ΤΙ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΩ ΣΗΜΕΡΑ;

Το 1953, ο Έλληνας διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης επισκέφθηκε την Κύπρο. Γυρίζοντας την απ’ άκρη σ’ άκρη, μαζί με τον Κύπριο Ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή, αγάπησε πολύ τον τόπο και τον κόσμο του. Ως ποιητής, ο Γιώργος Σεφέρης, έγραψε για το νησί μας υπέροχα ποιήματα και δέκα χρόνια αργότερα η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ένα από τα ποιήματα του για την Κύπρο έχει τον τίτλο “Ελένη”.

Στο ποίημα αυτό ο Σεφέρης αναφέρεται σε ένα μύθο που ανέπτυξε ο αρχαίος ποιητής Ευριπίδης στην τραγωδία του “Ελένη” και λέει πως η ωραία Ελένη, για την οποία πολεμούσαν οι Έλληνες για δέκα χρόνια στην Τροία, δεν ήταν ποτέ εκεί, αλλά κάπου στην Αίγυπτο. Ο ποιητής έβαλε τον εαυτό του στη θέση ενός τοξότη που πολέμησε στην Τροία και είδε με τα μάτια του τον θάνατο: “Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόγια της γης, τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες σαν το σιτάρι. Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα…”, “για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη”. Στο τέλος του ποιήματος εκφράζει την ευχή να μην γίνει ξανά ένα τέτοιο κακό, να μην “ακούσει μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε πως τόσος πόνος, τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη”.

Σε καμία λογοτεχνική ανάλυση δε θα βρει κανείς την πραγματικά ξεκάθαρη αλληγορία του Σεφέρη. Η Ελένη του ποιήματος δεν ήταν άλλη από την ιδέα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Σεφέρης ήξερε από το 1951 ότι είχαν ήδη ξεκινήσει οι προετοιμασίες για ένοπλο αγώνα στην Κύπρο και, παρόλο που ο ίδιος, ως διπλωμάτης, έδωσε μεγάλες μάχες για την αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού, ήξερε ότι η Ένωση δε θα γινότανε ποτέ πραγματικότητα. Δεν το ήθελαν οι μεγάλες δυνάμεις και ο λόγος είναι απλός:

Η θέση της Κύπρου είναι κομβική, στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, ανάμεσα σε Τουρκία, Ισραήλ και τον αραβικό κόσμο. Η Ευρώπη ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια διεκδίκησε και κατέκτησε το νησί από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αργότερα η οθωμανική ορμή κατάφερε να αποσπάσει το νησί από τους Βενετούς και να το κρατήσει μέχρι την παρακμή της, το 1878, οπότε και το νοίκιασε στη Βρετανία, η οποία το χρειαζόταν για γεωπολιτικούς λόγους. Η Βρετανία αποφάσισε αργότερα να κρατήσει το νησί και το προσάρτησε, με το αιτιολογικό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο τήρησε φιλογερμανική στάση.

Έκτοτε η Βρετανία και οι λοιπές μεγάλες δυνάμεις της Δύσης ήθελαν να έχουν το νησί ως βάση. Δεν ήθελαν να το δώσουν πίσω στην Τουρκία, γιατί, με την υφαλοκρυπίδα που θα αποκτούσε στην ανατολική Μεσόγειο, θα ήταν κυρίαρχη του γεωπολιτικού παιχνιδιού. Οι μεγάλες δυνάμεις ήθελαν μια αρκετά δυνατή Τουρκία, όπως ήθελαν και την προκάτοχό της, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί, σαν “light” μουσουλμανικά κράτη, γίνονταν ο κυμματοθραύστης της Ευρώπης απέναντι στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Επιπλέον, η Τουρκία (και πριν η Οθωμανική Αυτοκρατορία) ήταν περίπου σαν ανάχωμα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία και για ένα διάστημα στη Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Ήταν λοιπόν πάντα σημαντική η Τουρκία και την ήθελαν ισχυρή, αλλά όχι τόσο ώστε να κάνει η ίδια παιχνίδι στην περιοχή, όπως κάνει σήμερα ο νεοσουλτάνος Ερντογάν, ανεβάζοντας την πίεση στης Δύσης στα ύψη. Δεν ήθελαν λοιπόν να δώσουν πίσω την Κύπρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή στην Τουρκία, αλλά ούτε και στην Ελλάδα ήθελαν να την δώσουν, γιατί δεν ήθελαν η Ελλάδα να απλώσει τα χέρια της μέχρι τις ακτές της ανατολικής Μεσογείου και βέβαια δεν ήθελαν να ερεθίσουν περισσότερο την Τουρκία, κολλώντας στο μαλακό της υπογάστριο την Ελλάδα.

Η ρεαλπολιτίκ βεβαίως δεν ενδιέφερε την ελληνοκυπριακή Εθναρχία, ούτε και τους αδύναμους και χωρίς ουσιαστική πολιτική εμβέλεια πολιτευτές της εποχής. Δεν ήθελαν να σκέφτονται τίποτε άλλο από την Ένωση με την Ελλάδα, παρότι εκείνη την εποχή η ανεξαρτησία θα ήταν θεωρητικά πιο εύκολος στόχος, καθώς η μία μετά την άλλη οι βρετανικές αποικίες ανεξαρτητοποιούνταν με πολιτική διαβούλευση.

Έτσι ξεκίνησε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, “διά την αποτίναξιν του αγγλικού ζυγού”, με θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη τον Μακάριο Γ’ και στρατιωτικό ηγέτη τον Κύπριο αξιωματικό του ελληνικού στρατού, Γεώργιο Γρίβα. Ήταν βεβαίως και οι δύο δεξιοί, ώστε να μην θορυβηθεί η Δύση ότι ο αγώνας είχε οποιαδήποτε σχέση με το κομμουνιστικό μπλοκ.

Έξι μήνες μετά την έναρξη του αγώνα, η Βρετανία πρότεινε σχέδιο αυτοκυβέρνησης της Κύπρου, το οποίο προέβλεπε για τους Τουρκοκύπριους μόνο έναν υπουργό τουρκοκυπριακών υποθέσεων. Η αυτοκυβέρνηση θα εξελισσόταν σταδιακά σε ανεξαρτησία. Ο Μακάριος διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε. Όταν ήρθε όμως ο Υπουργός Αποικιών της Βρετανίας στη Λευκωσία, όλη τη νύχτα πριν τις υπογραφές η πόλη συγκλονιζόταν από αλλεπάλληλες εκρήξεις. Την άλλη μέρα ο Μακάριος είπε στον Βρετανό υπουργό ότι η ΕΟΚΑ δεν ήθελε το σχέδιο και ότι έπρεπε να το βελτιώσουν. Ο Βρετανός έφυγε λέγοντας στον Μακάριο “Ο Θεός να φυλάει εσάς και τον λαό σας”. Χρόνια μετά, για τη χαμένη εκείνη ευκαιρία, ο Μακάριος κατηγόρησε τον Γρίβα για τις εκρήξεις, ενώ ο Γρίβας έλεγε πως οι βόμβες βγήκαν από τα υπόγεια της αρχιεπισκοπής.

Στη διάρκεια του αγώνα, πολλά νέα παλληκάρια, με ψυχή, πίστη και πατριωτισμό έδωσαν τη ζωή τους, μπαίνοντας “στις μυλόπετρες σαν το σιτάρι”. Ο Μακάριος, μετά την απόρριψη του βρετανικού σχεδίου, εξορίστηκε από τους Βρετανούς σε έναν από τους πιο ελκυστικούς τουριστικούς προορισμούς του πλανήτη, στις Σεϊχέλλες.

Έπειτα από αναγκαστική διαμονή 13 μηνών στο εξωτικό Μαέ, του Ινδικού Ωκεανού, ο Μακάριος αφέθηκε ελεύθερος να πάει στη Αθήνα. Εκεί, ξαφνικά και χωρίς να ενημερώσει κανέναν προηγουμένως, ούτε τους συνεργάτες του, αλλά ούτε και την ελληνική κυβέρνηση, κάλεσε στην ελληνική πρωτεύουσα την αγγλίδα βουλευτή του αντιπολιτευόμενου εργατικού κόμματος Barbara Castle και, αιφνιδιαζοντας τους πάντες, της είπε ότι δε θα απέκλειε μια λύση ανεξαρτησίας της Κύπρου.

Την ώρα που ο Μάτσης κομματιαζόταν στο κρυσφήγετό του στο Δίκωμο, ο Αυξεντίου καιγόταν στο κρυσφήγετό του στον Μαχαιρά, ο δεκαοκτάχρονος Παλλήκαρίδης τραγουδούσε τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο πάνω στο ικρίωμα της αγχόνης, λίγο πριν ανοίξει η καταπακτή, ο Μακάριος, που τους κάλεσε να αγωνιστούν για την Ένωση, αποφάσισε να στραφεί προς την ανεξαρτησία της Κύπρου, προφανώς για να κάνει αντιπερισπασμό στο διχοτομικό σχέδιο λύσης του τότε Βρετανού πρωθυπουργού Χάρολντ Μακμίλλαν. Για να επιβεβαιωθεί τελικά η “προφητεία” του Σεφέρη πως “τόσος πόνος, τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη”.

Σημειώστε ότι, αμέσως μετά τον αγώνα, οι μεγαλύτερες λεωφόροι της Λευκωσίας και των άλλων πόλεων πήραν το όνομα του Μακαρίου και του Γρίβα, ενώ του ρομαντικού Ευαγόρα, που κρεμάστηκε στα 18 του χρόνια για την Ένωση, του έδωσαν ένα στενό δρομάκι, 300 μέτρων, χωρίς πεζοδρόμιο, στον Λυκαβητό της Λευκωσίας, εκεί που είναι το εστιατόριο “Ρομάντικα”.

Ο Μακάριος συμφώνησε εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων μια λύση πολύ χειρότερη από εκείνην που απέρριψε τρία χρόνια προηγουμένως: τη δημιουργία ενός δικοινοτικού κρατικού μορφώματος, με έναν πανίσχυρο Ελληνοκύπριο πρόεδρο με δικαίωμα βέτο, που δεν είχε το δικαίωμα να τον ψηφίσει το 18% του λαού και έναν επίσης πολύ ισχυρό Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, με δικαίωμα βέτο, που δεν είχε το δικαίωμα να τον ψηφίσει το 82% του λαού. Με αυτή τη λύση του Κυπριακού στα χέρια, ο Μακάριος ήρθε πίσω στην Κύπρο από την εξορία και βροντοφώναξε σε ένα πλήθος που παραληρούσε ευτυχισμένο ότι “νενικήκαμεν”.

Στην πραγματικότητα αυτό το νέο κράτος ελάχιστοι Κύπριοι το αγάπησαν. Η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή δεξιά ήθελαν διχοτόμηση της Κύπρου ενώ το ελληνοκυπριακό κατεστημένο διακύρηττε ότι ο αγώνας για την Ένωση συνεχίζεται. Στην πραγματικότητα στόχος του ελληνοκυπριακού κατεστημένου ήταν η διπλή ένωση, δηλαδή η διχοτόμηση. προκειμένου να ξεφορτωθούμε τους Τουρκοκύπριους και να έχουμε το δικό μας καθαρά ελληνικό έδαφος στην Κύπρο, όπως αντιστοίχως ήθελε το δικό της κομμάτι και η Τουρκία. Για τα αιματηρά επεισόδια που ξέσπασαν τα Χριστούγεννα του 1963 ήταν και οι δύο πλευρές προετοιμασμένες και πάνοπλες. Το δε αφήγημα ήταν και στις δύο πλευρές άκρως “πατριωτικό”.

Η διχοτόμηση δρομολογήθηκε πρακτικά από τότε, αρχικά με τον εγκλεισμό των Τουρκοκυπρίων στους μαχαλάδες τους και δέκα χρόνια αργότερα, μετά την τουρκική εισβολή, με τη μετακίνηση των πληθυσμών. Το καλά στημένο σχέδιο προδοσίας παρουσιαζόταν πάντοτε στο λαό με πατριωτιό μανδύα (Ένωση με την Ελλάδα) ενώ από πίσω κρυβόταν η διχοτόμηση, της οποίας το τίμημα ήταν η συμφορά του 1974.

Το ευτύχημα για εμάς τους Ελληνοκύπριους είναι ότι είμαστε η πλειοψηφία σε τούτο το νησί και δεν ήθελε η διεθνής κοινότητα να επιτρέψει σε μια εθνοτική μειονότητα το δικαίωμα να διαλύει ένα κράτος, γιατί αυτό θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο για πολλές άλλες χώρες. Επιπλέον δεν ήθελε να δώσει τον έλεγχο της Κύπρου στην Τουρκία. Ούτε και σήμερα το θέλει, γι’ αυτό εξακολουθούμε να υπάρχουμε και δεν έχει ακόμη η Κύπρος διχοτομηθεί επίσημα.

Τι να γιορτάσω λοιπόν σήμερα; Τι να πανηγυρίσω; Είμαι ευτυχισμένος και περήφανος, γιατί υπάρχουμε ως κράτος, μέλος του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ιστορία όμως με πονά. Τιμώ τα παλληκάρια που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, τις μάνες των ηρώων μας που έχασαν τα παιδιά τους, τις μάνες, τις γυναίκες και τα παιδιά των αγνοουμένων, που τους εξαπατούσαν για δεκαετίες, κρύβοντάς τους την αλήθεια για την τύχη των δικών τους, τους εκτοπισμένους που έχασαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, για να εφαρμοστεί το προσυμφωνημένο σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου και συνέχισαν να τους εξαπατούν μετά οι πολιτικάντηδες, με τα κροκοδείλια τους δάκρυα και τις απατηλές τους υποσχέσεις για “μακροχόνιους αγώνες” και άλλα κουραφέξαλα.

Έχω πολλά να γράψω ακόμη αλλά θα αρκεστώ αυτή τη μέρα να ευχηθώ να μας λυπηθούν οι ισχυροί της γης, για να παραμείνουμε ζωντανοί και με ιστορική συνέχεια σε τούτο τον τόπο. Γιατί αν περιμένουμε από τους δικούς μας, ζήτω που καήκαμε.

Leave a Reply

Your email address will not be published.