Αρχείο ετικέτας χούντα

ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Σαν σήμερα, πριν από 44 χρόνια, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, εναντίον του προέδρου Μακαρίου.
Όλοι γνώριζαν πως η Τουρκία θα έκανε εισβολή, σε περίπτωση που γινόταν πραξικόπημα. Μάλιστα ο Μακάριος προειδοποιούσε πολύ πριν το πραξικόπημα ότι τυχόν ελληνική επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου θα ενταφίαζε οριστικά το όνειρο της «Ένωσης», ενώ και στο θρυλικό του διάγγελμα από την Πάφο, ανήμερα του πραξικοπήματος, είπε ότι ότι «κάποιοι αποφάσισαν να διχοτομήσουν την Κύπρο», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι θα ακολουθούσε τουρκική επέμβαση.
 
Το παράξενο με τον Μακάριο είναι πως, ενώ γνώριζε ότι η Τουρκία επρόκειτο να εισβάλει κι ενώ έβλεπε στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τα τουρκικά πολεμικά να προσεγγίζουν τις ακτές της Κερύνειας, εκείνο το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974 και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η εισβολή, ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ουσιαστικά παρέσχε στην Τουρκία το πρόσχημα  που αναζητούσε. Διότι δεν περιορίστηκε μόνο στο να καταγγείλει το πραξικόπημα. Υπογράμμισε ότι το πραξικόπημα ήταν στην ουσία εισβολή της Ελλάδος στην Κύπρο και ότι από αυτή την εισβολή κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.
 
Τα ερωτηματικά σε σχέση με τον ρόλο του Μακαρίου και πολλών άλλων παραμένουν αναπάντητα, καθώς τα πιο σημαντικά έγγραφα του φακέλου της Κύπρου παραμένουν απροσπέλαστα στα υπουργεία εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Εικασίες σχετικά με το ρόλο του Μακαρίου έχω γράψει στο άρθρο μου με τίτλο «Ένα αιρετικό αφήγημα για το πραξικόπημα»
Σαφώς όμως την τεράστια ευθύνη για την τουρκική εισβολή και την ανείπωτη καταστροφή που σκόρπισε, τη φέρει η ελληνική Χούντα και οι εν Κύπρω συνεργάτες της. Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι ήξεραν πως μετά το πραξικόπημα θα ακολουθούσε τουρκική εισβολή. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Τουρκίας ξεκίνησαν αρκετούς μήνες πριν, επανδρώθηκε το αεροδρόμιο της Αττάλειας, στρατιωτικές μονάδες μετακινούνταν στις νοτιοανατολικές ακτές της Τουρκίας  και σύμφωνα με μαρτυρίες οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα.
Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι τουρκικές στρατιωτικές μονάδες τέθηκαν σε διαδικασία κίνησης προς την Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός «Bayrak» μετέδιδε ότι έρχεται ο τουρκικός στρατός να σώσει τα αδέλφια του, τους Τουρκοκύπριους. Λίγες ώρες πριν την εισβολή, τα τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη πλησιάσει τη βόρεια ακτή της Κύπρου.
Από τη δική μας πλευρά τι γινόταν όλες εκείνες τις ημέρες για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός κίνδυνος; Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ!  Το 281 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδάκτυλου και θα μπορούσε να είχε βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, στάλθηκε, στις 15 Ιουλίου, από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς στο ΚΕΝ Πάφου, με τη διαταγή να καταπνίξει την εκεί αντίσταση. Στις 19 Ιουλίου κι ενώ τα τουρκικά πολεμικά ήταν έξω από την Κερύνεια, το 281 διατάχθηκε να στρατοπεδεύσει στην Αθαλάσσα, αντί να τρέξει να επανδρώσει τα πολυβολεία.
Στις 5:30 το πρωί ξεκίνησαν τις πρώτες τους επιδρομές τα τουρκικά πολεμικά  αεροσκάφη, καθώς από τα πλοία αποβιβάζονταν ήδη στρατιώτες και άρματα μάχης.  Στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας άρχισαν να πέφτουν 2 χιλιάδες αλεξιπτωτιστές.  Καμία απάντηση δεν δόθηκε από πλευράς της Εθνικής Φουράς, ενώ το ΡΙΚ ξεκίνησε κανονικά την εκπομπή του στις 6:00 με πρωϊνή γυμναστική, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
Οι πραξικοπηματίες μιλούσαν για τουρκική άσκηση και δεν έδιναν διαταγές στην Εθνική Φρουρά για δράση. Πέρασαν σχεδόν 3 ώρες μέχρι να δεήσει η χούντα  να δόσει πράσινο φως στο ΓΕΕΦ για να ξεκινήσει η επιστράτευση. Ήταν τότε, γύρω στις 9:30 το πρωί που διατάχθηκε από τους εγκληματίες πραξικοπηματίες το 286 μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού να κατευθυνθεί προς την Κερύνεια, σε φάλαγγα μέσα στον δημόσιο δρόμο, με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τα τουρκικά αεροσκάφη και να κομματιαστούν οι φαντάροι.
Όλες οι μαρτυρίες μιλούν για μια ακατανόητη και εγκληματική ολιγωρία, που οδήγησε στο θάνατο χιλιάδες νέα παιδιά, που έτρεξαν να υπερασπίσουν την πατρίδα. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν έχουν άλλη απάντηση παρά αυτή: Επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα, για εσχάτη προδοσία.
Η χούντα είχε αποφασίσει να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια να απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία κι από την άλλη να λύσει το Κυπριακό με την «καθαρή» λύση της διχοτόμησης,  χωρίς ελληνική υπογραφή αλλά διά της βίας των τουρκικών όπλων.
Για το τεράστιο εκείνο έγκλημα δεν λογοδότησε κανείς από τους πραγματικά υπαίτιους. Καμία δίκη δεν έγινε, κανένας δεν πλήρωσε ούτε το ελάχιστο τίμημα για την εθνική προδοσία. Πολλοί κατηγορούν τον Καραμανλή γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή ξεχνούν ότι κι ο Μακάριος, επιστρέφοντας στην Κύπρο, πρόσφερε από την πρώτη στιγμή «κλάδον ελαίας» σε εκείνους που προετοίμασαν και διέπραξαν το πραξικόπημα κι ολιγώρησαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής, στέλνοντας στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους και στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες άλλους.
Το γιατί όμως οι νόμιμες κυβερνήσεις Καραμανλή στην Ελλάδα και Μακαρίου στην Κύπρο, αποφάσισαν να κουκουλώσουν το μεγαλύτερο ιστορικά έγκλημα εις βάρος του κυπριακού Ελληνισμού, παραμένει ένα ερώτημα εξίσου βασανιστικό και αναπάντητο ερώτημα. Όπως και το γιατί σχεδιάστηκε το έγκλημα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί συνεργοί της χούντας και ποιες οι πραγματικές τους προθέσεις.
Σοβαρές απαντήσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη, ούτε από το πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων, ούτε από το πόρισμα παρωδία της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων. Η ιστορική ετυμηγορία στο τεράστιο αυτό ζήτημα εξακολουθεί να εκκρεμεί.
2

Η χούντα θεωρούσε καλύτερη και πιο «καθαρή» λύση τη διχοτόμηση. Εσύ;

Στις 15 Ιουλίου 1974 η κυπριακή Εθνική Φρουρά, έπειτα από διαταγή του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη (του  ισχυρού άντρα της στρατιωτικής χούντας, που σφετεριζόταν τότε την εξουσία στην Ελλάδα), διενήργησε, με τη βοήθεια και της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, πραξικόπημα εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Στο δικό μου μυαλό δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί στην Τουρκία η αφορμή να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει μέρος του βορείου τμήματος του νησιού, ώστε το Κυπριακό να λυθεί οριστικά με διχοτόμηση. Γι’ αυτό και δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις απόβασης, δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο (που θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα αποβατικά πλοία) και σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις διατάχθηκαν να μην χτυπήσουν τις τουρκικές διότι – όπως τους έλεγαν – «επρόκειτο για άσκηση. 

Σύμφωνα με διάφορες πηγές ο «αόρατος δικτάτορας», Δημήτριος Ιωαννίδης, θεωρούσε το Κυπριακό ως τον μεγαλύτερο βραχνά για την Ελλάδα, γι’ αυτό και μόλις ανέτρεψε τον προηγούμενο δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον Νοέμβρη του 1973, έθεσε ως προτεραιότητα του να απαλλάξει τη χώρα του από αυτό το πρόβλημα,  με τη λύση που εκείνος θεωρούσε ως την καλύτερη και πιο λειτουργική: το γεωγραφικό και πολιτικό διαζύγιο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως καθαρά ελληνικό κράτος, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, αλλά και χωρίς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνο. 

Ο Ιωαννίδης θεωρούσε ως καλύτερη λύση τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ήξερε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο από τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς ή το λαό, καθώς θα εθεωρείτο εθνική προδοσία. Έπρεπε συνεπώς να βρεθεί ένας τρόπος αυτή η λύση να επιβληθεί με «βίαιο τρόπο» και φαινομενικά χωρίς την έγκριση της Ελλάδας. 

Έχοντας άμεση πρόσβαση στη CIA (σύμφωνα με αμερικανικές πηγές) και με την αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε, ο δικτάτορας προώθησε σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου, το οποίο συμφώνησαν μαζί με την τουρκική ηγεσία: Να γίνει πρώτα το πραξικόπημα, να ακολουθήσει απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο κι η κατάληψη μέρους του βορείου τμήματος του νησιού κι αμέσως μετά να μετακινηθεί ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός στην κατεχόμενη περιοχή, αφού θα γίνονταν στη διάρκεια της εισβολής πράξεις βίας από Ελληνοκύπριους εις βάρος Τουρκοκυπρίων σε τουρκοκυπριακά χωριά στο νότο, ώστε από τη μια οι Τουρκοκύπριοι να τρομοκρατηθούν και να δεχτούν να φύγουν κι από την άλλη να δοθεί και μια εξ αντικειμένου εύλογη αφορμή για μια τέτοια μετακίνηση. 

Το σχέδιο προέβλεπε ότι δεν θα υπήρχε αντίσταση στον τουρκικό στρατό, ώστε να μην υπάρξουν πολλά θύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προέβλεπε επίσης κατάληψη ενός πολύ μικρότερου μέρους της Κύπρου. Δυστυχώς όμως ο Ιωαννίδης (πέρα από την προδοτική του πράξη να παραδώσει κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία) δεν προέβλεψε την αναξιοπιστία της τουρκικής ηγεσίας. Ο τουρκικός στρατός όχι μόνο χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία, αλλά και κατέλαβε πολύ μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου από εκείνο που προέβλεπε το σχέδιο.

Παρόλο που ο στόχος ήταν άκρως προδοτικός, το μήνυμα που δόθηκε στους εθνικικστές και στους αντιμακαριακούς ήταν ότι το πραξικόπημα γίνεται για να διωχθεί ο «ανθέλληνας» Μακάριος και να ανοίξει ο δρόμος για τον προαιώνιο πόθο των Κυπρίων για Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Διότι, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Άγγλος συγγραφέας Σάμιουελ Τζόνσον, «το καταφύγιο του απατεώνα είναι ο πατριωτισμός». 

Σε ό,τι αφορά τον Μακάριο, το επίσημο αφήγημα τον παρουσιάζει σαν ηρωομάρτυρα, που επέζησε του πραξικοπήματος και αγωνίστηκε για τη σωτηρία της Κύπρου. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακάριος προειδοποιούσε πως τυχόν πραξικόπημα εναντίον του θα έφερνε τη διχοτόμηση.  Πολλοί τον είχαν προειδοποιήσει ότι ο Ιωαννίδης θα τον ανατρέψει. Εκείνος όμως απαντούσε πως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε έστω και ένας Έλληνας που θα έδινε στην Τουρκία την αφορμή να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρόλα αυτά, στις 20 Ιουλίου και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η τουρκική εισβολή, ο Μακάριος κατάγγειλε από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο  και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να δράσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε παραβιαστεί.  Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία, που ήταν ήδη έτοιμη για την εισβολή, με τα πολεμικά της πλοία στα ανοικτά της Κερύνειας (σύμφωνα με το σχέδιο που είχε συμφωνήσει με τον Ιωαννίδη και τη CIA) είχε πια και την κάλυψη που της έδωσε το λεκτικό της καταγγελίας του νόμιμου προέδρου της Κύπρου. 

Σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα επίσης, το σαββατοκύριακο πριν το πραξικόπημα, ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία στο Τρόοδος ενώ το πρωί της Δευτέρας 20 Ιουλίου 1974, ήταν πίσω στο γραφείο του στο προεδρικό μέγαρο με μια ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο, όταν άρχισαν να πέφτουν  βροχή οι σφαίρες των πολυβόλων κι οι οβίδες των αρμάτων πάνω στο κτίριο. Παρά το γεγονός ότι το προεδρικό γραφείο διαθέτει παράθυρα, κανείς δεν έβαλε από τα παράθυρα μέσα στο γραφείο ούτε περικυκλώθηκε το κτίριο, δεν έπαθε κανείς τίποτα από όσους ήταν μέσα στο γραφείο κι έτσι ο  Μακάριος διέφυγε από το πίσω μέρος του προεδρικού, περπάτησε μέσα από το δασύλιο και τον ποταμό Πεδιαίο και βγήκε στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο που τον μετέφερε στην Κλήρου κι από εκεί έφυγε με άλλο αυτοκίνητο για την Παναγιά της Πάφου. Από την Παναγιά κατέβηκε στην πόλη της Πάφου από όπου και απηύθυνε από ένα πρόχειρα στημένο ραδιοσταθμό το ιστορικό του διάγγελμα, στο οποίο έλεγε ότι είναι ζωντανός και ότι είναι συναγωνιστής και σημαιοφόρος στον κοινό αγώνα.  Έπειτα πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί έφυγε με βρετανικό ελικόπτερο για τη Μάλτα, για να συνεχίσει αργότερα το ταξίδι προς το Λονδίνο. 

Οι πραξικοπηματίες, από την πλευρά τους, αφού πρώτα πάγωσαν την Κύπρο με την ψευδή ανακοίνωση στο ΡΙΚ ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, στη συνέχεια διόρισαν «πρόεδρο» τον Νίκο Σαμψών, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι παραβιάστηκε η συνταγματική τάξη. Έπειτα κυνήγησαν και σκότωσαν μακαριακούς κι αριστερούς και, στη διάρκεια της εισβολής, όπως προέβλεπε το διχοτομικό σχέδιο, μπήκαν σε τουρκοκυπριακά χωριά και σκότωσαν γυναικόπαιδα, ώστε να δώσουν την αφορμή για την ανταλλαγή των πληθυσμών, που αποτέλεσε κεφαλαιώδους σημασίας βήμα προς τη διχοτόμηση.

Η 15η Ιουλίου είναι η επέτειος μιας ασύλληπτης εθνικής προδοσίας, που οδήγησε τον κυπριακό ελληνισμό στην χειρότερη καταστροφή της μακράς ιστορίας του σε τούτο τον τόπο, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να ξεριζώνονται από τη γη των πατέρων τους κι ένα ολόκληρο λαό να θρηνεί χιλιάδες νεκρούς κι αγνοούμενους. Διότι κάποια άρρωστα μυαλά στην Ελλάδα και στην Κύπρο πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα δινόταν στο Κυπριακό μια «καθαρή» λύση. Μια λύση που θα έβγαζε εντελώς από τα πόδια μας τους Τουρκοκύπριους, προκειμένου να έχουμε ένα κράτος καθαρά δικό μας, καθαρά ελληνικό, ένα κράτος όπως αυτό που λειτουργεί από το 1960 μέχρι σήμερα, το κράτος της κουμπαροκρατίας και της κομματοκρατίας, το κράτος της διαπλοκής, της διαφθοράς, της κλεψιάς. 

Λυπούμαι να πω ότι δυστυχώς τα ίδια μυαλά, που προτιμούν τη λύση που ήθελε κι ο Ιωαννίδης για την Κύπρο, εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Είναι αυτοί που κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους η κατάσταση να παραμένει ως έχει, ώσπου να μονιμοποιηθεί οριστικά η διχοτόμηση. Μερικοί από αυτούς βέβαια θα εξαπολύσουν σήμερα μύδρους εναντίον της χουντικής προδοσίας. Στο τέλος όμως η ουσία είναι ότι τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν, προβάλλοντας κι αυτή τη φορά στο λαό απατηλά, ψευδοπατριωτικά συνθήματα, κατά τη γνωστή ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον. 

 

Τους έστειλαν στο θάνατο οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού.

Στις 21 Απριλίου 1967 μια κλίκα συνταγματαρχών έκανε πραξικόπημα και κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Κατάργησε τη βουλή και τις εκλογές κι εγκαθίδρυσε δικτατορικό καθεστώς. Έβαλε την Ελλάδα «στο γύψο μέχρι να θεραπευθεί», όπως είπε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του καθεστώτος Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η χούντα υπήρξε το πιο γρήγορο κι αποτελεσματικό βαποράκι για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ενός στόχου που είχαν διακηρύξει οι Τούρκοι από τη δεκαετία του 1950 αλλά και είχαν επίσης υιοθετήσει συγκεκαλυμμένα πολιτικοί και στρατιωτικού κύκλοι στην Κύπρο και στην Ελλάδα, με στόχο την κατάργηση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και την επιβολή της διπλής ένωσης, των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα και των Τουρκοκυπρίων με την Τουρκία.  Η ταύτιση των κύκλων αυτών με το τουρκικό βαθύ κράτος και την τουρκοκυπριακή ακροδεξιά, αφορούσε μεν τον ίδιο στόχο, τη διχοτόμηση, αλλά για διαφορετικούς λόγους. 

Σκοπός της Τουρκίας ήταν να αποκτήσει με τη διχοτόμηση απρόσκοπτη πρόσβαση στην Κύπρο και (ανεξέλεγκτη) χρήση τής τουρκικής περιοχής με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της επιδιώξεις.  Από την άλλη, οι Έλληνες ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα ή έστω ένα αμιγώς ελληνικό κράτος, στο οποίο να μην μπορούν να ανακατεύονται με κανένα τρόπο οι Τούρκοι, έστω κι αν για να γίνει αυτό θα έπρεπε, σαν τίμημα, να δοθεί κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία. Έπρεπε όμως να γίνει με τρόπο βίαιο, με επέμβαση δηλαδή της Τουρκίας, χωρίς τη δική μας συναίνεση ή υπογραφή. Μια σειρά επεισοδίων που παίχτηκαν από το 1963 μέχρι και το 1974 κι οδήγησαν το λαό σε συγκρούσεις, θάνατο και πόνο, έδωσαν στην Τουρκία όλα εκείνα τα προσχήματα που χρειαζόταν για να διχοτομήσει την Κύπρο, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλιου 1974, που έδωσε στον Μπουλέντ Ετζεβίτ την αφορμή για την επιχείρηση «Αττίλας», όπως ήταν το κωδικό όνομα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο του 1967, έξι μήνες μετά που ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία στην Ελλάδα η χούντα, η κυπριακή Εθνική Φρουρά, με επικεφαλής τον στρατηγό Γρίβα, διενήργησε μια επιχείρηση φιάσκο στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, βάλλοντας εναντίον αμάχων, κυρίως γυναικοπαίδων. Η κατακραυγή που προκλήθηκε διεθνώς έδωσε όπλα στην τουρκική προπαγάνδα, με αποτέλεσμα η χούντα να αποσύρει από την Κύπρο την Ελληνική Μεραρχία, η οποία είχε εγκατασταθεί κρυφά στο νησί επί διακυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Οι ακραφνώς εθνικόφρονες στρατιωτικοί απέσυραν με την ουρά στα σκέλια τον ελληνικό στρατό κι άφησαν την Κύπρο ανοχύρωτη πολιτεία εν μέσω διακοινοιτικών συγκρούσεων και απειλών της Άγκυρας για εισβολή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε κι άρχισαν οι γνωστές έριδες ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, η «ΕΟΚΑ Β'» με την παράνομη δράση της, οι συγκρούσεις μεταξύ αντιμακαριακών και μακαριακών κλικών κι οι απόπειρες δολοφονίας του προέδρου Μακαρίου, όλα δηλαδή εκείνα τα γεγονότα που αποσταθεροποίησαν το εσωτερικό μέτωπο, προφανώς όχι τυχαία. Όλα με την παρασκηνιακή υποστήριξη της χούντας που, ενώ είχε αποσύρει τη Μεραρχία από την Κύπρο κατά τρόπο άκρως ντροπιαστικό για τους Έλληνες, συνέχισε να παριστάνει τον θεματοφύλακα της εθνικής αξιοπρέπειας, σύμφωνα και με τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο του απατεώνα.

Όλοι συναγωνίζονταν ως προς το ποιος είναι ο πιο μεγάλος κι ο πιο γνήσιος πατριώτης, παραμένοντας βεβαίως όλοι προσηλωμένοι στο στόχο της Ένωσης με την Ελλάδα, οι μεν μακαριακοί τοποθετώντας το στόχο αυτό σε βάθος χρόνου οι δε αντιμακαριακοί επιδιώκοντάς τον «εδώ και τώρα». Εκείνοι που υποστήριζαν τη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν μειοψηφία. Μάλιστα τους χαρακτήριζαν και προδότες, οι τεράστιοι πατριώτες που κατέβαζαν και ποδοπατούσαν ή έκαιγαν την σημαία της Κύπρου όπου την συναντούσαν. 

Μέσα σ’ εκείνη την παράνοια, τον Νοέμβριο του 1973 οι διαπραγματευτές Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς, στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, έφτασαν σε προσυμφωνία για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία είχαν αποχωρήσει κάνοντας ανταρσία το 1964,  με αφορμή την αξίωση του Μακαρίου για αλλαγή 13 σημείων του Συντάγματος. Η προσυμφωνία προέβλεπε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποδέχονταν τις 12 από τις 13 αλλαγές που ήθελε ο Μακάριος αλλά, όπως ήταν επόμενο, κανείς δεν την επικρότησε. Για τη χούντα και την αντιμακαριακή παράταξη όποια συμφωνία παρένειτε τη ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέβαλλε την Ένωση συνιστούσε «προδοσία», ενώ ο Μακάριος, από την πλευρά του, μη θέλοντας  βεβαίως να υστερήσει σε πατριωτισμό, έσπευσε να διακηρύξει ξανά, σε εθνικό μνημόσυνο στη Γιαλούσα, ότι στόχος μας παραμένει «η Ένωσις και μόνον η Ένωσις». Επτά μήνες αργότερα συνέβη το πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά.

Καθώς βλέπω στην τηλεόραση κάθε σαββατοκύριακο τις κηδείες των ταυτοποιηθέντων αγνοουμένων μας της τουρκικής εισβολής, λυπάμαι βαθιά γιατί τα παιδιά εκείνα στάλθηκαν σαν πρόβατα στη σφαγή, σε μια κατάσταση που ήταν, όπως όλα δείχνουν, στημένη, αναμφίβολα προδομένη. Λυπάμαι ακόμη περισσότερο όταν σκέφτομαι ότι πολλοί έμειναν για δεκαετίες αγνοούμενοι, με τις μάνες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους να τους περιμένουν, ενώ ήταν γνωστό στην πολιτεία ότι ήταν νεκροί. Τους άφησαν μέσα στον κατάλογο για φθηνούς μικροπολιτικούς λόγους, για να υπάρχει εκεί το πρόβλημα, για να μπορούν οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού να πουλάνε στον αφελή κι ευκολόπιστο λαό την πραμάτεια τους.

Φορώντας τις φουστανέλες του πατριωτισμού που τους βόλευε, έκαναν όλοι το σώου τους, οι απατεώνες του Σάμιουελ Τζόνσον. Βάφτισαν τη διχοτόμηση με διάφορα πατριωτικά ονόματα: «‘Ενωση», «Μακροχρόνιο Αγώνα», «εθνική αξιοπρέπεια», «εθνική περηφάνεια», «διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας» κτλ κτλ. «Αγωνιζόμενοι για την εθνική μας δικαίωση» κατέφαγαν τα πάντα, διέβρωσαν το κράτος εξευτέλιζοντας τους θεσμούς του, θεμελίωσαν την κομματοκρατία, καθιέρωσαν την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι, εγκαθίδρυσαν την διαπλοκή και κάλυψαν τη διαφθορά. Προκάλεσαν σε τούτο το λαό τις χειρότερες συμφορές: τον έσυραν σε διακοινοτικές συγκρούσεις, σε πόλεμο, σε θάνατο, πόνο, κλάμα, οικονομικές καταστροφές και συνεχίζουν μασκαρεμένοι να μας δουλεύουν, οδηγώντας μας στη χειρότερη συμφορά από όλες τις προηγούμενες, στη συμφορά που θα καταστήσει μεν την Κύπρο τουρκικό νησί, αλλά μέχρι τότε αυτοί θα έχουν κάνει την πολιτική ή οικονομική «μπάζα» τους: Στη διχοτόμηση. 

 

1

Η διχοτόμηση κρυβόταν πίσω από τα μεγάλα λόγια…

220px-Τουρκική_Εισβολή_στην_Κυπριακή_Δημοκρατία_1974Στις ομιλίες του πριν από τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος τόνιζε ότι εκείνοι που κινούνταν εναντίον του νόμιμου κράτους, στο όνομα της Ένωσης με την Ελλάδα, στην πραγματικότητα οδηγούσαν την Κύπρο στη διχοτόμηση και συνεπώς θα γίνονταν τελικά «νεκροθάφτες της Ενώσεως», όπως έλεγε επί λέξη. Η προειδοποίηση του Μακαρίου δικαιώθηκε κατά τρόπο τραγικό.  

