ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΕΙ ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ ΑΝΤΙ ΤΟΝ ΜΩΑΜΕΘ ΤΟΝ ΠΟΡΘΗΤΗ;

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια είχα την σπάνια εμπειρία να βρεθώ στην επικεφαλής των μοναστηριών του Αγίου Όρους μονή της Μεγίστης Λαύρας, όταν είχαν μαζευτεί εκεί όλοι οι άγιοι ηγούμενοι του Άθω για το μνημόσυνο του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και των μαχητών – υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης.

Το να μνημονεύει ωστόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο αποτελεί ιστορική παραδοξότητα, αφού την κρίσιμη ώρα που εκείνος υπερασπιζόταν την Πόλη από τους Τούρκους, η Εκκλησία τον αφόρισε. Μάλιστα το έγγραφο του αφορισμού του τοιχοκολλούσε στους τοίχους της βασιλεύουσας ο ίδιος ο Γεώργιος Σχολάριος, που έγινε λίγο αργότερα πρώτος πατριάρχης μετά την Άλωση.

Όταν οι αυτοκράτορες της οικογένειας των Παλαιολόγων επισκέπτονταν τα βασίλεια της Δύσης σαν επαίτες, για να ζητήσουν βοήθεια με αντάλλαγμα την Ένωση της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας, πίσω στην Κωνσταντινούπολη ο φανατισμένος όχλος, υποκινούμενος από καλόγερους, παπάδες και διάφορους άλλους ακραίους αντιευρωπαϊστές, διαδήλωνε εναντίον τους, φωνάζοντας ότι προτιμούσε το τουρκικό φέσι παρά την παπική τιάρα.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος λοιπόν δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τους Τούρκους, αλλά και όλους εκείνους τους άφρονες, που τον υπέσκαπταν κι οδηγούσαν την Πόλη στα χέρια του Μωάμεθ του Πορθητή, έχοντας πείσει τον όχλο με δεισιδαιμονίες και προφητείες (ναι, από τότε οι αφελείς πίστευαν τις προφητείες) ότι έφτασε το τέλος του κόσμου (ναι από τότε τα ίδια μυαλά περίμεναν το τέλος του κόσμου) κι ότι ήταν θέλημα Θεού οι Τούρκοι να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη.

Η αλήθεια να λέγεται, ο κατακτητής σουλτάνος Μωάμεθ Β’ δεν άφησε πάνω του την υποχρέωση. Φρόντισε ώστε ο Γεώργιος Σχολάριος (που είχε στο μεταξύ γίνει μοναχός με το όνομα Γεννάδιος) να γίνει πατριάρχης και να χρισθεί γενάρχης των υπόδουλων Χριστιανών. Από τότε μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία απολαμβάνει τα προνόμια που της παραχώρησε τότε ο Τούρκος κατακτητής. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος παραχώρησε στα μοναστήρια του Αγίου Όρους προνόμια που διατηρούν μέχρι σήμερα και τους επέστρεψε την περιουσία που είχε δημεύσει ο πατέρας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αυτοκράτορας Μανουήλ Β’.

Στην εξέλιξη της ιστορίας, οι επίγονοι κι ομοϊδεάτες εκείνων που διευκόλυναν τότε τους Τούρκους να καταλάβουν την Πόλη και να καταλύσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες των υπόδουλων Ελλήνων εναντίον των Τούρκων κατακτητών, αφού πλαστογράφησαν τα γεγονότα όπως εκείνοι ήθελαν, πάλι μέσα από παραμύθια, θρύλους, δεισιδαιμονίες και προφητείες που οι ίδιοι επινόησαν. Ένα παράδειγμα είναι οι πλαστές προφητείες του (ανύπαρκτου) «αγίου» Αγαθάγγελου, οι οποίες υποτίθεται ότι γράφτηκαν δύο αιώνες πριν από την άλωση της Πόλης, ενώ στην πραγματικότητα γράφτηκαν τρεις αιώνες μετά… Είναι οι γνωστές «προφητείες» για το «Ξανθόν Γένος» που θα ελευθερώσει τους Έλληνες. Μόνο που ο παπάς που τις έγραψε σαν «Αγιος Αγαθάγγελος» δεν εννοούσε τους Ρώσους, όταν αναφερόταν στο «Ξανθόν Γένος» αλλά στους Γερμανούς (διότι ο ίδιος ζούσε στη Λειψία).

Όταν όμως ήρθε η ώρα της επανάστασης, η Εκκλησία αφόρισε τους υποκινητές, τη Φιλική Εταιρία.  Κάποιοι ιστορικοί λένε ότι ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ γνώριζε και ενέκρινε από πριν τις προετοιμασίες κι ότι τελικά αναγκάστηκε να αφορίσει τους επαναστάτες, προκειμένου να μετριάσει την οργή του σουλτάνου και μάλιστα (λένε, χωρίς να υπάρχει ωστόσο τεκμήριο) ότι ο αφορισμός αναιρέθηκε μυστικά στις 10 Απριλίου 1821. Άλλοι  πάλι λένε ότι ο αφορισμός ήταν ήταν πραγματική αντίδραση της εκκλησιαστικής ηγεσίας, καθώς η διατύπωσή του απηχούσε επακριβώς τις απόψεις του ιδίου του πατριάρχη και της ιεράς συνόδου. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο αφορισμός είναι ιστορικό γεγονός, όπως είναι ωστόσο και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου, στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου στο Φανάρι, στις 22 Απριλίου 1821, αμέσως μετά την ακολουθία του Πάσχα, αφού ο σουλτάνος έκρινε πως ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ως γενάρχης των Ρωμιών, απέτυχε να αποτρέψει την επανάσταση.

Η πραγματική ιστορία τεκμηριώνει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ευεργέτησε την Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι υπήρξε για αιώνες σύμμαχος της Μεγάλης Πύλης στη προσπάθειά της να ελέγχει τους υπόδουλους Έλληνες (Ρωμιούς).  Συνεπώς αν κάποιον έπρεπε σήμερα η Εκκλησία να μνημονεύει αυτός δεν έπρεπε να ήταν ο αναθεματισμένος Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αλλά ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *