείς της οικονομίας, με τη στήριξη ισχυρών Τούρκων επενδυτών, εφόσον πλέον το εμπόριο θα ήταν νόμιμο. Πράγμα βεβαίως που θα οδηγούσε το Κυπριακό σε οριστική διχοτόμηση, με την τεράστια τουρκική αγορά να μας ανταγωνίζεται αθέμιτα μεν, νόμιμα δε, πάνω στο ίδιο μας το νησί.

Τρίτο, γιατί δεν είχαμε κανένα λόγο εκείνη τη χρονική στιγμή να απαλλάξουμε τον Ντενκτάς από τις βαρύτατές του ευθύνες και μάλιστα να συγκατανεύσουμε στο να εκτροχιαστεί το Κυπριακό από τη διαδικασία που είχε δρομολογηθεί με τις καλές υπηρεσίες του Γ.Γ. και το Σχέδιο Ανάν.

ΥΣΤΕΡΑ ΤΑ ΚΑΝΑΜΕ ΜΑΝΤΑΡΑ

Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ο Τάσσος Παπαδόπουλος έκανε τον ορθό χειρισμό και μάλιστα απέστειλε ο ίδιος δύο επιστολές προς τον Γ.Γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, (9 Αυγούστου και 16 Δεκεμβρίου 2003) ζητώντας του να συνεχίσει τις καλές του υπηρεσίες, επαναφέροντας στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης το Σχέδιο Ανάν. Η τότε δραστηριότητα του προέδρου Παπαδόπουλου, που οδήγησε στην επαναφορά του Σχεδίου Ανάν, έχει διαγραφεί από τους γνωστούς παραχαράκτες της ιστορίας, ο οποίοι προβάλλουν σήμερα τον Παπαδόπουλο σαν εκ διαμέτρου αντίθετο με το Σχέδιο Ανάν και σαν τον σωτήρα που μας έσωσε από αυτό. Στην πραγματικότητα ο Παπαδόπουλος ήταν εκείνος που επανέφερε το Σχέδιο Ανάν στο τραπέζι, ενώ εκείνος που ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος και παρέμεινε σταθερά πολέμιος του Σχεδίου Ανάν, από την αρχή μέχρι το τέλος, ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς και όσοι επιθυμούσαν διακαώς τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Δυστυχώς όμως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ο Τάσσος Παπαδόπουλος με τις κινήσεις του εκείνες, έπαιζε απλώς το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών (blame game). Όταν η διαπραγμάτευση επί του Σχεδίου Ανάν προχώρησε στα βαθιά, τόσο ο Ντενκτάς όσο και ο Παπαδόπουλος έδειξαν στην πράξη ότι δεν ήθελαν το Σχέδιο του Γ.Γ., αφού ουσιαστικά δεν γινόταν διαπραγμάτευση. Ήταν ολοφάνερο πως ο Παπαδόπουλος δεν ήθελε να βελτιώσει το Σχέδιο Ανάν, από το σημείο που το έφτασε διαπραγματευόμενος ο προκάτοχός του, Γλαύκος Κληρίδης. Μάλλον το ήθελε και χειρότερο, ώστε να ζητήσει στα δημοψηφίσματα από τον κυπριακό λαό να το απορρίψει.

Ατυχώς για τον Παπαδόπουλο και δυστυχώς για την Κύπρο, ο Ταγίπ Ερντογάν κατάφερε να παραμερίσει τον αρνητικό Ντενκτάς, για να αναλάβει την ηγεσία της Τ/κ κοινότητας ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος παρουσιάστηκε ολοπρόθυμος για διαπραγμάτευση, σε αντίθεση με τον Παπαδόπουλο που ήταν διαρκώς εξαφανισμένος, με αποτέλεσμα το Σχέδιο Ανάν να διαμορφώνεται ετεροβαρώς υπέρ των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι κατέθεταν τις δικές τους θέσεις στους εκπροσώπους του Γ.Γ. του ΟΗΕ.

Όταν έφτασε η ώρα των δημοψηφισμάτων, τόσο ο Παπαδόπουλος όσο και ο Ντενκτάς κάλεσαν τις κοινότητές τους να πούν ένα ηχηρό ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν. Οι Ελληνοκύπριοι άκουσαν τον Παπαδόπουλο και είπαν το ηχηρό ΟΧΙ ενώ οι Τουρκοκύπριοι έγραψαν τον Ντενκτάς στα παλιά τους τα παπούτσια και είπαν ηχηρό ΝΑΙ. Από εκείνη τη στιγμή το βάρος της ευθύνης μετατέθηκε από τους ώμους της τουρκοκυπριακής πλευράς στους ώμους των Ελληνοκυπρίων.

Ήταν χωρίς αμφιβολία η μεγαλύτερή μας ήττα, στην μετά την τουρκική εισβολή ιστορία του Κυπριακού, μία ήττα για την οποία την ασήκωτη ευθύνη φέρει ο τότε πρόεδρος, με τις λανθασμένες του εκτιμήσεις πάνω στη σκακιέρα του εθνικού μας ζητήματος. Αν δεν ήθελε το Σχέδιο Ανάν, θα έπρεπε να είχε κάνει διαφορετικούς χειρισμούς, την ώρα που το απέρριψε ο Ντενκτάς και όχι να παίξει εκείνο το καταστροφικό blame game που αποδείχτηκε τελικά μπούμερανγκ για την πλευρά μας. Θυμίζω ότι αμέσως μετά, η Ε.Ε. μας επέβαλε τη νομιμοποίηση του εμπορίου των Τουρκοκυπρίων, με σφραγίδες ποιότητας του Τ/κ Εμπορικού Επιμελητηρίου, αντί της Κυπριακής Δημοκρατίας (αναβάθμιση ουσιαστικά του ψευδοκράτους), ενώ από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια ραγδαία και οργιώδης οικονομική ανάπτυξη στα κατεχόμενα, που αφαίρεσε από τους Τουρκοκύπριους την πίεση για αναζήτηση λύσης του Κυπριακού.

Συνεπώς για μένα πρόβλημα δεν ήταν η απόρριψη του “Πακέτου Ντενκτάς” και δεν θεωρώ πως με την απόρριψη χάσαμε την ευκαιρία για επιστροφή της Αμμοχώστου. Διότι η επιστροφή της Αμμοχώστου, με εκείνους τους όρους θα σήμαινε την οριστική διχοτόμηση και ταϊβανοποίηση του ψευδοκράτους. Το πρόβλημα ήταν η ανειλικρίνεια στις προθέσεις του τότε προέδρου, που κατέληξε σε πατατράκ, καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους αφέντες (μαζί με την Τουρκία) στο βορρά και (ως πολίτες ταυτόχρονα και της Κυπριακής Δημοκρατίας) συνέταιρους στο νότο.

ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Χτες το βράδυ δέθηκε το στομάχι μου κόμπος. Πήγα κι είδα το ντοκιμαντέρ «Αιχμάλωτοι μιας προδοσίας», του Παγκύπριου Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, που επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Μιχάλης Γεωργιάδης. Ένιωσα ακριβώς τα ίδια συναισθήματα όπως και πριν από δύο χρόνια που είδα την «Πορεία Θανάτου», των δημοσιογράφων Κυριάκου Πομηλορίδη, Μαρίνας Χατζηκώστα και Άντρης Χαραλάμπους. Στο χτεσινό βίντεο είδα τις μαρτυρίες ανδρών που πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τον τουρκικό στρατό, στη διάρκεια της εισβολής του 1974, ενώ στο άλλο, πριν από δύο χρόνια, τις μαρτυρίες των λίγων εκείνων που επέζησαν των φονικών μαχών στον Κουτσοβέντη, στον Πενταδάχτυλο.

Οι μαρτυρίες και στα δύο ντοκιμαντέρ τραγικά όμοιες. Τους έστειλαν να πολεμήσουν σε ένα πόλεμο από πριν συμφωνημένο, από πριν προδομένο. Δεν τα πιστεύεις αυτά που ακούνε τα αυτιά σου. Κοιτούσαν τα αποβατικά πλοία να φτάνουν και να αποβιβάζουν φαντάρους και τανκ, τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη να ρίχνουν εκατοντάδες αλεξιπτωτιστές και οβίδες αλλά οι διαταγές του ΓΕΕΦ προς τους δικούς μας φαντάρους έλεγαν «μην τους χτυπάτε, κάνουν άσκηση» ή «μην τους χτυπάτε αν δεν σας κτυπήσουν πρώτοι».

Τους έστειλαν κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου, χωρίς ίχνος συνείδησης. Οι περιγραφές συγκλονιστικές. Για τις σφαίρες που δέχτηκαν στο σώμα τους και επέζησαν από θαύμα,  για τα φριχτά βασανιστήρια που υπέστησαν από τους Τούρκους εισβολείς. Αλλά πιο πικρή από όλη εκείνη τη φρίκη που υπόφεραν ήταν η εξωφρενική διαπίστωση πως όλα ήταν προδομένα και προσχεδιασμένα.

Τι έγινε το 1974; Έχουν γραφτεί πολλά. Να μου επιτρέψετε σ’ αυτό το άρθρο να γράψω τι δική μου άποψη, τα δικά μου συμπεράσματα για το τι συνέβη, μέσα από το τι είδα, τι άκουσα, τι διάβασα. Πέρα από τα γνωστά σε όλους γεγονότα, δε διαθέτω τεκμήρια για την αλήθεια του σεναρίου που αναπτύσσω πιο κάτω, όμως καταθέτω τη δική μου εκδοχή και την αφήνω στην κρίση της ιστορίας.

Στις 15 Ιουλίου η στρατιωτική κυβέρνηση που κυβερνούσε πραξικοπηματικά την Ελλάδα, με ηγέτη στα παρασκήνια τον παρανοϊκό ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, έκανε πραξικόπημα στην Κύπρο για να ανατρέψει τον Μακάριο. Στην πραγματικότητα το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει τη βόρεια ζώνη του νησιού, ώστε να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να λυθεί έτσι το Κυπριακό Ζήτημα με γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, δηλαδή με διχοτόμηση.

Σε ανύποπτο χρόνο ο Ιωαννίδης είχε πει, σε στενό κύκλο, ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί εφόσον οι Ελληνοκύπριοι αρνούνται να παραχωρήσουν ένα κομμάτι του νησιού στους Τουρκοκύπριους για να γίνει γεωγραφικός και πολιτικός διαχωρισμός, ενώ μαζί δεν κάνουν χωριό. Φαίνεται όμως πως κάποια στιγμή βρέθηκε ο τρόπος να γίνει αυτό το πράγμα με τρόπο ώστε στα μάτια του κυπριακού και του ελληνικού λαού να φαίνεται σαν αποτέλεσμα τουρκικού ετσιθελισμού κι όχι σαν κάτι με το οποίο συμφώνησαν και Έλληνες. 

Ο τρόπος αυτός δεν ήταν άλλος από την τουρκική εισβολή. Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο έπρεπε η Τουρκία να διαθέτει νομική κάλυψη. Έτσι η Ελλάδα παραβίασε τη συνταγματική τάξη, με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου για ανατροπή του νόμιμα εκλελεγμένου προέδρου Μακαρίου. Το σχέδιο ήταν συμφωνημένο μεταξύ του Ιωαννίδη, της τουρκικής ηγεσίας και των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως ενήμεροι για το σχέδιο του πραξικοπήματος και της εισβολής στην Κύπρο, ήταν και άλλοι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί παράγοντες -φίλοι και εχθροί της χούντας- ενώ παράλληλα οι αμερικανοβρετανικές μυστικές υπηρεσίες ενημέρωσαν για το σχέδιο αυτό και τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Ο Μακάριος ενημερώθηκε ότι η χούντα θα του έκανε πραξικόπημα και οι ενδείξεις με κάνουν να υποπτεύομαι ότι οι αμερικανοβρετανικές μυστικές υπηρεσίες μάλλον τον ενεθάρρυναν κιόλας να προκαλέσει κι ίδιος τη χούντα, γι’ αυτό κι απέστειλε ο Μακάριος επιστολή στον τότε πρόεδρο – ανδρείκελο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία κατάγγελλε τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο και του ζητούσε να τους μαζέψει πίσω στην Ελλάδα. Είμαι βέβαιος ότι ο Μακάριος ήξερε ότι το πραξικόπημα θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου και ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή λίγες ημέρες αργότερα.

Η διαφορά είναι ότι ο μεν Ιωαννίδης πίστευε ότι θα έριχνε τον Μακάριο και θα λυνόταν το Κυπριακό με διχοτόμηση της Κύπρου (με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια) ενώ ο Μακάριος είχε μάλλον διαβεβαιώσεις ότι, με την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, που θα ήταν περιορισμένης κλίμακας και χωρίς υπερβολική βία, θα αναγκαζόταν να πέσει η χούντα του Ιωαννίδη στην Ελλάδα και θα ησύχαζε οριστικά από αυτήν. Δεν είμαι βέβαιος αν ο Μακάριος είχε δεχτεί την ιδέα της διχοτόμησης ή αν πίστευε ότι απλά η Τουρκία θα διενεργούσε την επιχείρησή της και μετά θα έφευγε από την Κύπρο, πάντως ότι, μετά το πραξικόπημα, θα έκανε επέμβαση η Τουρκία, είμαι βέβαιος ότι το γνώριζε.

Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, είμαι πεπεισμένος ότι το ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που άρχισε από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, να στήνει το σύστημα εξουσίας με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τα οικονομικά και μικροπολιτικά του συμφέροντα, είχε αποφασίσει πολύ νωρίς ότι η καλύτερη λύση ήταν η διχοτόμηση, προκειμένου να ελέγχει την εξουσία και το δημόσιο χρήμα, χωρίς να ελέγχεται από τους Τουρκοκύπριους. Τη λύση αυτή ήθελε βεβαίως και η Τουρκία, ώστε να επανακτήσει πάνω στο νησί τα κυριαρχικά δικαιώματα της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία έχασε οριστικά το 1914, όταν η Βρετανία προσάρτησε την Κύπρο ως δική της κτήση, αφού από το 1878 μέχρι τότε απλώς την ενοικίαζε από τον Σουλτάνο. 

Η διχοτόμηση ήταν λοιπόν η χρυσή τομή πάνω στην οποία συμφωνούσαν η Τουρκία, το ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που είχε αποκτήσει δύναμη βαθέως κράτους καθώς επίσης και αρκετοί Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί, οι οποίοι είτε διέβλεπαν ότι μόνο με αυτή τη λύση θα διασφαλιζόταν η ειρήνη και η συνέχεια του Ελληνισμού τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του νησιού είτε απλά διασφάλιζαν ότι δεν θα ενοχλούσε κανείς παρείσακτος τις κότες με τα χρυσά αυγά, που θα τους έκανα πλούσιους.

Φυσικά οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι διχοτομικοί δεν τόλμησαν ποτέ να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους, διότι, για να γίνει η διχοτόμηση θα έπρεπε ένας μεγάλος αριθμός Ελληνοκυπρίων να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους για να μετακινηθούν σ’ αυτά οι Τουρκοκύπριοι. Κάτι τέτοιο ήταν από πολιτική, κοινωνική και ιστορική άποψη απαράδεκτο, καθώς ισοδυναμούσε με μαζικό έγκλημα και εσχάτη προδοσία.

Έπρεπε λοιπόν η διχοτόμηση να δρομολογηθεί με τρόπο ώστε να μη γίνει αντιληπτή η συγκατάθεση Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων. Έπρεπε να γίνει με μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας, η οποία θα προκαλούσε τετελεσμένα τέτοια, που δεν θα μπορούσαν να ανατραπούν. Οι πρώτες πράξεις του σχεδίου για τη διχοτόμηση της Κύπρου ήταν τα τραγικά γεγονότα του Δεκέμβρη, το 1963. Τότε τα πολιτικά πνεύματα στο νησί ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένα, αφού ο πρόεδρος Μακάριος επιχείρησε μονομερώς και πραξικοπηματικά να αλλάξει 13 θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος (που ο ίδιος είχε συμφωνήσει και υπογράψει) δίνοντας έτσι την αφορμή στην Τουρκία και στο τουρκοκυπριακό εθνικιστικό κατεστημένο να αντιδράσουν.

Τα γεγονότα ήταν στημένα στο παρασκήνιο ώστε να αναζωπυρωθεί η δικοινοτική βία, που είχε ξεσπάσει αρχικά το 1957, με αφορμή τον αγώνα της ΕΟΚΑ για την Ένωση. Μετά το θάνατο της ιερόδουλης Τουρκοκύπριας Τζεμαλιγιέ από πυρά Ελληνοκυπρίων αστυνομικών, ένα βράδυ λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1963, ξέσπασαν άγριες μάχες στους μαχαλάδες της παλιάς Λευκωσίας. Οι Τουρκοκύπριοι άρχισαν να αποσύρονται και να κλείνονται στους δικούς τους μαχαλάδες ενώ οι πολιτικοί τους αποχώρησαν από το κράτος, σε μια προσπάθεια διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν τα κατάφεραν όμως, αφού ο ΟΗΕ αναγνώρισε ως νόμιμη την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη συμμετοχή μόνο των Ελληνοκυπρίων, καλώντας ωστόσο την κυβέρνηση αυτή να φέρει κοντά τις δύο κοινότητες, σε συνομιλίες για επίλυση του προβλήματος.

Από τότε μέχρι το 1973 έγιναν κάποιες προσπάθειες για λύση, αλλά τα κατεστημένα και στις δύο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένα να την επιτρέψουν. Όπως και μετά την εισβολή το ίδιο και πριν, κάθε φορά που έφταναν κοντά σε συμφωνία οι διαπραγματευτές, κάτι γινόταν και τινάζονταν όλα στον αέρα. Χαρακτηριστική ήταν η σύγκλιση στις συνομιλίες Κληρίδη-Ντενκτάς τον Νοέμβρη του 1973 (οκτώ μήνες πριν από την εισβολή) με την οποία οι Τουρκοκύπριοι δέχτηκαν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αλλά ο ίδιος ο Μακάριος απέρριψε την κατ’ αρχήν συμφωνία, διακηρύσσοντας ότι ο εθνικός μας πόθος παραμένει η Ένωσις και μόνον η Ένωσις με την μητέρα Ελλάδα. Σε μια εποχή, μην το ξεχνάτε, που κυβέρνηση στη μητέρα Ελλάδα ήταν η χούντα.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 έγιναν κι άλλα επεισόδια, κανονικές μάχες δηλαδή μεταξύ της Εθνικής Φρουράς που δημιουργήθηκε τότε από τον στρατηγό Γρίβα, με εντολές του Μακαρίου, από τη μια και των Τουρκοκυπρίων της ΤΜΤ και των λεγόμενων «Τουρκοκυπριακών Δυνάμεων Ασφαλείας» από την άλλη.  Τον Αύγουστο του 1964 η Τουρκία βομβάρδισε την Τηλλυρία, για να δώσει τάχα κάλυψη στους Τουρκοκύπριους που μάχονταν με τους Ελληνοκύπριους στην περιοχή των Κοκκίνων. Ο βομβαρισμός με νόμβες Ναπάλμ σκόρπισε θανατικό και τότε η Ελλάδα, του Γεώργιου Παπανδρέου, άρχισε να στέλνει κρυφά στην Κύπρο ολόκληρη μεραρχία στρατού, για να προστατέψει το νησί από τυχόν τουρκική εισβολή.

Τον Νοέμβριο του 1967 όμως, η Εθνική Φρουρά έκανε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον αμάχων στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 Τουρκοκύπριοι και χίλιοι να μείνουν άστεγοι. Η διεθνής κοινότητα εξοργίστηκε με τους Ελληνοκύπριους κι η Τουρκία το εκμεταλλεύτηκε πλήρως. Απέκλεισε την Κύπρο από αέρα και θάλασσα κι απειλούσε ξανά με εισβολή, αναγκάζοντας τη χούντα του Γεώργιου Παπαδόπουλου να αποσύρει την ελληνική μεραρχία από το νησί.

Τα γεγονότα της δεκαετίας του 60 επέσυραν μίσος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, οι οποίες είχαν ζήσει στο παρελθόν ειρηνικά για αιώνες. Έτσι πέρασε στη συνείδηση του απλού λαού και στις δύο πλευρές ότι πια δεν μπορούσαν Ε/κ και Τ/κ να ζήσουν μαζί. Το δηλητήριο της διχοτόμησης άρχισε να μεταγγίζεται σε μικρές-μικρές ποσότητες κάθε φορά, ώστε να αρχίσει ο οργανισμός μας να το συνηθίζει.

Επανερχόμαστε όμως στο 1974, όταν έγινε το αποφασιστικό βήμα για τη διχοτόμηση. Ο Μακάριος ήξερε ότι το πραξικόπημα θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Το Σαββατοκύριακο το πέρασε στην εξοχική του κατοικία στο Τρόοδος. Τη Δευτέρα το πρωί λέγεται ότι κατέβηκε στο προεδρικό μέγαρο, στη Λευκωσία. Πέρασε ακριβώς απ’ έξω από την Επιλαρχία Αρμάτων της Κοκκινοτριμιθιάς, χωρίς να συγκινηθεί κανείς μέσα στο στρατόπεδο. Λίγα λεπτά αργότερα, τα άρματα βγήκαν στο δρόμο και ξεκίνησαν να πάνε στο προεδρικό για να σκοτώσουν τον Μακάριο… Φτάνοντας στο προεδρικό  μέγαρο άρχισαν να βάλλουν από την μπροστινή πλευρά χωρίς ποτέ να περικυκλώσουν το κτίριο. Ο Μακάριος βγήκε, λέει, από την πίσω πόρτα, μαζί με έναν φρουρό του, πέρασε μέσα από τον Πεδιαίο ποταμό και βγήκε στην Προδρόμου. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο, ζήτησε από τον οδηγό να τους το δώσει και απ’ εκεί πήγε πρώτα στην Κλήρου, μετά στο μοναστήρι του Κύκκου, έπειτα στην Παναγιά της Πάφου και, εν συνεχεία, στην πόλη της Πάφου, από όπου και έκανε το γνωστό του διάγγελμα, λέγοντας στο λαό ότι είναι ζωντανός, την ώρα που το κατειλημμένο από τους πραξικοπηματίες ΡΙΚ μετέδιδε ότι είναι νεκρός.

Ό,τι περίγραψα στην πιο πάνω παράγραφο είναι η επίσημη εκδοχή. Κάποιοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι ο Μακάριος δεν κατέβηκε ποτέ στη Λευκωσία. Γεγονός πάντως παραμένει ότι τον φυγάδευσαν από την Κύπρο οι Βρετανοί. Ο Μακάριος πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί τον φυγάδευσαν με ελικόπτερο στη Μάλτα, από όπου ταξίδεψε έπειτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη. Ενώ στην Κύπρο για πολλά χρόνια οι Κύπριοι καταριόμασταν τους Αμερικάνους και τους Εγγλέζους ότι αυτοί ήταν πίσω από το πραξικόπημα και την εισβολή, δεν αναρωτήθηκε ποτέ κανείς πώς και γιατί αυτοί, που ήταν πίσω από το πραξικόπημα, φυγάδευσαν τον Μακάριο από την Κύπρο και στη συνέχεια τον υποδέχτηκαν στην Αγγλία και στις ΗΠΑ ως νόμιμο πρόεδρο της Κύπρου.

Αλλά τα παράξενα δε σταματούν εδώ. Τα τουρκικά αποβατικά πλοία ήταν ήδη μερικές εκατοντάδες μέτρα από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974. Τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν βίντεο και φωτογραφίες που φανέρωναν ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη για εισβολή. Τότε ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ο Μακάριος, ως νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου, για να μιλήσει. Έχοντας δει τις εικόνες στις ειδήσεις και ξέροντας ότι η Τουρκία ήταν πανέτοιμη για εισβολή, ο Μακάριος όχι μόνο δεν ζήτησε από την Τουρκία να δείξει αυτοσυγκράτηση, αλλά κατηγόρησε ευθέως την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο, για παραβίαση του Συντάγματος, που έπρεπε να αποκατασταθεί αμέσως και τόνισε ότι από την ελληνική εισβολή απειλούνταν και οι Τουρκοκύπριοι. Την ομιλία εκείνη του νόμιμου προέδρου της Κύπρου επικαλείται μέχρι σήμερα η Τουρκία, λέγοντας ότι επενέβη για να σώσει τους Τουρκοκύπριους από την εισβολή της Ελλάδας, έπειτα από την καταγγελία που έκανε η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυπριακή κυβέρνηση.

Το άλλο παράξενο ήταν πως, ενώ οι Τούρκοι χτυπούσαν, οι Έλληνες αξιωματικοί έλεγαν στους φαντάρους να μην χτυπήσουν, γιατί οι Τούρκοι έκαναν απλά άσκηση. Μάλιστα είχαν φροντίσει, από τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος, να απομακρύνουν τάγματα της Εθνικής Φρουράς, που κρατούσαν νευραλγικές θέσεις στα βόρεια παράλια της Κύπρου, από την Κερύνεια ως την Πόλη της Χρυσοχούς και να τα στείλουν στου διαόλου τη μάνα, για να μην υπάρχει κανείς να αντισταθεί στην αποβίβαση των εισβολέων. Γιατί έγινε αυτό; Διότι το σχέδιο, δηλαδή η μυστική συμφωνία μεταξύ χούντας, Τουρκίας και αμερικανοβρετανικών μυστικών υπηρεσιών προέβλεπε να μην υπάρξει αντίσταση, ώστε να μην προκληθεί αιματοχυσία. Εδώ όμως το κόλπο στράβωσε. Διότι, παρά τις διαταγές προς τους φαντάρους να μην χτυπήσουν, μέσα στην ανοργανωσιά, τη σύγχυση και τον πανικό, κάποιοι χτύπησαν. Μαρτυρίες στο ντοκιμαντέρ «Αιχμάλωτοι Μιας Προδοσίας» μιλούν για χτύπημα δικών μας εναντίον των αποβατικών δυνάμεων στο Πέντε Μίλι που κοκκίνησε τη θάλασσα από το αίμα. Από εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι εισβολείς άρχισαν να πετσοκόβουν. Εκτελούσαν φαντάρους κι άμαχους κατά το δοκούν και βίαζαν γυναίκες όλων των ηλικιών.

Παρόλο που σε δύο μέρες (22 Ιουλίου) κηρύχθηκε εκεχειρία, ο τουρκικός στρατός συνέχιζε την προέλαση, με αυξανόμενη αγριότητα. Γιατί και πάλι κάποιοι δικοί μας έδιναν αφορμές και προσχήματα. Θρασύδειλοι πιστολάδες της ΕΟΚΑ Β’ και πραξικοπηματίες, στα μετόπισθεν και πάντως μακριά από την κόλαση των μαχών με τον τουρκικό στρατό,  μπήκαν στα τουρκοκυπριακά χωριά, Τόχνη, Μάραθα, Αλόα και Στανταλάρης και σκότωσαν αθώα γυναικόπαιδα. Ήταν άραγε απλώς αποτέλεσμα μιας ασύλληπτα θρασύτατης βλακείας ή ήταν κι οι επιθέσεις αυτές μέρος του ιδίου σχεδίου, που θα εξυπηρετούσε την Τουρκία να επικαλείται την προστασία των Τουρκοκυπρίων για να προελαύνει ασταμάτητα, μέχρι να καταλάβει όλο το έδαφος που προέβλεπε το σχέδιο και να μαζέψει έπειτα εκεί μέσα όλους τους Τουρκοκύπριους, για «λόγους ασφαλείας»; Προσωπική μου άποψη είναι ότι στην πραγματικότητα συνέβη το δεύτερο. Οι επιθέσεις στα τουρκοκυπριακά χωριά ήταν μέρος του σχεδίου της προδοσίας.  

Στο μεσοδιάστημα έγιναν συνομιλίες στη Γενεύη. Εκεί τέθηκε στο τραπέζι σχέδιο ομοσπονδίας με δύο πολιτείες, στη βάση ενός χάρτη που έδειχνε ότι το έδαφος της τουρκοκυπριακής πολιτείας θα ήταν περίπου αυτό που κατέλαβε τουρκικός στρατός στον δεύτερο γύρο της εισβολής, όταν απέτυχαν οι συνομιλίες. Ο Κληρίδης ήθελε να δεχτεί την ομοσπονδία και να συζητήσει τον γεωγραφικό χάρτη, προκειμένου να αποφευχθεί μια δεύτερη αιματηρή τουρκική επίθεση, αλλά ο Μακάριος και το ελληνοκυπριακό βαθύ κράτος απέρριψε το σχέδιο ασυζητητί. Ήταν τότε που ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών Γεώργιος Μαύρος διακήρυξε ότι, μεταξύ της ατιμώσεως και του πολέμου η Ελλάς επιλέγει τον πόλεμο, αλλά λίγες ώρες μετά, μόλις ξημέρωσε το φως της 14ης Αυγούστου, η Ελλάς επέλεξε την ταπείνωση, αφήνοντας τους Κύπριους να καίγονται μόνοι μέσα στη φωτιά του πολέμου (τρία χρόνια αργότερα η ελληνική πλευρά δέχτηκε να συζητήσει την ομοσπονδία, την οποία απέρριψε εκείνο το πρωί). Στη διάρκεια της δεύτερης εισβολής συνεχίστηκαν οι αδιανόητες βαρβαρότητες των δυνάμεων εισβολής ενώ κατέλαβαν χωρίς ισχυρή αντίσταση όχι μόνο το έδαφος που πρόβλεπε η μυστική συμφωνία αλλά και κάτι παραπάνω, ώστε να έχουν να δώσουν πίσω, στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ενόσω ο Μακάριος ήταν στο εξωτερικό, δεν αντιλαμβανόταν ακριβώς τι γινόταν στην Κύπρο, κάτι που ενισχύει την άποψή μου ότι οι αμερικανοβρετανικές μυστικές τον ενημέρωσαν, πριν από το πραξικόπημα, ότι η τουρκική επιχείρηση θα ήταν μικρής κλίμακας και πολύ περιορισμένης βίας κι αυτός ήταν με εκείνη την εντύπωση, θεωρώντας μάλλον υπερβολές όσα του μετέφεραν για την κατάσταση την Κύπρο. Όταν ωστόσο επέστρεψε τον Νοέμβρη του 1974, αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια του τον συγκλόνισε, σε βαθμό που κάποιοι επιμένουν ότι εκεί κλονίστηκε η υγεία του, με αποτέλεσμα να πεθάνει δύο χρόνια και εννέα μήνες αργότερα, από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

Παρόλα αυτά όμως συνέβη τότε άλλο ένα παράξενο γεγονός. Ο Μακάριος αποφάσισε να συγχωρέσει όλους όσοι ευθύνονταν για το πραξικόπημα. Πρόσφερε «κλάδον ελαίας» σε εκείνους που προκάλεσαν την τουρκική εισβολή, που είχαν ευθύνη για τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, των βιασμό χιλιάδων γυναικών, για το ξεσπίτωμα 170 χιλιάδων ανθρώπων. Χωρίς να ρωτήσει τον πονεμένο αυτό λαό, αποφάσισε από μόνος του να συγχωρέσει εκείνους που έφεραν το θάνατο και την καταστροφή. Έτσι λοιπόν ούτε στην Κύπρο αλλά ούτε και στην Ελλάδα λογοδότησε ποτέ κανείς για την τεράστια εκείνη εθνική καταστροφή.

Οι χουντικοί στην Ελλάδα δικάστηκαν και καταδικάστηκαν μόνο για το πραξικόπημα στην Ελλάδα, όχι για το πραξικόπημα στην Κύπρο. Ούτε και για το ότι έστειλαν τα παιδιά του κυπριακού αλλά και του ελληνικού λαού (ΕΛΔΥΚ) να σκοτωθούν σε έναν αγώνα προδομένο. Μάλιστα αν παρακολουθήσει κανείς την ταινία «Η Δίκη της Χούντας», με αυθεντικά οπτικογραφημένα αποσπάσματα από τη δίκη σημαινόντων στελεχών της ούτω καλούμενης «Εθνικής Κυβέρνησης» θα διαπιστώσει ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν επέτρεψε σε καμία περίπτωση αναφορά στην Κύπρο κι αφαιρούσε το λόγο σε όποιον επιχειρούσε μια τέτοια αναφορά, λέγοντας ότι ήταν εκτός θέματος. Αλλά αν ήταν μόνο η χούντα ένοχη για την κυπριακή τραγωδία, γιατί τόση μυστικοπάθεια από τις ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και των κυβερνήσεων στην Κύπρο;  Ενώ όλοι κατηγορούν αποκλειστικά τη χούντα και τους ξένους για την προδοσία της Κύπρου, ο φάκελος της Κύπρου δεν άνοιξε ποτέ. Παρέμεινε για 40 χρόνια κλειδαμπαρωμένος στα υπόγεια της Βουλής των Ελλήνων και μόλις τα τελευταία χρόνια δόθηκε υλικό στην κυπριακή βουλή, μέσα από το οποίο ωστόσο δεν βγάζει κανείς και πολλά συμπεράσματα.

Επανέρχομαι λοιπόν στην προσωπική μου άποψη ότι δεν ήταν μόνο η χούντα πίσω από την προδοσία. Ήταν κι άλλοι. Τονίζω ότι σε καμία περίπτωση δεν ελαφρύνω τις ευθύνες της χούντας και των εδώ στην Κύπρο συνεργατών της, όπως ήταν η ΕΟΚΑ Β’ και άλλοι παράγοντες. Αντιθέτως θεωρώ ότι ο ηλίθιος προδότης Δημήτριος Ιωαννίδης ευθύνεται πρώτα και πάνω από όλους για το γεγονός ότι συγκατένευσε στο σχέδιο για τη διχοτόμηση της Κύπρου, με μια απλοϊκή πεποίθηση ότι έτσι θα ξεμπέρδευε μια για πάντα με το Κυπριακό.  Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ιωαννίδης διχοτομικός. Ήταν και πολλοί άλλοι. Σίγουρα διχοτομικό ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα το διεφθαρμένο ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που αποτελεί στην ουσία το βαθύ κράτος πίσω από κάθε κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα.

Αυτό το βρόμικο σινάφι που πήρε στα χέρια του την εξουσία, μόλις τερματίστηκε η αποικιοκρατία, γλυκάθηκε με το μέλι της εξουσίας και της υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος, γλυκάθηκε δηλαδή καταληστεύοντας αυτό τον αφελή και ταλαίπωρο λαό και μας τα έκανε όλα. Μας εξαπάτησε πουλώντας μας πατριωτικά φούμαρα, ενώ είχε στο νου του εξαρχής τη διχοτόμηση. Όταν πριν από την εισβολή μιλούσε για Ένωση, στο νου του είχε την διπλή ένωση, δηλαδή τη διχοτόμηση. Όταν μετά την εισβολή μιλούσε και συνεχίζει να μιλά για προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην πραγματικότητα εννοεί τη διατήρηση του σημερινού στάτους κβο, δηλαδή την ντε φάκτο διχοτόμηση, μέχρι ο χρόνος να τη οριστικοποιήσει. Αυτή είναι η λύση που τους βολεύει και δεν πρόκειται να κάνουν πίσω, μέχρι να την πετύχουν.

Προς το παρόν και για όσο καιρό μπορούν, κερδίζουν χρόνο. Γιατί ξέρουν πως ο χρόνος θα μας κάνει να ξεχάσουμε τη χαμένη μας πατρίδα, τους παππούδες μας που την πότιζαν με το αίμα και τον ιδρώτα τους, τους ήρωες του απελευθερωτικού μας αγώνα, που έδωσαν τη ζωή τους για να ελευθερωθεί αυτός ο τόπος το 1960 και να τον ορίζουμε ελεύθερο από τη μια του άκρη ως την άλλη, τους αγαπημένους μας πατεράδες και αδελφούς που σκοτώθηκαν στις προδομένες μάχες με τον τούρκικο  στρατό, τις μανάδες και τις αδελφές μας που τις βίασαν οι εισβολείς, την ιστορική μας παρουσία για σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια σε εκείνα τα χώματα, που τώρα τα ορίζει η Τουρκία.

Προς το παρόν και για όσο καιρό μπορούν, κερδίζουν χρόνο αλλά και χρήμα. Μοιράζοντας μεταξύ τους την εξουσία και κατακλέβοντας από τη τσέπη μας το υστέρημά μας. Αυτό το βρόμικο σινάφι δεν μας πρόδωσε μόνο το 1974. Το 1955 μας εξαπάτησε ότι ο αγώνας γινόταν για την Ένωση, ενώ ήξερε πολύ καλά ότι Ένωση δεν θα γινόταν. Μας το είχε πει εξάλλου κι ο (διπλωμάτης το επάγγελμα) ποιητής Γιώργος Σεφέρης, στο ποίημα του «Ελένη», πριν τον αγώνα της ΕΟΚΑ, ότι άδικα θα γέμιζε ο Σκάμανδρος κουφάρια, γιατί η Ένωση ήταν «ένα πουκάμισο αδειανό». Έστειλαν τα παλληκάρια να θυσιάσουν τη ζωή τους για την Ένωση και στο δρόμο άλλαξαν γνώμη. Συμφώνησαν ανεξάρτητο κράτος κι έπειτα το γύρισαν και πάλι στην Ένωση, γιατί το παραμύθι πουλούσε. Από την καταστροφή του 1974 και μετά το παραμύθι έγινε «μια δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση» που θα έρθει μετά από πολλά χρόνια, μέσα από έναν ατέλειωτο μεν αλλά άνετο, βολικό και ξεκούραστο «Μακροχρόνιο Αγώνα», μη βιάζεστε.

Αυτό λοιπόν το βρόμικο σινάφι μας πρόδωσε, μας ξεπούλησε, μας κατάκλεψε, μας ντρόπιασε, μας εξευτέλισε όχι μία φορά, αλλά πολλές. Το 1974 ήταν το αποκορύφωμα. Εκατόν εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι ξεσπιτώθηκαν, έζησαν για χρόνια μέσα στα αντίσκηνα και στα χαμόσπιτα μέχρι να τους χτίσουν κυβερνητικά σπίτια. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, χιλιάδες γυναίκες έπεσαν θύματα βιασμού, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, χιλάδες γονιοί, γυναίκες και παιδιά περίμεναν για δεκαετίες να μάθουν τι απέγιναν οι δικοί τους άνθρωποι, που πήγαν να αντισταθούν στην τουρκική εισβολή και χάθηκαν. Εξαπατήθηκαν ότι γίνονται προσπάθειες για λύση και δικαίωση, ενώ στην πραγματικότητα μας οδηγούν, σε παράλληλη δράση με την Τουρκία, στην οριστική διχοτόμηση.

Όταν ήρθε το 1974, μετά την εισβολή, η διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια για τους πρόσφυγες, ξέρετε τι έκανε το αθεόφοβο αυτό σινάφι; Την ΕΚΛΕΨΕ! Έκλεψε ό,τι μπορούσε να κλέψει. Από χρήματα, είδη πρώτης ανάγκης, φαγώσιμα είδη ένδυσης και υπόδησης και μάλιστα, για να μην βγει στη φόρα το πλιάτσικο και το μάθει ο προδομένος αυτός κόσμος, ξέρετε τι έκανε; Έκαψε κι από  πάνω τις αποθήκες της Κοινωνικής Μέριμνας, για να σκεπαστεί το έγκλημα. Σκεφτείτε το. Μετά από όλη εκείνη τη συμφορά, αυτό το βρόμικο βαθύ κράτος έκλεβε κι από πάνω το θύμα της προδοσίας, που ήταν αυτός ο αφελής και ευκολόπιστος λαός.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου, εκείνοι δηλαδή που πήγαν να πολεμήσουν με την τερατώδη τουρκική πολεμική μηχανή, είτε άοπλοι είτε με κάτι γελοία τουφέκια του β’ παγκοσμίου πολέμου, ανοργάνωτοι, και προδομένοι, με αποτέλεσμα να πιαστούν αιχμάλωτοι των Τούρκων, ξέρετε τι αντιμετώπισης έτυχαν από αυτό το βρόμικο βαθύ κράτος; Τους έγραψαν πάνω στο απολυτήριο του στρατού ότι συνελήφθησαν από τις δυνάμεις εισβολής του τουρκικού στρατού κι ότι η διαγωγή τους κατά τη διάρκεια της κράτησης τους παραμένει άγνωστη. Δηλαδή ότι περίπου μπορεί να ήταν και προδότες! Αυτό το ξετσίπωτο προδοτικό σινάφι που έφερε τους Τούρκους, στιγμάτισε σαν προδότες εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν τους Τούρκους κι υπόφεραν ανείπωτα βασανιστήρια στη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους στις τουρκικές φυλακές. Ναι, τόση ξετσιπωσιά!

Μας έκαναν λοιπόν όλα εκείνα τα απίστευτα και δεν σταμάτησαν εκεί. Όταν πέθανε κι ο Μακάριος, κυριολεκτικά ξεσάλωσαν. Έστησαν το σύστημα εξουσίας στα μέτρα τους κι άρχισαν να τρώνε δισεκατομμύρια, κλέβοντας και ξανακλέβοντας και ξανακλέβοντας το μόνιμο θύμα τους, αυτό τον λαό. Το θέμα είναι πως αυτό το βρόμικο σινάφι βρίσκει και κάνει. Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται, δίκαια ή άδικα, πως αυτό που παίρνουμε, ως λαός, είναι αυτό ακριβώς που μας αξίζει.

Μακάρι να μην είναι έτσι. Μακάρι μια μέρα να ξυπνήσουμε και να σηκωθούμε όρθιοι. Μακάρι μια μέρα να ενώσουμε όλοι τα χέρια και να γίνουμε μια συντριπτική γροθιά στη μούρη αυτού του ξεδιάντροπου κι αχόρταγου κατεστημένου, να τη φάει και να πάει στον αγύριστο. Ίσως δούμε επιτέλους σ’ αυτό τον τόπο μιαν άσπρη μέρα.

ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Σαν σήμερα, το Σάββατο 20 Ιουλίου του 1974, τα ξημερώματα, η Τουρκία διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, εναντίον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’.  

Όλοι γνώριζαν πως η Τουρκία θα έκανε εισβολή, σε περίπτωση που γινόταν πραξικόπημα. Μάλιστα ο Μακάριος προειδοποιούσε πολύ πριν το πραξικόπημα ότι τυχόν ελληνική επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου θα ενταφίαζε οριστικά το όνειρο της “Ένωσης”, ενώ και στο θρυλικό του διάγγελμα από την Πάφο, ανήμερα του πραξικοπήματος, είπε ότι ότι “κάποιοι αποφάσισαν να διχοτομήσουν την Κύπρο”, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι θα ακολουθούσε τουρκική επέμβαση.  

