Χριστούγεννα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑΤα φώτα πιο πολύχρωμα
Καθώς παρατηρούσε στο κενό
Το μηδέν
Και μετρούσε το τίποτα
Σε μιαν αυτόκλητη απολογία
Μ’ αναρίθμητα λαμπιόνια
Παντού
Σε δαιδαλώδη σχήματα
Να λοιδορούν το πένθος
Που θέλησε ως προεξάρχον αίσθημα
Σ’ αυτές τις μέρες που κάποιοι τις ονόμασαν γιορτή.
Στο βάθος άνθρωποι που συνωστίζονταν
Τα γέλια τους ηχούσαν ως εκεί
Μακάβρια
Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί
Έτσι κι αλλιώς όλα τελείωναν
Καθώς μετρούσε τον παλμό που εξασθενούσε.
Ανύποπτα γεννήθηκε
Καχύποπτα πλανήθηκε
Δεν ενστερνίστηκε ποτέ τις θεωρίες των ανθρώπων
Και δεν αγάπησε ποτέ.
Ή μάλλον έτσι νόμισε. Γιατί στα σύμβολα
που ήδη ζωγραφίζονταν
στους γύρω τοίχους και στα τζάμια
και μες στο φως που σαν χοάνη στροβιλίζονταν
από το βάθος του ορίζοντα
καθώς πλησίαζε
Είδε τα μάτια της
Και γύρω μύρισε ξανά την ευωδιά της
Του χαμογέλασε κι αφέθηκε
Κι αποκοιμήθηκε διαπαντός στην αγκαλιά της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *