Αρχείο κατηγορίας ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ

ΕΚΕΙΝΗ

Όταν με πήρε στο τηλέφωνο η μάνα μου, ο παππούς είχε κιόλας φύγει. Δεν τον προλάβαινα πια. Κοίταξα απ’ το παράθυρο τον ουρανό. Τα σύννεφα μαζεύονταν με μια ασυνήθιστη σπουδή… Όταν ξεκίνησα τ’ αμάξι, βαριές σταγόνες πάσκιζαν να μου τρυπήσουν το παρμπρίζ.

Μας το ψιθύρισαν στην κλινική το ραντεβού. Κάπου εκεί ξημέρωμα τον άκουσαν στον ύπνο του να την φωνάζει. Είχε από χρόνια πριν φορέσει τ’ άσπρο της το νυφικό η γιαγιά και τον περίμενε. Ξύπνησε ήρεμος κι απλά τους είπε «φεύγω». Κι έφυγε πριν τον πιάσει η βροχή, πριν του μουσκέψει τ’ ατσαλάκωτο γαμπριάτικο κουστούμι.

Ο δρόμος ήτανε ποτάμι και βάρκες τα αυτοκίνητα σε βαρκαρόλα πένθιμη. Σαν λιτανεία μου ‘φερνε το σκηνικό. Μια λιτανεία παραστάσεων απ’ τα παλιά κι εν πάση περιπτώσει ασορτί με την ψυχή μου. Ήτανε «πλήρης ημερών», γιαυτό και πλήρεις αναμνήσεων εμείς, έπρεπε τώρα να συνυπογράψουμε το τέλος.

«Πού πας;» ξέσπασε με παράπονο η θεια μου, μα αυτός ατάραχος. Ήξερε πως Εκείνη τον περίμενε. Εκείνη! Μια στοργική αγκαλιά που δεν την έδωσε, μια τρυφερή κουβέντα που δεν είπε. Όλα του τα χρωστούμενα τα μάζεψε και πήγε. Σαν έτοιμος από καιρό, με την στερνή του γνώση στα μπαγκάζια.

Για μένα ήτανε άγγελοι κι έτσι θα τους θυμάμαι. Δυο γήινοι άγγελοι, μιας εποχής μου ανέμελης, με πινελιές ασπρόμαυρες, χωρίς τη λεπτομέρεια στις αντιθέσεις. Αυτός ήταν ψηλός και σωματώδης. Εκείνη μικροκαμωμένη κι εύθραυστη. Έτρεχε αυτός, με χίλια έτρεχε, μα εκείνη αδύναμη να ακολουθήσει. Η αύρα γύρω του πετούσε σπίθες. Εκείνη ξέμενε πάντα πιο πίσω να μην την κάψει. Είχε μια αλαζονεία αφεαυτής η τόσο πρόδηλη υπεροχή του.

Μιλούσε αυτός κι εκείνη σώπαινε. Κομπάρσος άλαλος ο ρόλος της σε μια σκηνή, όπου αυτός, ο πρωταγωνιστής, κρατούσε για την πάρτη του το σταριλίκι. Πολλές φορές την πείραζε, για να γελάμε. Όμως εκείνης το χαμόγελο υπέκρυπτε μιαν από χρόνια σμιλευμένη πίκρα. Την πίκρα της υποταγής στην αδιαμφισβήτητη κοινωνικώς υπεροχή του αρσενικού ηγεμόνα.

Τα χρόνια πέρασαν κι εκείνη απόκαμε κι έγειρε για να κοιμηθεί για πάντα στη σιωπή της. Και τότε τρόμαξε. Πρώτη φορά που τον θυμάμαι να τρομάζει. Όλη η αγάπη που φυλάκισε μέσα στο πιο ανήλιαγο μπουντρούμι της καρδιάς του τόσα χρόνια, επαναστάτησε την ύστατη στιγμή και σαν ψυχρός εκτελεστής τον έστησε στον τοίχο. Και ξαφνικά κατάλαβε πόσο πολύ την αγαπούσε. Και ξαφνικά κατάλαβε πόσο είχε ανάγκη να της πει «μη φεύγεις Αθηνά μου, σ’ αγαπώ, μη μ’ αφήνεις!».