Το παράξενο με τον Μακάριο είναι πως, ενώ γνώριζε ότι η Τουρκία επρόκειτο να εισβάλει κι ενώ έβλεπε στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τα τουρκικά πολεμικά να προσεγγίζουν τις ακτές της Κερύνειας, εκείνο το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974 και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η εισβολή, ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ουσιαστικά παρέσχε στην Τουρκία το πρόσχημα  που αναζητούσε. Διότι δεν περιορίστηκε μόνο στο να καταγγείλει το πραξικόπημα. Υπογράμμισε ότι το πραξικόπημα ήταν στην ουσία εισβολή της Ελλάδος στην Κύπρο και ότι από αυτή την εισβολή κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.  

Τα ερωτηματικά σε σχέση με τον ρόλο του Μακαρίου και πολλών άλλων παραμένουν αναπάντητα, καθώς τα πιο σημαντικά έγγραφα του φακέλου της Κύπρου παραμένουν απροσπέλαστα στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Εικασίες σχετικά με το ρόλο του Μακαρίου έχω γράψει στο άρθρο μου με τίτλο “Ένα αιρετικό αφήγημα για το πραξικόπημα”.   

Σαφώς όμως την τεράστια ευθύνη για την τουρκική εισβολή και την ανείπωτη καταστροφή που σκόρπισε, τη φέρει η ελληνική Χούντα και οι συνεργάτες της στην Κύπρο.  Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι αυτοί ήξεραν πολύ καλά πως, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε τουρκική εισβολή. Ήταν στο σχέδιο. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Τουρκίας είχαν ξεκινήσει αρκετούς μήνες πριν: Επανδρώθηκε το αεροδρόμιο της Αττάλειας, στρατιωτικές μονάδες μετακινούνταν στις νοτιοανατολικές ακτές της Τουρκίας  και σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα…  

Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι τουρκικές στρατιωτικές μονάδες τέθηκαν σε διαδικασία κίνησης προς την Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός “Bayrak” μετέδιδε ότι έρχεται ο τουρκικός στρατός να σώσει τα αδέλφια του, τους Τουρκοκύπριους. Λίγες ώρες πριν την εισβολή, τα τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη πλησιάσει τη βόρεια ακτή της Κύπρου.   Από τη δική μας πλευρά τι γινόταν όλες εκείνες τις ημέρες για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός κίνδυνος; Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ!  Το 281 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδάκτυλου και θα μπορούσε να είχε βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, στάλθηκε, στις 15 Ιουλίου, από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς στο ΚΕΝ Πάφου, με τη διαταγή να καταπνίξει την εκεί αντίσταση.

Στις 19 Ιουλίου κι ενώ τα τουρκικά πολεμικά ήταν έξω από την Κερύνεια, το 281 διατάχθηκε να στρατοπεδεύσει στην Αθαλάσσα, αντί να τρέξει να επανδρώσει τα πολυβολεία.   Στις 5:30 το πρωί ξεκίνησαν τις πρώτες τους επιδρομές τα τουρκικά πολεμικά  αεροσκάφη, καθώς από τα πλοία αποβιβάζονταν ήδη στρατιώτες και άρματα μάχης.  Στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας άρχισαν να πέφτουν 2 χιλιάδες αλεξιπτωτιστές.  Καμία απάντηση δεν δόθηκε από πλευράς της Εθνικής Φουράς, ενώ το ΡΙΚ ξεκίνησε κανονικά την εκπομπή του στις 6:00 με πρωϊνή γυμναστική, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.   Οι πραξικοπηματίες μιλούσαν για τουρκική άσκηση και δεν έδιναν διαταγές στην Εθνική Φρουρά για δράση. Πέρασαν σχεδόν 3 ώρες μέχρι να δεήσει η χούντα  να δόσει πράσινο φως στο ΓΕΕΦ για να ξεκινήσει η επιστράτευση. Ήταν τότε, γύρω στις 9:30 το πρωί που διατάχθηκε από τους εγκληματίες πραξικοπηματίες το 286 μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού να κατευθυνθεί προς την Κερύνεια, σε φάλαγγα μέσα στον δημόσιο δρόμο, με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τα τουρκικά αεροσκάφη και να κομματιαστούν οι φαντάροι.  

Όλες οι μαρτυρίες μιλούν για μια ακατανόητη και εγκληματική ολιγωρία, που οδήγησε στο θάνατο χιλιάδες νέα παιδιά, που έτρεξαν να υπερασπίσουν την πατρίδα. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν έχουν άλλη απάντηση παρά αυτή: Επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα, για εσχάτη προδοσία.   Η χούντα είχε αποφασίσει να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια να απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία κι από την άλλη να λύσει το Κυπριακό με την “καθαρή” λύση της διχοτόμησης,  χωρίς ελληνική υπογραφή αλλά διά της βίας των τουρκικών όπλων.  

Για το τεράστιο εκείνο έγκλημα δεν λογοδότησε κανείς από τους πραγματικά υπαίτιους. Καμία δίκη δεν έγινε, κανένας δεν πλήρωσε ούτε το ελάχιστο τίμημα για την εθνική προδοσία. Πολλοί κατηγορούν τον Καραμανλή γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή ξεχνούν ότι κι ο Μακάριος, επιστρέφοντας στην Κύπρο, πρόσφερε από την πρώτη στιγμή “κλάδον ελαίας” σε εκείνους που προετοίμασαν και διέπραξαν το πραξικόπημα κι ολιγώρησαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής, στέλνοντας στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους και στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες άλλους.  

Το γιατί όμως οι νόμιμες κυβερνήσεις Καραμανλή στην Ελλάδα και Μακαρίου στην Κύπρο, αποφάσισαν να κουκουλώσουν το μεγαλύτερο ιστορικά έγκλημα εις βάρος του κυπριακού Ελληνισμού, παραμένει ένα ερώτημα εξίσου βασανιστικό και αναπάντητο. Όπως και το γιατί σχεδιάστηκε το έγκλημα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί συνεργοί της χούντας και ποιες οι πραγματικές τους προθέσεις.   Σοβαρές απαντήσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη, ούτε από το πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων, ούτε από το πόρισμα παρωδία της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων. Η ιστορική ετυμηγορία στο τεράστιο αυτό ζήτημα εξακολουθεί να εκκρεμεί.

ΕΝΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα καταδικάζουμε το πραξικόπημα που διενήργησε στις 15 Ιουλίου 1974 η στρατιωτική χούντα της Ελλάδας, υπό τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, εναντίον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στην Κύπρο. Το λέμε «πραξικόπημα» αλλά η επίσημη καταγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη αναφερόταν σε εισβολή της Ελλάδας στην Κύπρο, όπως και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε πέντε μέρες αργότερα.

Τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ής Ιουλίου 1974, τα τουρκικά πολεμικά πλοία ήταν στα ανοικτά της Κερύνειας πλησιάζοντας την ακτή του «Πέντε Μίλι» και τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν εικόνες. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατάγγειλε την ελληνική εισβολή. Όχι μόνο δεν είπε οτιδήποτε για τα τουρκικά πλοία που πλησίαζαν την Κύπρο, όχι μόνο δεν προειδοποίησε την Τουρκία να μην πραγματοποιήσει εισβολή αλλά αντίθετα κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να ενεργήσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο διότι, εκτός από τους Ελληνοκύπριους, η ελληνική εισβολή έθετε σε κίνδυνο και τους Τουρκοκύπριους.

Να το γράψω όσο απλά γίνεται: Με τη διατύπωσή του ο Μακάριος, εμμέσως πλην σαφώς, έδινε στην Τουρκία τη νομιμοποίηση που χρειαζόταν για να εισβάλει στην Κύπρο. Από τότε η Τουρκία επικαλείται εκείνη την ομιλία κάθε φορά που την κατηγορούμε στα διεθνή βήματα ότι διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι διενήργησε «ειρηνευτική επιχείρηση», για να μας σώσει. Ίσως γι’ αυτό επίσης δεν υπάρχει μέχρι σήμερα σε κανένα ψήφισμα του ΟΗΕ καταδίκη της Τουρκίας για την εισβολή της στην Κύπρο.

Στο επίσημο αφήγημα για το πραξικόπημα, ο Μακάριος είχε προειδοποιηθεί για το πραξικόπημα,  από ξένους διπλωμάτες και άλλους παράγοντες και ότι απάντησε με αφέλεια νηπίου και όχι ωριμότητα ηγέτη πως «δεν πίστευε ότι ελληνικό χέρι θα έστρεφε όπλο εναντίον του». Το σαββατοκύριακο πριν από την πιθανότερη ημερομηνία εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο Μακάριος διανυκτέρευσε στην εξοχική προεδρική κατοικία του Τροόδους και κατέβηκε στο προεδρικό το πρωί της Δευτέρας 15 Ιουλίου.

Στη διαδρομή πέρασε ακριβώς έξω από την επιλαρχία των τεθωρακισμένων στην Κοκκινοτριμιθιά, χωρίς κανείς να τον σταματήσει. Τον άφησαν να περάσει έξω από την πύλη τους και μετά ξεκίνησαν τα τανκς να πάνε να τον βρούνε στο προεδρικό. Φτάνοντας στο προεδρικό τα άρματα και οι λοκατζήδες, δεν θεώρησαν αναγκαίο να περικυκλώσουν το κτίριο. Σχημάτισαν ένα πέταλο κι άφησαν ελεύθερο το πίσω μέρος του προεδρικού μεγάρου, το μονοπάτι που περνούσε μέσα από τον Πεδιαίο Ποταμό και έβγαινε στην οδό Προδρόμου.

Διαφεύγοντας από εκεί και βγαίνοντας στο δρόμο, μαζί με τον υπασπιστή του, ο Μακάριος σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και ζήτησε από τον οδηγό να του το δώσει. Αρχικά μετέβη στην Κλήρου κι έπειτα από εκεί ξεκίνησε για τη μονή Κύκκου. Ούτε στο μοναστήρι σκέφτηκαν οι πραξικοπηματίες να στείλουν ένα άγημα αλλά ούτε και στη μητρόπολη της Πάφου, όπου ο Μακάριος κατέληξε το απόγευμα της Δευτέρας. Στην Πάφο, ο τεχνικός του ΡΙΚ ένωσε τον αναμεταδότη του ραδιοφώνου με ένα πρόχειρο στούντιο, από το οποίο ο Μακάριος απηύθυνε το γνωστό διάγγελμα «ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις…».

Από την ημέρα της εισβολής μέχρι σήμερα υπήρχε πάντοτε η πικρία στην κυπριακή κοινή γνώμη ότι πίσω από τα γεγονότα του 1974 κρυβόταν «αγγλοαμερικανικός δάκτυλος». Αλλά ήταν οι Εγγλέζοι εκείνοι που φιλοξένησαν τον Μακάριο στις βάσεις τους στην Επισκοπή κι από εκεί τον μετέφεραν με ελικόπτερο μέχρι τη Μάλτα κι έπειτα αεροπορικώς στο Λονδίνο, όπου και τον φιλοξένησαν. Τρεις ημέρες αργότερα μετέβη στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να καταγγείλει από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την ελληνική εισβολή, όπως έγραψα και στη δεύτερη παράγραφο.

Ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος του Μακαρίου στα γεγονότα δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, ενόσω τα πιο σημαντικά αρχεία, που αφορούν τα γεγονότα του πραξικοπήματος και της εισβολής, κρατούνται ακόμη ερμητικά κλειστά και δεν δίνονται στη δημοσιότητα. Αν οι ευθύνες αφορούσαν μόνο τη χούντα, δε νομίζω ότι θα τα κρατούσα ακόμη σαν εφτασφράγιστα μυστικά.

Αντί του επίσημου αφηγήματος, σας προτείνω το εξής σενάριο:

Οι ξένοι που σχεδίασαν και συντόνισαν στο παρασκήνιο τα θλιβερά γεγονότα του 1974 (αμερικανικές και βρετανικές μυστικές υπηρεσίες), είχαν αποφασίσει να εξυπηρετήσουν ένα σχέδιο οριστικής λύσης του Κυπριακού με γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, ώστε να σταματήσουν οι προστριβές στην Κύπρο ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Τον δικτάτορα Ιωαννίδη δεν ήταν δύσκολο να τον πείσουν. Εξάλλου ο ίδιος, σε ανύποπτο χρόνο, είχε πει ότι το Κυπριακό μόνο με διχοτόμηση θα μπορούσε να λυθεί, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θα δέχονταν ποτέ να παραχωρήσουν γη στους Τουρκοκύπριους για να γίνει αυτό το πράγμα. Από την άλλη ο Μακάριος, που τα πήγαινε πολύ καλά με τη χούντα του Παπαδόπουλου, αντιμετώπισε την ψυχρότητα της χούντας του Ιωαννίδη. Άρχισαν τότε να τον πολιορκούν στο παρασκήνιο σταλμένοι των αγγλοαμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Έλληνες και ξένοι πολιτικοί και διπλωμάτες, οι οποίοι τον έπεισαν ότι τελικά ίσως έπρεπε να γίνει το πραξικόπημα για να ακολουθήσει η τουρκική εισβολή, με μια ελεγχόμενη στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας, η οποία θα προκαλούσε την πτώση της χούντας.

Οι ίδιοι έπεισαν από την άλλη και τον «αόρατο δικτάτορα» ταξίαρχο Ιωαννίδη ότι μόνο απομακρύνοντας τον Μακάριο με πραξικόπημα θα μπορούσε να επιτευχθεί επιτέλους πολιτική διευθέτηση στην Κύπρο, η οποία θα τερμάτιζε και την προβληματική για το ΝΑΤΟ αλλά και για την ίδια την Ελλάδα, διένεξή της με την Τουρκία. Είπαν και σ’ αυτόν ότι η τουρκική επιχείρηση θα ήταν περιορισμένης έκτασης και ότι, όσο λιγότερη ήταν η αντίσταση απέναντι στην εισβολή, τόσο λιγότερη θα ήταν και η αιματοχυσία. Οπότε θα έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος να μην μπορέσει η Εθνική Φρουρά να εκδηλώσει σοβαρή αντίσταση.

Στον Μακάριο είπαν ότι δεν θα κινδύνευε η ζωή του, ούτε θα συλλαμβανόταν κι ότι θα τον μετέφεραν στον ΟΗΕ οι Βρετανοί, για να καταγγείλει την ελληνική εισβολή, ώστε να ακολουθήσει μια συμφωνημένα περιορισμένης έκτασης τουρκική επιχείρηση, που θα προκαλούσε την πτώση της χούντας.

Από την άλλη στον Ιωαννίδη είπαν ότι ο Μακάριος δεν έπρεπε να σκοτωθεί, ούτε να συλληφθεί, διότι οι συνέπειες θα ήταν ανεξέλεγκτες. Ότι ο Μακάριος θα έπρεπε να αφεθεί να φύγει από την Κύπρο, μέσω των βρετανικών βάσεων και να ζήσει στην εξορία, όπως ζούσαν εξάλλου και πολλοί Έλληνες πολιτικοί. Ότι επίσης δεν θα έπρεπε να υπάρξει σθεναρή αντίσταση εναντίον της τουρκικής επιχείρησης, ώστε να μην προκληθεί αιματοχυσία. Ότι η Τουρκία θα κατελάμβανε τις περιοχές που ήταν στο συμφωνημένο σχέδιο, για να μεταφέρει εκεί τους Τουρκοκύπριους και να λυθεί έτσι οριστικά το Κυπριακό, είτε με διπλή Ένωση είτε με δημιουργία δύο κρατών, λύσεις που ο Ιωαννίδης θεωρούσε ιδανικές.

Αν έχετε υπόψη σας το πιο πάνω σενάριο, τότε απαντώνται όλες σας οι απορίες:  Γιατί ο Μακάριος δεν έκανε κάτι για να αποτρέψει το πραξικόπημα, ενώ είχε πληροφορίες γι’ αυτό; Γιατί οι πραξικοπηματίες δεν συνέλαβαν τον Μακάριο την ώρα που περνούσε έξω από την επιλαρχία της Κοκκινοτριμυθιάς; Γιατί δεν περικύκλωσαν το προεδρικό; Γιατί δεν μπλόκαραν τις πιθανές διαδρομές από τις οποίες θα έφευγε ο Μακάριος; Γιατί τον Μακάριο τον φυγάδευσαν οι Βρετανοί, που τους κατηγορούμε ως συνυπεύθυνους για το πραξικόπημα και την εισβολή; Γιατί η Εθνική Φρουρά δεν αφέθηκε να αντισταθεί σοβαρά εναντίον του Τούρκου εισβολέα και γιατί πολλές μονάδες λάμβαναν εντολές να μην χτυπήσουν, διότι επρόκειτο τάχα για τουρκική άσκηση; Γιατί δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία του Πενταδακτύλου, που θα μπορούσαν να είχαν βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, πριν αρχίσει η εισβολή αλλά η μονάδα που τα επάνδρωνε στάλθηκε στην Πάφο; Γιατί ο Μακάριος κατάγγειλε στον ΟΗΕ μόνο την ελληνική εισβολή, λέγοντας ότι κινδυνεύουν οι Τουρκοκύπριοι, όταν έβλεπε από την τηλεόραση στη Νέα Υόρκη τα τουρκικά πλοία έτοιμα να αποβιβάσουν στρατό στην Κερύνεια;

Δυστυχώς το επίσημο αφήγημα, το παραμύθι δηλαδή που μας πουλάνε εδώ και δεκαετίες, αδυνατεί να δώσει σοβαρές απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα. Σε αντίθεση με το … αιρετικό σενάριο που σας έχω προτείνει.

Το πραξικόπημα ήταν το πρώτο μέρος του σχεδίου και η τουρκική εισβολή το δεύτερο. Για να επιβληθεί στην Κύπρο μια λύση που, όπως είναι φανερό από τη μέχρι τώρα πορεία του Κυπριακού προβλήματος, βόλευε τελικά όλους όλους. Δυστυχώς για όσους ονειροπόλους πιστεύουμε ακόμη ότι θα μπορούσε αυτό το νησί να είχε μια καλύτερη τύχη από τη διχοτόμηση.

ΟΤΑΝ Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΒΑΘΜΙΖΕΤΑΙ ΣΕ “ΑΠΕΡΙΣΚΕΨΙΑ”…

Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, τον Ιούλιο του 1974, ήταν προσχεδιασμένη πράξη, στο πλαίσιο του σχεδίου για διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων και διχοτόμηση της Κύπρου στη βάση της εθνοκάθαρσης.  Το σχέδιο αυτό εξυπηρετούσε βασικά τον τουρκικό στόχο για πλήρη και απόλυτο έλεγχο στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, ως στρατιωτική βάση και ζώνη ασφαλείας στο μαλακό της υπογάστριο της Τουρκίας, κάτι δηλαδή που θα καθιστούσε το μέρος αυτό προτεκτοράτο της Τουρκίας που θα εποικιζόταν ασταμάτητα με Τούρκους πολίτες και θα ενισχυόταν οικονομικά, ώστε να καταστεί σε βάθος χρόνου πληθυσμιακά μεγαλύτερο και οικονομικά ισχυρότερο από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Παρόλα αυτά μια τέτοια λύση στο Κυπριακό εξυπηρετούσε απόλυτα και το διεφθαρμένο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Διότι εκμεταλλευόμενο τα κενά στο κουτσουρεμένο Σύνταγμα και την απουσία ελέγχου της μιας κοινότητας πάνω στην άλλη, έστησε τους μηχανισμούς διαμοιρασμού της εξουσίας και καταλήστευσης του δημόσιου χρήματος. Οι επιτήδειοι “πατριώτες” κατάφεραν μάλιστα να πείσουν και πολλούς αγνούς πατριώτες ότι ο αγώνας τους ήταν για μια ελληνική Κύπρο, ή εν πάση περιπτώσει για μια καλύτερη λύση από το “έκτρωμα” της Ζυρίχης αρχικά κι έπειτα της ΔΔΟ.

Από την αρχή της ανεξαρτησίας, προβοκατόρικες πράξεις από βαλτούς και στις δύο κοινότητες, έσπειραν το εθνικιστικό μίσος που έδωσε στην Τουρκία το πρόσχημα για να το παίξει προστάτης των Τουρκοκυπρίων. Το πραξικόπημα ήταν μέρος του ίδιου σχεδίου, με το οποίο συμφώνησε κι ο δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης, ώστε να λυθεί οριστικά το κυπριακό με “καθαρή” λύση, η οποία όμως θα επιβαλλόταν διά της βίας από την Τουρκία, ώστε να μην κατηγορηθούν οι Έλληνες θιασώτες της λύσης αυτής ότι συναίνεσαν για τη διχοτόμηση της Κύπρου. 

Κατάφερε λοιπόν το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο να πείσει  τους χρήσιμους ηλίθιους ψηφοφόρους ότι μάχεται για την απαλλαγή μας από την Τουρκία, ενώ στην πραγματικότητα χάρισε τη μισή Κύπρο στην Τουρκία και της επέτρεψε να παγιώσει την κατοχή και την ντε φάκτο διχοτόμηση, ώστε με την πάροδο του χρόνου η προδοτική λύση της διχοτόμησης να γίνει δεκτή χωρίς διαμαρτυρίες, ως φυσική εξέλιξη.

Το κατεστημένο, που αποτελεί το βαθύ κράτος σε τούτη τη χώρα, είναι βαθιά διχοτομικό και όχι “ανανικό” όπως ανοήτως δήλωσε λίγο πριν τις εκλογές η Ελένη Θεοχάρους. Τα κατεστημένα στις δύο κοινότητες μάς ανέβασαν στο τρένο της διχοτόμησης που ήδη πλησιάζει στο τερματικό. Εδώ και 50 χρόνια διεξάγονται συνομιλίες απλά για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια σε κάποιους αφελείς (όπως εμένα) που πίστεψαν ότι μπορεί να υπάρξει λύση. Η λύση γι’ αυτούς γράφτηκε επί του εδάφους της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974, όπως δήλωσε εξάλλου από τότε πανηγυρικά και ο πρωθυπουργός της εισβολής Μπουλέντ Ετζεβίτ. 

Το δικό μας κατεστημένο ποσώς ενδιαφέρεται αν η Τουρκία επιδιώκει την αναγνώριση του ψευδοκράτους για να το καταστήσει ισχυρότερο και πληθυσμιακά μεγαλύτερο από την Κύπριακή Δημοκρατία. Δεν τους ενδιαφέρει ότι αυτό το κράτος θα βρίσκειται πάνω στη γη των πατέρων μας, δεν μπορούν να προβλέψουν τις συνέπειες  που θα έχει στο μέλλον του ελληνισμού σε τούτο το νησί. Θεωρούν ότι κι αυτός ακόμη ο διαμοιρασμός της ΑΟΖ, που αναγκαστικά θα πρέπει να γίνει εφόσον το ψευδοκράτος αναγνωριστεί, θα είναι απλά μια αναγκαία υποχώρηση, προκειμένου να τελειώνουμε με το Κυπριακό και τους Τούρκους.

Το πραξικόπημα ήταν μια πράξη εσχάτης προδοσίας κι όχι μια απερισκεψία, όπως απερίσκεπτα δήλωσε σήμερα ο Μαρίνος Σιζόπουλος. 

Θυμάμαι πώς όταν Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης (όταν έπεσε η χούντα υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας), χαρακτήρισε το πραξικόπημα “άφρΟν”, εδώ στην Κύπρο έγινε χαμός. Ξεσηκώθηκαν οι πάντες, κατηγορώντας τον ότι υποβαθμίζει μια πράξη εσχάτης προδοσίας σε “άφρονα” πράξη, αναγνωρίζοντας περίπου στους  χουντικούς πραξικοπηματίες το “ακαταλόγιστο” του τρελού. 

Σήμερα ο επικεφαλής ενός από τα κόμματα που φώναζαν τότε εναντίον του Καραμανλή για τη δήλωσή του, ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος, υποβάθμισε ακόμη πιο πολύ το έγκλημα, χαρακτηρίζοντας το … “απερισκεψία”. Πάλι καλά που δεν το χαρακτήρισε “απροσεξία”. 

Αλλά δεν με εκπλήττει καθόλου η δήλωση. Ο Σιζόπουλος, όπως κι αν δικαιολογεί την απορριπτική του πολιτική στο Κυπριακό, αυτή η πολιτική δεν παύει να είναι η πολιτική της της διχοτόμησης, για την οποία έγινε το πραξικόπημα. 

Η ΧΟΥΝΤΑ ΘΕΩΡΟΥΣΕ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΠΙΟ “ΚΑΘΑΡΗ” ΛΥΣΗ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ. ΕΣΥ;

Στις 15 Ιουλίου 1974 η κυπριακή Εθνική Φρουρά, έπειτα από διαταγή του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη (του  ισχυρού άντρα της στρατιωτικής χούντας, που σφετεριζόταν τότε την εξουσία στην Ελλάδα), διενήργησε, με τη βοήθεια και της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, πραξικόπημα εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Στο δικό μου μυαλό δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί στην Τουρκία η αφορμή να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει μέρος του βορείου τμήματος του νησιού, ώστε το Κυπριακό να λυθεί οριστικά με διχοτόμηση. Γι’ αυτό και δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις απόβασης, δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο (που θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα αποβατικά πλοία) και σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις διατάχθηκαν να μην χτυπήσουν τις τουρκικές διότι – όπως τους έλεγαν – “επρόκειτο για άσκηση. 

Σύμφωνα με διάφορες πηγές ο “αόρατος δικτάτορας”, Δημήτριος Ιωαννίδης, θεωρούσε το Κυπριακό ως τον μεγαλύτερο βραχνά για την Ελλάδα, γι’ αυτό και μόλις ανέτρεψε τον προηγούμενο δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον Νοέμβρη του 1973, έθεσε ως προτεραιότητα του να απαλλάξει τη χώρα του από αυτό το πρόβλημα,  με τη λύση που εκείνος θεωρούσε ως την καλύτερη και πιο λειτουργική: το γεωγραφικό και πολιτικό διαζύγιο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως καθαρά ελληνικό κράτος, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, αλλά και χωρίς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνο. 

Ο Ιωαννίδης θεωρούσε ως καλύτερη λύση τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ήξερε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο από τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς ή το λαό, καθώς θα εθεωρείτο εθνική προδοσία. Έπρεπε συνεπώς να βρεθεί ένας τρόπος αυτή η λύση να επιβληθεί με “βίαιο τρόπο” και φαινομενικά χωρίς την έγκριση της Ελλάδας. 

Έχοντας άμεση πρόσβαση στη CIA (σύμφωνα με αμερικανικές πηγές) και με την αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε, ο δικτάτορας προώθησε σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου, το οποίο συμφώνησαν μαζί με την τουρκική ηγεσία: Να γίνει πρώτα το πραξικόπημα, να ακολουθήσει απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο κι η κατάληψη μέρους του βορείου τμήματος του νησιού κι αμέσως μετά να μετακινηθεί ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός στην κατεχόμενη περιοχή, αφού θα γίνονταν στη διάρκεια της εισβολής πράξεις βίας από Ελληνοκύπριους εις βάρος Τουρκοκυπρίων σε τουρκοκυπριακά χωριά στο νότο, ώστε από τη μια οι Τουρκοκύπριοι να τρομοκρατηθούν και να δεχτούν να φύγουν κι από την άλλη να δοθεί και μια εξ αντικειμένου εύλογη αφορμή για μια τέτοια μετακίνηση. 

Το σχέδιο προέβλεπε ότι δεν θα υπήρχε αντίσταση στον τουρκικό στρατό, ώστε να μην υπάρξουν πολλά θύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προέβλεπε επίσης κατάληψη ενός πολύ μικρότερου μέρους της Κύπρου. Δυστυχώς όμως ο Ιωαννίδης (πέρα από την προδοτική του πράξη να παραδώσει κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία) δεν προέβλεψε την αναξιοπιστία της τουρκικής ηγεσίας. Ο τουρκικός στρατός όχι μόνο χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία, αλλά και κατέλαβε πολύ μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου από εκείνο που προέβλεπε το σχέδιο.

Παρόλο που ο στόχος ήταν άκρως προδοτικός, το μήνυμα που δόθηκε στους εθνικιστές και στους αντιμακαριακούς ήταν ότι το πραξικόπημα γίνεται για να διωχθεί ο “ανθέλληνας” Μακάριος και να ανοίξει ο δρόμος για τον προαιώνιο πόθο των Κυπρίων για Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Διότι, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Άγγλος συγγραφέας Σάμιουελ Τζόνσον, “το καταφύγιο του απατεώνα είναι ο πατριωτισμός”. 

Σε ό,τι αφορά τον Μακάριο, το επίσημο αφήγημα τον παρουσιάζει σαν ηρωομάρτυρα, που επέζησε του πραξικοπήματος και αγωνίστηκε για τη σωτηρία της Κύπρου. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακάριος προειδοποιούσε πως τυχόν πραξικόπημα εναντίον του θα έφερνε τη διχοτόμηση.  Πολλοί τον είχαν προειδοποιήσει ότι ο Ιωαννίδης θα τον ανατρέψει. Εκείνος όμως απαντούσε πως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε έστω και ένας Έλληνας που θα έδινε στην Τουρκία την αφορμή να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρόλα αυτά, στις 20 Ιουλίου και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η τουρκική εισβολή, ο Μακάριος κατάγγειλε από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο  και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να δράσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε παραβιαστεί.  Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία, που ήταν ήδη έτοιμη για την εισβολή, με τα πολεμικά της πλοία στα ανοικτά της Κερύνειας (σύμφωνα με το σχέδιο που είχε συμφωνήσει με τον Ιωαννίδη και τη CIA) είχε πια και την κάλυψη που της έδωσε το λεκτικό της καταγγελίας του νόμιμου προέδρου της Κύπρου. 

Σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα επίσης, το σαββατοκύριακο πριν το πραξικόπημα, ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία στο Τρόοδος ενώ το πρωί της Δευτέρας 20 Ιουλίου 1974, ήταν πίσω στο γραφείο του στο προεδρικό μέγαρο με μια ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο, όταν άρχισαν να πέφτουν  βροχή οι σφαίρες των πολυβόλων κι οι οβίδες των αρμάτων πάνω στο κτίριο. Παρά το γεγονός ότι το προεδρικό γραφείο διαθέτει παράθυρα, κανείς δεν έβαλε από τα παράθυρα μέσα στο γραφείο ούτε περικυκλώθηκε το κτίριο, δεν έπαθε κανείς τίποτα από όσους ήταν μέσα στο γραφείο κι έτσι ο  Μακάριος διέφυγε από το πίσω μέρος του προεδρικού, περπάτησε μέσα από το δασύλιο και τον ποταμό Πεδιαίο και βγήκε στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο που τον μετέφερε στην Κλήρου κι από εκεί έφυγε με άλλο αυτοκίνητο για την Παναγιά της Πάφου. Από την Παναγιά κατέβηκε στην πόλη της Πάφου από όπου και απηύθυνε από ένα πρόχειρα στημένο ραδιοσταθμό το ιστορικό του διάγγελμα, στο οποίο έλεγε ότι είναι ζωντανός και ότι είναι συναγωνιστής και σημαιοφόρος στον κοινό αγώνα.  Έπειτα πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί έφυγε με βρετανικό ελικόπτερο για τη Μάλτα, για να συνεχίσει αργότερα το ταξίδι προς το Λονδίνο. 

Οι πραξικοπηματίες, από την πλευρά τους, αφού πρώτα πάγωσαν την Κύπρο με την ψευδή ανακοίνωση στο ΡΙΚ ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, στη συνέχεια διόρισαν “πρόεδρο” τον Νίκο Σαμψών, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι παραβιάστηκε η συνταγματική τάξη. Έπειτα κυνήγησαν και σκότωσαν μακαριακούς κι αριστερούς και, στη διάρκεια της εισβολής, όπως προέβλεπε το διχοτομικό σχέδιο, μπήκαν σε τουρκοκυπριακά χωριά και σκότωσαν γυναικόπαιδα, ώστε να δώσουν την αφορμή για την ανταλλαγή των πληθυσμών, που αποτέλεσε κεφαλαιώδους σημασίας βήμα προς τη διχοτόμηση.