Η πολιτική εκτίμηση, πως αν γινόταν πραξικόπημα αυτό θα έδινε το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να τη διχοτομήσει, ήταν γνωστή εκ των προτέρων κι απολύτως λογική. Συνεπώς, η χούντα του ταξίαρχου Ιωαννίδη και οι συνεργάτες της στην Κύπρο, προχώρησαν στο πραξικόπημα ακριβώς για να γίνει η τουρκική επέμβαση και η Κύπρος να οδηγηθεί (διά της βίας) στη διχοτόμηση, διότι έτσι πίστευαν ότι επρόκειτο να λυθεί οριστικά και με μια «καθαρή λύση» το Κυπριακό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή βεβαίως η χούντα έστελνε το μήνυμα στους πολιτικά αφελείς συνοδοιπόρους της και μέσω αυτών στον κυπριακό λαό ότι, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε η Ένωση με την Ελλάδα.

Σ’ όλο το μήκος της τραγικής μας ιστορίας από το 1960 μέχρι σήμερα, πολλοί από διαπρύσιους ρήτορες του πατριωτικού μαξιμαλισμού (είτε ήταν μακαριακοί, είτε αντιμακαριακοί, είτε φιλοχουντικοί, είτε δημοκράτες), πολλοί δηλαδή από εκείνους που διακήρυσσαν την Ένωση με την Ελλάδα (τότε που είχαμε ήδη την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία) ή, μετά το 1974, μια (αόριστη) καλύτερη λύση από αυτήν που αναζητούμε στις διακοινοτικές συνομιλίες, στην πραγματικότητα είχαν (κι έχουν) στο μυαλό τους τη διχοτόμηση. Η οποία όμως διχοτόμηση δεν επρόκειτο και δεν πρόκειται να γίνει με τη δική μας συναίνεση, αλλά υπό την πίεση είτε των γεγονότων είτε του χρόνου που παγιώνει τα τετελεσμένα.

Από τις 15 Ιουλίου 1974 που έγινε το πραξικόπημα,  η Τουρκία ξεκίνησε δημόσια και φανερά διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για εισβολή στην Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοφωνικός σταθμός «Μπαϊράκ» έλεγε και ξανάλεγε ότι η «μητέρα πατρίδα έρχεται να επιβάλει την τάξη». Τα πολεμικά πλοία φάνηκαν στα ανοικτά της Κερύνειας από το πρωί της 19ης Ιουλίου κι όμως, καμία προετοιμασία δεν έγινε από τους πραξικοπηματίες για να αναχαιτιστεί η τουρκική απόβαση, καμία στρατιωτική μονάδα δεν στάλθηκε στην Κερύνεια, ούτε καν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο δεν επανδρώθηκαν.  Κι όταν ξεκίνησαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές, οι βόμβες και οι κανονιοβολισμοί, οι πρώτες διαταγές που πήραν οι στρατιώτες μας ήταν να μην πυροβολήσουν, διότι επρόκειτο για άσκηση.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για προδοσία. Η χούντα και πολλοί συνεργάτες της στην Κύπρο ήξεραν το σχέδιο: Η Τουρκία θα επενέβαινε για να καταλάβει την επαρχία Κερύνειας, με το πρόσχημα του πραξικοπήματος και κάτω από την πίεση του τρομαχτικού γεγονότος της εισβολής θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών και θα καταλήγαμε στη διχοτόμηση, ώστε οι δύο κοινότητες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

Όπως συμβαίνει όμως συχνά σε ριψοκίνδυνους σχεδιασμούς, η εισβολή βγήκε εκτός σχεδίου κι εξελίχτηκε σ’ ένα τρομακτικό εφιάλτη που τραυμάτισε βαθιά τον κυπριακό λαό στο σύνολό του και περισσότερο βέβαια τους Ελληνοκύπριους. Ο τουρκικός στρατός προχώρησε πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπε ο συμφωνημένος σχεδιασμός και στο πέρασμά του έσπερνε το θάνατο και το χαλασμό. Τα πράγματα για τη χούντα πήγαν στράφι. Ο Ιωαννίδης με τα τσιράκια του εγκατέλειψαν το καράβι κι η Τουρκία πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, μη αφήνοντας στρατιωτικά ή πολιτικά περιθώρια ουσιαστικής δράσης στην κυβέρνηση που διαδέχτηκε τη χούντα στην εξουσία.  

Το ιστορικό περίεργο, που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, είναι γιατί ο πρόεδρος Μακάριος, ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει πραξικόπημα, δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να το αποτρέψει. Αλλά κι αν ακόμη θεωρήσουμε ότι ήταν αδύνατον να το αποτρέψει, παραμένει άλλο ένα ερώτημα αναπάντητο: Ο Μακάριος ήξερε ότι επρόκειτο να γίνει τουρκική εισβολή. Όχι μόνο γιατί το είχε πει ο ίδιος στις ομιλίες του πριν από το πραξικόπημα, αλλά και διότι ήξερε (όλοι το ήξεραν) ότι τα τουρκικά πλοία βρίσκονταν ήδη στα ανοικτά της Κερύνειας.  Γιατί λοιπόν,  μιλώντας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, τόνισε με έμφαση ότι η Ελλάδα έκανε εισβολή στην Κύπρο και κάλεσε το Συμβούλιο να λάβει μέτρα αποκατάστασης της συνταγματικής τάξεως; Γιατί δεν βρήκε άλλους πολιτικούς – διπλωματικούς  τρόπους να καταγγείλει το πραξικόπημα και να αποτρέψει την τουρκική εισβολή, παρά μόνο πρόσθεσε κι αυτός στο πρόσχημα που αναζητούσε η Τουρκία; Το ερώτημα αυτό, μαζί με πολλά άλλα εξίσου καυτά ερωτήματα, δεν μπορεί να απαντηθεί ενόσω κρίσιμα έγγραφα και μαρτυρίες για το Φάκελο της Κύπρου παραμένουν απόρρητα και μη προσβάσιμα.

Το ερώτημα είναι γιατί κάποιοι δικοί μας να ήθελαν τότε ή να θέλουν ακόμη και σήμερα τη διχοτόμηση;  Προφανώς διότι πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε μαζί κράτος με τους Τούρκους κι ότι η Τουρκία – ως κακόπιστη, εχθρική χώρα- θα ελέγχει την Κύπρο εις βάρος των δικών μας συμφερόντων. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι η Τουρκία δεν θέλει διχοτόμηση, αλλά λύση του Κυπριακού τέτοια που να της επιτρέπει να χειραγωγεί την Κύπρο. Πρόκειται για πολιτική απάτη, διότι αν η Τουρκία είχε ως πρώτιστο στόχο να ελέγξει το επίσημο κράτος της Κύπρου, πολύ απλά θα έστελνε τους Τουρκοκύπριους πίσω στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι το Σύνταγμα της χώρας μας είναι τέτοιο που επιτρέπει στην Τουρκία να ελέγχει εμμέσως τη λειτουργία του κράτους.

Η Τουρκία θέλει πρωτίστως της διχοτόμηση και έχει ως σχέδιο β’ μια ομοσπονδία που να μοιάζει περισσότερο με συνομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Γιατί; Διότι με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ανεξέλεγκτα να μεταβάλει το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού, κουβαλώντας εποίκους διπλάσιους ή τριπλάσιους σε αριθμό από τους Ελληνοκύπριους, θα μετατρέψει δηλαδή τη νήσο Κύπρο σε τουρκικό νησί με ελληνική μειοψηφία.  Ταυτόχρονα θα αναπτύξει την οικονομία της τουρκικής επαρχίας (ή ανεξάρτητης χώρας) στην Κύπρο σε όλους τους τομείς, ώστε να μας ανταγωνίζεται και να υπερισχύσει της δικής μας οικονομίας, με μακροπρόθεσμο στόχο να οδηγήσει την ελληνική μειοψηφία του νησιού σε μαρασμό και φθίνουσα πορεία.

Όσοι αγαπούν αυτό τον τόπο θα πρέπει να βγάλουν από το μυαλό τους τη σκέψη ότι η διχοτόμηση μπορεί και να μην είναι και τόσο κακή λύση. Είναι η χειρότερη. Σκοπός μας θα πρέπει να είναι μια εφικτή λύση του Κυπριακού όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να μην παγιώσει οριστικά ο χρόνος τη διχοτόμηση. Μια λύση στη συμφωνημένη βάση της ομοσπονδίας, στην οποία όμως θα εφαρμόζονται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και δεν θα επιτρέπει στην Τουρκία άμεση ή έμμεση παρέμβαση στα του κυπριακού κράτους.

Επειδή μια τέτοια λύση βασίζεται πάνω στις διεθνείς αρχές της νομιμότητας και ηθικής κι επειδή η Τουρκία βρίσκεται αυτό τον καιρό σε δυσχερή θέση, πρέπει εδώ και τώρα να βρούμε τους διπλωματικούς μοχλούς πίεσης, ώστε να επιτευχθεί τάχιστα αυτή η λύση, που θα είναι προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου, τόσο της ελληνικής όσο και της τουρκικής κοινότητας του νησιού. Διότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και τις γενιές που έρχονται.  

2