Με ένα βιβλίο προσευχές μάταια ξόρκιζε το θάνατο, μη ξεκολλώντας από πάνω της τα μάτια του, την έγνοια του, την ολοφάνερα απέραντη απόγνωσή του. Κι αν ίσως με τις προσευχές του την κρατούσε ζωντανή, ήταν απούσα. Μες στα λευκά σεντόνια της, εκείνη παραιτήθηκε απ’ ό,τι πια την ένωνε με τη ζωή.

Ψυχορραγούσε αμίλητη, μέρες ολόκληρες, χωρίς ούτε και στερνό της το χαμόγελο να του χαρίσει. Ποιος ξέρει τι να της ψιθύριζε μέσα στ’ αυτί, ώρες ατέλειωτες, όταν εκείνη δεν μπορούσε πια να τον ακούσει. Εκείνος ήλπιζε ότι απλώς εκείνη προσποιούνταν πως δεν μπορούσε πια να τον ακούσει. Αθόρυβα και ταπεινά, όπως ήταν στη φύση της, έτσι ξεκίνησε για το στερνό ταξίδι. Μόνη, παρότι αυτός της κράταγε το χέρι.

Εκείνη τον συγχώρεσε. Ήταν ο άντρας της. Σε μια εποχή αλλιώτικη, σκληρή και δύσκολη. Η βιοπάλη, τα παιδιά κι έγνοια τους να τα μορφώσουν. Ο μόχθος ήταν το προσφάι τους. Ρομαντισμοί δεν ταίριαζαν στο σκηνικό τους.

Εκείνη τον συγχώρεσε, που δεν ήταν ο πρίγκηπας, στο παραμύθι της κοιμωμένης καλλονής. Γιατί δεν ήταν πρίγκιπας αυτός, ούτε κι εκείνη πίστευε στα παραμύθια.

Εκείνη τον συγχώρεσε. Εγώ είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Ξημέρωμα ήρθε στον ύπνο του ντυμένη νύφη. Άπλωσε τα χεράκια της, εκείνα τα αδύναμα μικρά χεράκια. «Πάμε, του είπε, κι ο Θεός ντυμένος τ’ άμφια του μας περιμένει. Θα μας παντρέψει, Κώστα. Μην αργείς!»

Τον άκουσαν να την φωνάζει. «Αθηνά…» Στον ύπνο του παραμιλά, είπανε κάποιοι. Όμως αυτός πια ήξερε… Γιαυτό ξύπνησε ήρεμος κι έτοιμος πια, ξεπέρασε τον τρόμο του θανάτου. «Φεύγω» τους είπε. «Φέρτε μου και φορέστε μου τα γαμπριάτικά μου»…

Ήτανε μεσημέρι πια… Από ώρα ψάχνανε η μάνα μου κι οι θειες μου τον παπά, απεγνωσμένα. Αδημονούσε. «Φέρτε τον παπά, γιατί αργεί; Πρέπει να φύγω!» Εκείνη τον συγχώρεσε. Ήθελε να τον συγχωρέσει κι ο Θεός, να σβήσει τα χρωστούμενά του στους ανθρώπους. Κοινώνησε και πέθανε. “Τον αγαπούσε, είπαν, ο Θεός” κι έπιασε αμέσως μια βροχή, που κόπασε για λίγο μόνο στην ταφή του.

Ένας μαρμάρινος σταυρός, με τη φωτογραφία της γιαγιάς και κάτω το σκαμμένο χώμα. Εκεί για πάντα σμίξανε τα σώματά τους.Όμως μες στο ψιλόβροχο, που άρχισε ξανά να πέφτει και μες στο φως που πάσκιζε στο βάθος πέρα του ορίζοντα να διαρρήξει την παχιά και σκούρα μάζα των συννέφων, είδα θολά τις δυο φιγούρες: Ένας ολόλαμπρος γαμπρός ψηλός και σωματώδης, μια μικροκαμωμένη κι εύθραυστη νυφούλα στο πλευρό του… Τη φίλησε και μπράτσο πέταξαν μαζί, σαν περιστέρια κάτασπρα στις εκκλησιές του απείρου.

10 Δεκεμβρίου 2004.

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΦΙΕΡΩΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΤΑ ΜΠΟΡΔΕΛΑ

Εκείνο το βράδυ λοιπόν μια αστυνομική περίπολος έκανε έλεγχο στην κακόφημη πλατεία των Ηρώων της κυπριακής ελευθερίας, παρεμποδίζοντας την κίνηση. Κάποια στιγμή μπήκαν στην πλατεία με το αυτοκίνητό τους δυο νεαροί, θκυο κοπελλούθκια δηλαδή, 25 χρονών. Πάνω στην πλάκα ή πάνω στην κάβλα ο οδηγός κόρναρε στους αστυνομικούς για να αφήσουν ελεύθερη την κυκλοφορία.

Γιατί να τους παίξουν την πουρού; Οι αστυνομικοί τα πήραν στο κρανίο. Πλησίασαν το αυτοκίνητο, ο μιτσής που καθόταν συνοδηγός μπορεί να τους είπε καμιά κουβέντα, να “αυθαδίασε” -δεν ξέρω- και τότε τον έβγαλαν τραβητό από το αυτοκίνητο, τον έσπασαν στο ξύλο, τον έριξαν στο περιπολικό, μέσα στο οποίο συνέχισαν να τον δέρνουν, τον πήγαν στον αστυνομικό σταθμό, όπου συνέχισαν να τον δέρνουν, τον έριξαν στο κελί, όπου συνέχισαν να τον δέρνουν και σταμάτησαν κάποτε, μετά από ώρες να τον δέρνουν, όταν πια τον άφησαν μισοπεθαμένο και άχρηστο.

Το περιστατικό έγινε ένα βράδυ στην Πλατεία Ηρώων το 1999, πριν από 20 χρόνια δηλαδή. Για όσους δεν γνωρίζουν, οι αρχές της Λεμεσού τίμησαν τους ήρωές μας αφιερώνοντάς τους την πλατεία στην οποία φιλοξενούνταν τότε οι κερχανέδες με τις πουτάνες.

Εξετάζοντας την υπόθεση η αστυνομία δεν βρήκε να έκαναν πουθενά λάθος οι αστυνομικοί. Το να τοπουζιάζεις και να αχρηστεύεις ένα παιδί 25 χρονών επειδή ο παρέας του έπαιξε πουρού στους αστυνομικούς είναι κάτι που θεωρείται νορμάλ σε μια τριτοκοσμική χώρα. Η δικαιοσύνη ασχολήθηκε με την υπόθεση όταν ο νεαρός κίνησε αγωγή, κατόπιν προτροπής άλλων, αφού ο ίδιος δεν ήξερε και δεν ήταν σε θέση πια να υπερασπίσει τον εαυτό του. Αλλά αυτό έγινε 10 ολόκληρα χρόνια μετά το συμβάν.

Θα έλεγε κανείς ότι η ανεξάρτητη κυπριακή δικαιοσύνη θα έδειχνε λίγη ευαισθησία να εξετάσει την υπόθεση το συντομότερο δυνατόν, αφού για 10 χρόνια πριν τη μήνυση η πολιτεία δεν έκανε απολύτως τίποτα για να αποκαταστήσει την αδικία και τη ζημιά που υπέστη ο νεαρός. Μπα! Η αδέκαστη κυπριακή δικαιοσύνη χρειάστηκε άλλα 10 χρόνια για να δικάσει. Κι αφού πέρασαν συνολικά 20 χρόνια, το δικαστήριο αποφάσισε αποζημίωση από την τσέπη του φορολογούμενου πολίτη σχεδόν μισό εκατομμύριο ευρώ. Χαλάλι του ανθρώπου. Να τον αποζημιώσουμε εσύ κι εγώ που δεν τον δείραμε κι ούτε δέρνουμε ποτέ κόσμο, αλλά εκείνοι που τον έδειραν και τον αχρήστεψαν, θα πληρώσουν κι εκείνοι κάτι ή μόνο εμείς οι εσαεί μαλάκες;

Κάτι άσχετο… Μπορεί να χρειάστηκαν 20 χρόνια για να δικαιώσει η αδέκαστη κυπριακή δικαιοσύνη το παιδί που αχρηστεύτηκε, αλλά όταν κατέθεσαν το 2013 προσφυγή κάποιοι εν ενεργεία αξιωματούχοι του κράτους, που έπαιρναν και μισθό και διάφορες συντάξεις μαζί ταυτόχρονα, ότι τους έκοψαν μέρος του συνολικού ποσού, η κυπριακή δικαιοσύνη έβγαλε απόφαση στο τσακ μπαμ. Μέσα σε λίγους μήνες αποφάσισε ότι ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός και έτσι τα χρήματα τούς επιστράφηκαν στο ακέραιο. Σ’ αυτή δηλαδή την περίπτωση ευτυχώς τα πλάσματα δεν περίμεναν 20 χρόνια. Πήραν τους παχουλούς τους μισθούς πίσω σε χρόνο ρεκόρ.

καποτε στη δροσερη ποταμια

Άνοιξη του 1982. Εκδρομή τελειόφοιτων του Γυμνασίου Στροβόλου (μετέπειτα Λύκειο Εθνομάρτυρα Κυπριανού), στο Τρόοδος. Πριν από την επιστροφή, σταθμός για φαγητό στο «Κέντρον η Δροσερή Ποταμιά», στην Κακοπετριά, λίγο κάτω από τα «Πλατάνια». Πάνω το «κέντρον», κάτω το δροσερό ποτάμι και στην αυλή εμείς, το μπουλούκι των ερωτευμένων δεκαεφτάρηδων.

Ήταν η εποχή που το ελληνικό τραγούδι και πολύ περισσότερο το λαϊκό, ήταν απολύτως ντεμοντέ. Οι Ολύμπιανς ήταν ήδη ξεπερασμένοι, ενώ το σύγχρονο ελληνικό pop θεωρούνταν υποδεέστερο και μιμητικό των μεγάλων ξένων επιτυχιών της εποχής. Για λαϊκό ούτε λόγος, αν το γούσταρες σε λέγανε «καθυστερημένο».

Τότε ήταν στα φόρτε του το Gothic (Post-Punk) και το Heartland Rock από τη μια και η διαχρονικά εξελισσόμενη Pop από την άλλη. Το “STARS ON 45”, το «ANOTHER BRICK IN THE WALL”, το “ENDLESS LOVE”, το “LADY”, το “DON’T YOU WANT ME” και το «FOR YOUR EYES ONLY”, από την ομώνυμη ταινία του James Bond, ήταν τα χιτς της εποχής, τότε που μεσουρανούσαν οι Pink Floyd, οι U2, οι AC/DC, o Bruce Springsteen, ο Kenny Rogers, ο Julio Iglesias και πολλοί άλλοι τεράστιοι, ενώ έκανε ήδη και τα πρώτα του ξεπετάγματα ο βασιλιάς της Pop, Michael Jackson.

Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το ξενικό μουσικό τοπίο, ξαφνικά κι απροσδόκητα το “Juke Box”, στη βεράντα της «Δροσερής Ποταμιάς» – αυτό το μαγικό μηχάνημα που του έβαζες νομίσματα και πατούσες συνδυασμό κουμπιών για να βρει και να σου παίξει τον δίσκο με το single που διάλεξες – άρχισε να παίζει την «ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ», ένα λαϊκό άσμα του Αντώνη Ρεπάνη σε στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που πρωτοκυκλοφόρησε σε βινύλιο των 78 στροφών το μακρινό (και τότε) 1953 κι επανακυκλοφόρησε στις 45 στροφές, το σχετικά κοντινό 1973. Έπειτα κάποιος έβαλε το «ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ», του Στράτου Διονυσίου, που ήταν κι αυτό του Αντώνη Ρεπάνη κι έπειτα τον «ΠΑΛΙΑΝΤΖΗ», πάλι με τη φωνή του Στράτου, επίσης σύνθεση του Αντώνη Ρεπάνη.

Εκείνη τη μέρα έμαθα δυο πράγματα.

Το πρώτο πως, όσο κι αν θέλαμε τότε οι έφηβοι του 1980 να μεταλλαχθούμε σε «Punks» και «Emos», άλλοτε σαν ξεχαρβαλωμένοι καβαλιέροι (κι ενίοτε σαν αυτοτελείς εκφραστές) του εξουθενωτικού “shake” κι άλλοτε πάλι σαν αισθησιακοί, επίδοξοι εραστές του σφιχτά κολλητού (σώμα με σώμα) “slow”, το αυθεντικό μας ρωμέικο DNA διατηρούσε τις αντιστάσεις του. Έτσι γέμισε ξαφνικά η βεράντα της «Δροσερής Ποταμιάς» με δεκαεφτάρηδες που χόρευαν ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια, πετώντας στο ποτάμι τη δηθενιά του συρμού και ξεσαλώνοντας με τους ήχους που μας «νανούριζαν» στην βρεφική μας ηλικία.

Το δεύτερο που έμαθα ήταν η ύπαρξη ενός καταξιωμένου λαϊκού συνθέτη και τραγουδιστή, που έγραψε πολύ όμορφα τραγούδια, χωρίς ποτέ να (αυτo)διαφημίζεται σαν πρώτο όνομα: Του Αντώνη Ρεπάνη, που πέθανε χτες σε ηλικία 86 χρονών. Καλό του ταξίδι.

Να κτυπηθεί το κτήνος και να εξοντωθεί τώρα!

ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ ΙΡΑΚΜαζικές δολοφονίες χιλιάδων ανθρώπων επειδή δεν ασπάζονται τη θρησκεία τους. Φρικαλεότητες που δεν τις βάζει ο νους του ανθρώπου. Αιώνες πίσω από το σύγχρονο ανθρώπινο πολιτισμό.

Το κτήνος του Ισλαμικού φανατισμού, με το αποκρουστικό πρόσωπο που παρουσιάζει αυτή τη στιγμή στο Ιράκ, δεν ξορκίζεται με προσευχές και δεν εξευμενίζεται με πολιτισμένους τρόπους.

Πρέπει να χτυπηθεί πιο άγρια από ότι χτυπά το ίδιο, πρέπει να εξοντωθεί χωρίς οίκτο. Με πλήρη ισχύ πυρός, με ενωμένες τις δυνάμεις όλων των χωρών του κόσμου.

Αν δεν εξοντωθεί τώρα αυτό το τέρας, σύντομα θα βρεθούμε μπροστά σε ένα τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Διότι ο πανηλίθιος αυτός φανατισμός δεν έχει όρια και εξαπλώνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς παντού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, όπου ευδοκιμεί η αχανής βλακεία.

Καλό σου ταξίδι, καλή μου Μαρία…

ΜΑΡΙΑ ΣΠΥΡΟΥΉθελες τόσο πολύ ένα παιδί, ρε Μαρία… Ήθελες τόσο πολύ να ζήσεις…

Όχι, δεν ήσουν η γκόμενα που την τρέχανε ξωπίσω τ’ αρσενικά… Μα ευλογήθηκες να βρεις τον άνθρωπό σου. Ν’ αγαπήσεις και ν’ αγαπηθείς τόσο πολύ. Και μέσα σ’ εκείνη τη μεγάλη ευτυχία να πεις «τώρα θα ζήσω κι εγώ, όπως μ’ αρέσει».

Μα ήταν άδικη μαζί σου η ζωή, ρε Μαρία. Πολύ άδικη. Πρώτα με τη σκληρή δοκιμασία του ανθρώπου σου. Να τον βλέπεις να υποφέρει και να του δίνεις κουράγιο, να τρέχεις μαζί του στις θεραπείες, για να σε νιώθει πάντα δίπλα του, φύλακα άγγελό του.

Κι ύστερα η δική σου σειρά. Λες κι έτσι έπρεπε να γίνει. Λες κι όλα έπρεπε να έρθουν πάνω σε σένα, ρε Μαρία. Έσφιξες τα δόντια, το πάλαιψες. Μήνες ολόκληρους. Κι έγραψες στον τοίχο σου πριν από ένα μήνα: «Τελευταίο φάρμακο, τελευταία χημειοθεραπεία, τελευταία μέρα». Ήσουν τόσο χαρούμενη.

Και ξαφνικά η μετάσταση. Και ξαφνικά το τέλος.

«Σ’ αγαπώ καρδιά μου», έγραψε πριν από λίγες μέρες στον «τοίχο» σου, ο άνθρωπος που τόσο λάτρεψες….

Σ’ αγαπούμε κι εμείς, ρε Μαρία…Και κλαίμε που φεύγεις τόσο απρόσμενα και τόσο γρήγορα από κοντά μας. Μα είμαι σίγουρος πως εκεί που πας θα βρεις όσα σου στέρησε η ζωή σε τούτο τον κόσμο.
Καλό σου ταξίδι!

Πατέρας καταγγέλλει ότι γιατροί προκάλεσαν μόνιμη ζημιά στην κορούλα του.

father-caring-for-sick-girl-504307-galleryΔεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε στον κόσμο πιο πολύτιμο για έναν γονιό από τα παιδιά του. Γιαυτό συμμερίζομαι τον πόνο αυτού του γονιού που έγραψε το πιο κάτω σημείωμα, το οποίο αναρτώ αυτούσιο, όπως μου έχει σταλεί:

“Από αμέλεια γιατρών , η οκτάχρονη κόρη μου, πέρασε μία σκληρή οδύσσεια που κλόνισε ανεπανόρθωτα την υγεία της. Στο παρόν στάδιο επιθυμώ να κρατήσω την ανωνυμία μου

Πέρσι αρχές Μαρτίου η οκτάχρονη κόρη μου είχε πονοκεφάλους, εμετούς, συχνοουρία, πολυδιψεία και θολή όραση. Έπαιρνα τηλέφωνο τον παιδίατρο και μου έλεγε ότι δεν είναι κάτι ανησυχητικό. Σε ραντεβού που κλείσαμε για να δει το μωρό είχε διαγνώσει γαστρεντερίτιδα και μας έδωσε την ανάλογη θεραπεία για γαστρεντερίτιδα.

Δυστυχώς όμως, μετά από δύο μέρες η κατάσταση της χειροτέρεψε. Μεσάνυχτα την πήρα σε ιδιωτική κλινική στην πόλη μας την Λεμεσό. Αφού εξήγησα στη γιατρό τι είχε, αποφάσισαν να βάλουν ορό στο μωρό (σημείωση ότι ο ορός περιείχε ζάχαρο). Πήραν αίμα από το μωρό για αναλύσεις και έγινε εισαγωγή στην κλινική. Εκεί δεν επέτρεψαν στο μωρό να πίνει νερό λόγω των εμετών, με αποτέλεσμα να πάθει αφυδάτωση. Ζήτησα να κάνουμε αξονικό και MRI, αλλά δεν διάβασαν σωστά τις εξετάσεις.

Οι αναλύσεις που έκαναν δεν ήταν γενικές αλλά συγκεκριμένες και επειδή δεν έδειξαν κάτι ο γιατρός μας εισηγήθηκε να φύγουμε από την κλινική, να πάμε σπίτι. Το θεώρησα απαράδεκτο, αφού το μωρό χειροτέρευε, πως θα φεύγαμε;

Επειδή ήταν αφυδατωμένο το μωρό του δώσανε lasix (κάτι που κάνει την αφυδάτωση χειρότερη). Μετά από επιμονή δική μου να μην φύγουμε από την κλινική, αποφάσισαν να κάνουν και ανάλυση ούρων, η οποία έδειξε ζάχαρο.

Στη συνέχεια η κόρη μου έπεσε σε κώμα, ενώ ο γιατρός ετοιμαζόταν να δώσει εξιτήριο! Άρχισα να φωνάζω και την πήρανε στην εντατική. Κάνανε αναλύσεις και έδειξαν ότι το μωρό ήταν σε διαβητικό κώμα.

Ζητήθηκε η παρουσία και δεύτερου παιδιάτρου στην ιδιωτική κλινική από τον πατέρα, και στο άκουσμα της αναφοράς αυτής , ο παιδίατρος ανάφερε στον πατέρα ότι εάν επιθυμεί την παρουσία άλλου γιατρού μπορούσε να το κάνει και αυτός θα αποχωρούσε.

Ήταν διαβητικό το μωρό και ο πρώτος γιατρός είχε διαγνώσει γαστρεντερίτιδα και έδωσε λάθος φαρμακευτική αγωγή, ενώ στη συνέχεια στην ιδιωτική κλινική πάλι είχαν βγάλει λάθος διάγνωση και έδωσαν λάθος φαρμακευτικές αγωγές (και ορό με ζάχαρη).
Μετά από όλα αυτά, ζήτησα να πάμε στο Μακάριο. Αφού είπα στους γιατρούς εκεί τι συνέβη αρχίσανε θεραπεία ενώ το μωρό μου βρισκόταν σε διαβητικό κώμα.

Στη συνέχεια μου ανακοίνωσαν ότι το παιδί μου θα πέθαινε! Τους είπα «το δικό μου παιδί δεν θα πεθάνει» και αποφασίσαμε κοινή συναινέσει να το πάρω στο Ισραήλ. Υπόγραψαν οι γιατροί και πήγαμε στο Ισραήλ. Εκεί οι επαγγελματίες γιατροί κάνανε σωστά τη δουλειά τους, έδωσαν την κατάλληλη θεραπεία στην κόρη μου και την μέρα της Γιορτής του Αγίου Γεράσιμου η κόρη μου ξύπνησε από το κώμα.

Σήμερα η κόρη μου λόγω 4 εγκεφαλικών επεισοδίων έχει μειωμένη όραση, μειωμένα εγκεφαλικά κύματα, ενώ για 3 μήνες δεν μπορούσε να περπατήσει. Έχει μόνιμη βλάβη στο πίσω μέρος του εγκεφάλου και δεν μπορεί να διακρίνει χρώματα που μοιάζουν, ούτε να δει μακριά, λόγω ψηλής ενδοκρανίας πίεσης έπαθε ατροφία το οπτικό νεύρο.

Σήμερα κινώ αγωγή στο γιατρό με ιδιωτική ποινική και πολιτική αγωγή. Αλλά, ο γιατρός έστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα ζητώντας να αποσυρθούν οι αγωγές γιατί λέει ότι γίνονται με σκοπό να βλάψουν την εργασία του! Αν είναι δυνατόν! Δεν σκέφτεται πόσο η δικιά του αμέλεια έβλαψε ένα παιδί και λέει ότι το να αποταθώ στη δικαιοσύνη θα βλάψει την εργασία του;”

Η χαρά του Νικόλα…

WATCHING TVΕίχε να δει τηλεόραση για εφτά ολόκληρους μήνες. Από τότε που χάλασε η παλιά και δεν είχε λεφτά ο μπαμπάς να πάρει καινούρια. Άσε που για πολλές ημέρες δεν είχαν ούτε και ρεύμα στο σπίτι, διότι τους το έκοψε η ΑΗΚ, σε μια εποχή που ο ηλεκτρισμός στην Κύπρο χρεώνεται στη λογική του είδους πολυτελείας…

Η μάνα του τον εγκατέλειψε και ζει μόνο με τον μπαμπά του. Είναι στην τετάρτη τάξη του δημοτικού, ένα πανέξυπνο παιδί και πολύ καλός μαθητής. Ο Νικόλας, στα 9 του χρόνια, δίνει μια άνιση μάχη με τις κοινωνικές συνθήκες που βιώνει, για να παραμείνει ίσος και αξιοπρεπής ανάμεσα στους συμμαθητές, τους φίλους, τους αυριανούς συμπολίτες του.

Αν τα καταφέρει θα είναι ένας ήρωας. Αν όχι, θα είναι ένας ακόμα “αλήτης” στο περιθώριο της αυριανής κυπριακής κοινωνίας.

Ποιος να γνοιαστεί και πώς να βοηθήσει το Νικόλα και κάθε Νικόλα σ’ αυτό τον τόπο, που θα μπορούσε να ήταν ένας μικρός παράδεισος, αλλά τον διέλυσαν από τη μια οι μέτριοι που βρέθηκαν με το μέσον σε κρατικές θέσεις κλειδιά κι από την άλλη τα αδίσταχτα συμφέροντα του αχόρταγου και διεφθαρμένου πολιτικοοικονομικού κατεστημένου.

Μια οικογένεια έδωσε στο Νικόλα, πριν από λίγες ημέρες, μια παλιού τύπου τηλεόραση, από αυτές που αποσύρονται τώρα με τη νέα τεχνολογία. Η χαρά που έδειξε το παιδί δεν περιγράφεται…

Ο κύριος Αντρέας…

2013611_sintaksiouxoi
Φωτογραφία από τη διαμαρτυρία των συνταξιούχων έξω από το Υπ. Οικονομικών.
(Σημ.: ο κ. Αντρέας δεν βρίσκεται στη φωτό. ‘Ηταν στο νοσοκομείο περιμένοντας τη σειρά του, γιατί εδώ και χρόνια έχει πρόβλημα με τη μέση του)

Ο κύριος Αντρέας,  από χωριό της Αμμοχώστου,  παντρεύτηκε με την Μαρία από έρωτα το 1969, όταν εκείνος ήταν 21 χρονών και η Μαρία 18. Έκαναν 2 κόρες κι ένα γιο. Ο Αντρέας δούλευε στα χτίσματα. Με πολύ κόπο και με τη βοήθεια των γονιών τους έχτισαν το σπίτι τους που τελείωσε το 1972. Η τουρκική εισβολή τους ξεσπίτωσε. Του έδωσαν σπίτι σε συνοικισμό της επαρχίας Λάρνακας. Συνέχισε να δουλεύει στα χτίσματα αλλά και η Μαρία αναγκάστηκε πια να αρχίσει να δουλεύει σαν ράφτρα, γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Δεν τα έβγαζαν πέρα.

Το 1981 η Μαρία πέθανε από καρκίνο. Τα παιδιά ήταν 11, 9 και 5 χρονών. Ο Αντρέας έφτυσε αίμα για να τα μεγαλώσει σχεδόν μόνος του με τη βοήθεια της μάνας του, αφού και η πεθερά του είχε πεθάνει από καιρό.  Ήθελε να μην τους λείψει τίποτα και να δώσει κάτι τουλάχιστον στις κόρες του για  «προίκα».

Ο κύριος Αντρέας  είναι 65 χρονών. Έπαιρνε μια σύνταξη 800 ευρώ και του την μείωσαν κι αυτή. Μετά από τόσα χρόνια που έλιωνε μες στα λιοπύρια και ξεπάγιαζε στο κρύο, στις οικοδομές, τώρα που ήρθε η ώρα να «πνάσει», δεν τον φτάνουν τα χρήματα να ζήσει.

Διότι αυτό το κράτος που έφαγε δισεκατομμύρια από τα ταμεία των κοινωνικών ασφαλίσεων, για να καλύψει τις σπατάλες και τις ληστείες αυτού του διεφθαρμένου κομματικοοικονομικού συστήματος, δεν άφησε τίποτα για κοινωνικές παροχές.

Αντίθετα έχωσε το χέρι του ακόμα και στις τσέπες των συνταξιούχων για να τους αρπάξει κι αυτό το λίγο, το πολύ λίγο που τους δίνει πίσω από τα λεφτά τους, από τα λεφτά που τους κατακρατούσε τόσα χρόνια κόπου και μόχθου, όταν πλήρωναν από το υστέρημά τους τις κοινωνικές τους ασφαλίσεις.