Η 15η Ιουλίου είναι η επέτειος μιας ασύλληπτης εθνικής προδοσίας, που οδήγησε τον κυπριακό ελληνισμό στην χειρότερη καταστροφή της μακράς ιστορίας του σε τούτο τον τόπο, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να ξεριζώνονται από τη γη των πατέρων τους κι ένα ολόκληρο λαό να θρηνεί χιλιάδες νεκρούς κι αγνοούμενους. Διότι κάποια άρρωστα μυαλά στην Ελλάδα και στην Κύπρο πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα δινόταν στο Κυπριακό μια “καθαρή” λύση. Μια λύση που θα έβγαζε εντελώς από τα πόδια μας τους Τουρκοκύπριους, προκειμένου να έχουμε ένα κράτος καθαρά δικό μας, καθαρά ελληνικό, ένα κράτος όπως αυτό που λειτουργεί από το 1960 μέχρι σήμερα, το κράτος της κουμπαροκρατίας και της κομματοκρατίας, το κράτος της διαπλοκής, της διαφθοράς, της κλεψιάς. 

Λυπούμαι να πω ότι δυστυχώς τα ίδια μυαλά, που προτιμούν τη λύση που ήθελε κι ο Ιωαννίδης για την Κύπρο, εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Είναι αυτοί που κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους η κατάσταση να παραμένει ως έχει, ώσπου να μονιμοποιηθεί οριστικά η διχοτόμηση. Μερικοί από αυτούς βέβαια θα εξαπολύσουν σήμερα μύδρους εναντίον της χουντικής προδοσίας. Στο τέλος όμως η ουσία είναι ότι τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν, προβάλλοντας κι αυτή τη φορά στο λαό απατηλά, ψευδοπατριωτικά συνθήματα, κατά τη γνωστή ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον. 

ΤΟΥΣ ΕΣΤΕΙΛΑΝ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ

Στις 21 Απριλίου 1967 μια κλίκα συνταγματαρχών έκανε πραξικόπημα και κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Κατάργησε τη βουλή και τις εκλογές κι εγκαθίδρυσε δικτατορικό καθεστώς. Έβαλε την Ελλάδα “στο γύψο μέχρι να θεραπευθεί”, όπως είπε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του καθεστώτος Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η χούντα υπήρξε το πιο γρήγορο κι αποτελεσματικό βαποράκι για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ενός στόχου που είχαν διακηρύξει οι Τούρκοι από τη δεκαετία του 1950 αλλά και είχαν επίσης υιοθετήσει συγκεκαλυμμένα πολιτικοί και στρατιωτικού κύκλοι στην Κύπρο και στην Ελλάδα, με στόχο την κατάργηση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και την επιβολή της διπλής ένωσης, των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα και των Τουρκοκυπρίων με την Τουρκία.  Η ταύτιση των κύκλων αυτών με το τουρκικό βαθύ κράτος και την τουρκοκυπριακή ακροδεξιά, αφορούσε μεν τον ίδιο στόχο, τη διχοτόμηση, αλλά για διαφορετικούς λόγους. 

Σκοπός της Τουρκίας ήταν να αποκτήσει με τη διχοτόμηση απρόσκοπτη πρόσβαση στην Κύπρο και (ανεξέλεγκτη) χρήση τής τουρκικής περιοχής με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της επιδιώξεις.  Από την άλλη, οι Έλληνες ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα ή έστω ένα αμιγώς ελληνικό κράτος, στο οποίο να μην μπορούν να ανακατεύονται με κανένα τρόπο οι Τούρκοι, έστω κι αν για να γίνει αυτό θα έπρεπε, σαν τίμημα, να δοθεί κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία. Έπρεπε όμως να γίνει με τρόπο βίαιο, με επέμβαση δηλαδή της Τουρκίας, χωρίς τη δική μας συναίνεση ή υπογραφή. Μια σειρά επεισοδίων που παίχτηκαν από το 1963 μέχρι και το 1974 κι οδήγησαν το λαό σε συγκρούσεις, θάνατο και πόνο, έδωσαν στην Τουρκία όλα εκείνα τα προσχήματα που χρειαζόταν για να διχοτομήσει την Κύπρο, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλιου 1974, που έδωσε στον Μπουλέντ Ετζεβίτ την αφορμή για την επιχείρηση “Αττίλας”, όπως ήταν το κωδικό όνομα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο του 1967, έξι μήνες μετά που ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία στην Ελλάδα η χούντα, η κυπριακή Εθνική Φρουρά, με επικεφαλής τον στρατηγό Γρίβα, διενήργησε μια επιχείρηση φιάσκο στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, βάλλοντας εναντίον αμάχων, κυρίως γυναικοπαίδων. Η κατακραυγή που προκλήθηκε διεθνώς έδωσε όπλα στην τουρκική προπαγάνδα, με αποτέλεσμα η χούντα να αποσύρει από την Κύπρο την Ελληνική Μεραρχία, η οποία είχε εγκατασταθεί κρυφά στο νησί επί διακυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Οι ακραφνώς εθνικόφρονες στρατιωτικοί απέσυραν με την ουρά στα σκέλια τον ελληνικό στρατό κι άφησαν την Κύπρο ανοχύρωτη πολιτεία εν μέσω διακοινοιτικών συγκρούσεων και απειλών της Άγκυρας για εισβολή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε κι άρχισαν οι γνωστές έριδες ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, η “ΕΟΚΑ Β'” με την παράνομη δράση της, οι συγκρούσεις μεταξύ αντιμακαριακών και μακαριακών κλικών κι οι απόπειρες δολοφονίας του προέδρου Μακαρίου, όλα δηλαδή εκείνα τα γεγονότα που αποσταθεροποίησαν το εσωτερικό μέτωπο, προφανώς όχι τυχαία. Όλα με την παρασκηνιακή υποστήριξη της χούντας που, ενώ είχε αποσύρει τη Μεραρχία από την Κύπρο κατά τρόπο άκρως ντροπιαστικό για τους Έλληνες, συνέχισε να παριστάνει τον θεματοφύλακα της εθνικής αξιοπρέπειας, σύμφωνα και με τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο του απατεώνα.

Όλοι συναγωνίζονταν ως προς το ποιος είναι ο πιο μεγάλος κι ο πιο γνήσιος πατριώτης, παραμένοντας βεβαίως όλοι προσηλωμένοι στο στόχο της Ένωσης με την Ελλάδα, οι μεν μακαριακοί τοποθετώντας το στόχο αυτό σε βάθος χρόνου οι δε αντιμακαριακοί επιδιώκοντάς τον “εδώ και τώρα”. Εκείνοι που υποστήριζαν τη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν μειοψηφία. Μάλιστα τους χαρακτήριζαν και προδότες, οι τεράστιοι πατριώτες που κατέβαζαν και ποδοπατούσαν ή έκαιγαν την σημαία της Κύπρου όπου την συναντούσαν. 

Μέσα σ’ εκείνη την παράνοια, τον Νοέμβριο του 1973 οι διαπραγματευτές Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς, στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, έφτασαν σε προσυμφωνία για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία είχαν αποχωρήσει κάνοντας ανταρσία το 1964,  με αφορμή την αξίωση του Μακαρίου για αλλαγή 13 σημείων του Συντάγματος. Η προσυμφωνία προέβλεπε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποδέχονταν τις 12 από τις 13 αλλαγές που ήθελε ο Μακάριος αλλά, όπως ήταν επόμενο, κανείς δεν την επικρότησε. Για τη χούντα και την αντιμακαριακή παράταξη όποια συμφωνία παρένειτε τη ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέβαλλε την Ένωση συνιστούσε “προδοσία”, ενώ ο Μακάριος, από την πλευρά του, μη θέλοντας  βεβαίως να υστερήσει σε πατριωτισμό, έσπευσε να διακηρύξει ξανά, σε εθνικό μνημόσυνο στη Γιαλούσα, ότι στόχος μας παραμένει “η Ένωσις και μόνον η Ένωσις”. Επτά μήνες αργότερα συνέβη το πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά.

Καθώς βλέπω στην τηλεόραση κάθε σαββατοκύριακο τις κηδείες των ταυτοποιηθέντων αγνοουμένων μας της τουρκικής εισβολής, λυπάμαι βαθιά γιατί τα παιδιά εκείνα στάλθηκαν σαν πρόβατα στη σφαγή, σε μια κατάσταση που ήταν, όπως όλα δείχνουν, στημένη, αναμφίβολα προδομένη. Λυπάμαι ακόμη περισσότερο όταν σκέφτομαι ότι πολλοί έμειναν για δεκαετίες αγνοούμενοι, με τις μάνες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους να τους περιμένουν, ενώ ήταν γνωστό στην πολιτεία ότι ήταν νεκροί. Τους άφησαν μέσα στον κατάλογο για φθηνούς μικροπολιτικούς λόγους, για να υπάρχει εκεί το πρόβλημα, για να μπορούν οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού να πουλάνε στον αφελή κι ευκολόπιστο λαό την πραμάτεια τους.

Φορώντας τις φουστανέλες του πατριωτισμού που τους βόλευε, έκαναν όλοι το σώου τους, οι απατεώνες του Σάμιουελ Τζόνσον. Βάφτισαν τη διχοτόμηση με διάφορα πατριωτικά ονόματα: “‘Ενωση”, “Μακροχρόνιο Αγώνα”, “εθνική αξιοπρέπεια”, “εθνική περηφάνεια”, “διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας” κτλ κτλ. “Αγωνιζόμενοι για την εθνική μας δικαίωση” κατέφαγαν τα πάντα, διέβρωσαν το κράτος εξευτέλιζοντας τους θεσμούς του, θεμελίωσαν την κομματοκρατία, καθιέρωσαν την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι, εγκαθίδρυσαν την διαπλοκή και κάλυψαν τη διαφθορά. Προκάλεσαν σε τούτο το λαό τις χειρότερες συμφορές: τον έσυραν σε διακοινοτικές συγκρούσεις, σε πόλεμο, σε θάνατο, πόνο, κλάμα, οικονομικές καταστροφές και συνεχίζουν μασκαρεμένοι να μας δουλεύουν, οδηγώντας μας στη χειρότερη συμφορά από όλες τις προηγούμενες, στη συμφορά που θα καταστήσει μεν την Κύπρο τουρκικό νησί, αλλά μέχρι τότε αυτοί θα έχουν κάνει την πολιτική ή οικονομική “μπάζα” τους: Στη διχοτόμηση.