Αρχείο ετικέτας Τουρκική Εισβολή

ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Χτες το βράδυ δέθηκε το στομάχι μου κόμπος. Πήγα κι είδα το ντοκιμαντέρ «Αιχμάλωτοι μιας προδοσίας», του Παγκύπριου Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, που επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Μιχάλης Γεωργιάδης. Ένιωσα ακριβώς τα ίδια συναισθήματα όπως και πριν από δύο χρόνια που είδα την «Πορεία Θανάτου», των δημοσιογράφων Κυριάκου Πομηλορίδη, Μαρίνας Χατζηκώστα και Άντρης Χαραλάμπους. Στο χτεσινό βίντεο είδα τις μαρτυρίες ανδρών που πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τον τουρκικό στρατό, στη διάρκεια της εισβολής του 1974, ενώ στο άλλο, πριν από δύο χρόνια, τις μαρτυρίες των λίγων εκείνων που επέζησαν των φονικών μαχών στον Κουτσοβέντη, στον Πενταδάχτυλο.

Οι μαρτυρίες και στα δύο ντοκιμαντέρ τραγικά όμοιες. Τους έστειλαν να πολεμήσουν σε ένα πόλεμο από πριν συμφωνημένο, από πριν προδομένο. Δεν τα πιστεύεις αυτά που ακούνε τα αυτιά σου. Κοιτούσαν τα αποβατικά πλοία να φτάνουν και να αποβιβάζουν φαντάρους και τανκ, τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη να ρίχνουν εκατοντάδες αλεξιπτωτιστές και οβίδες αλλά οι διαταγές του ΓΕΕΦ προς τους δικούς μας φαντάρους έλεγαν «μην τους χτυπάτε, κάνουν άσκηση» ή «μην τους χτυπάτε αν δεν σας κτυπήσουν πρώτοι».

Τους έστειλαν κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου, χωρίς ίχνος συνείδησης. Οι περιγραφές συγκλονιστικές. Για τις σφαίρες που δέχτηκαν στο σώμα τους και επέζησαν από θαύμα,  για τα φριχτά βασανιστήρια που υπέστησαν από τους Τούρκους εισβολείς. Αλλά πιο πικρή από όλη εκείνη τη φρίκη που υπόφεραν ήταν η εξωφρενική διαπίστωση πως όλα ήταν προδομένα και προσχεδιασμένα.

Τι έγινε το 1974; Έχουν γραφτεί πολλά. Να μου επιτρέψετε σ’ αυτό το άρθρο να γράψω τι δική μου άποψη, τα δικά μου συμπεράσματα για το τι συνέβη, μέσα από το τι είδα, τι άκουσα, τι διάβασα. Πέρα από τα γνωστά σε όλους γεγονότα, δε διαθέτω τεκμήρια για την αλήθεια του σεναρίου που αναπτύσσω πιο κάτω, όμως καταθέτω τη δική μου εκδοχή και την αφήνω στην κρίση της ιστορίας.

Στις 15 Ιουλίου η στρατιωτική κυβέρνηση που κυβερνούσε πραξικοπηματικά την Ελλάδα, με ηγέτη στα παρασκήνια τον παρανοϊκό ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, έκανε πραξικόπημα στην Κύπρο για να ανατρέψει τον Μακάριο. Στην πραγματικότητα το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει τη βόρεια ζώνη του νησιού, ώστε να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να λυθεί έτσι το Κυπριακό Ζήτημα με γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, δηλαδή με διχοτόμηση.

Σε ανύποπτο χρόνο ο Ιωαννίδης είχε πει, σε στενό κύκλο, ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί εφόσον οι Ελληνοκύπριοι αρνούνται να παραχωρήσουν ένα κομμάτι του νησιού στους Τουρκοκύπριους για να γίνει γεωγραφικός και πολιτικός διαχωρισμός, ενώ μαζί δεν κάνουν χωριό. Φαίνεται όμως πως κάποια στιγμή βρέθηκε ο τρόπος να γίνει αυτό το πράγμα με τρόπο ώστε στα μάτια του κυπριακού και του ελληνικού λαού να φαίνεται σαν αποτέλεσμα τουρκικού ετσιθελισμού κι όχι σαν κάτι με το οποίο συμφώνησαν και Έλληνες. 

Ο τρόπος αυτός δεν ήταν άλλος από την τουρκική εισβολή. Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο έπρεπε η Τουρκία να διαθέτει νομική κάλυψη. Έτσι η Ελλάδα παραβίασε τη συνταγματική τάξη, με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου για ανατροπή του νόμιμα εκλελεγμένου προέδρου Μακαρίου. Το σχέδιο ήταν συμφωνημένο μεταξύ του Ιωαννίδη, της τουρκικής ηγεσίας και των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως ενήμεροι για το σχέδιο του πραξικοπήματος και της εισβολής στην Κύπρο, ήταν και άλλοι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί παράγοντες -φίλοι και εχθροί της χούντας- ενώ παράλληλα οι αμερικανοβρετανικές μυστικές υπηρεσίες ενημέρωσαν για το σχέδιο αυτό και τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Ο Μακάριος ενημερώθηκε ότι η χούντα θα του έκανε πραξικόπημα και οι ενδείξεις με κάνουν να υποπτεύομαι ότι οι αμερικανοβρετανικές μυστικές υπηρεσίες μάλλον τον ενεθάρρυναν κιόλας να προκαλέσει κι ίδιος τη χούντα, γι’ αυτό κι απέστειλε ο Μακάριος επιστολή στον τότε πρόεδρο – ανδρείκελο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία κατάγγελλε τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο και του ζητούσε να τους μαζέψει πίσω στην Ελλάδα. Είμαι βέβαιος ότι ο Μακάριος ήξερε ότι το πραξικόπημα θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου και ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή λίγες ημέρες αργότερα.

Η διαφορά είναι ότι ο μεν Ιωαννίδης πίστευε ότι θα έριχνε τον Μακάριο και θα λυνόταν το Κυπριακό με διχοτόμηση της Κύπρου (με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια) ενώ ο Μακάριος είχε μάλλον διαβεβαιώσεις ότι, με την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, που θα ήταν περιορισμένης κλίμακας και χωρίς υπερβολική βία, θα αναγκαζόταν να πέσει η χούντα του Ιωαννίδη στην Ελλάδα και θα ησύχαζε οριστικά από αυτήν. Δεν είμαι βέβαιος αν ο Μακάριος είχε δεχτεί την ιδέα της διχοτόμησης ή αν πίστευε ότι απλά η Τουρκία θα διενεργούσε την επιχείρησή της και μετά θα έφευγε από την Κύπρο, πάντως ότι, μετά το πραξικόπημα, θα έκανε επέμβαση η Τουρκία, είμαι βέβαιος ότι το γνώριζε.

Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, είμαι πεπεισμένος ότι το ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που άρχισε από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, να στήνει το σύστημα εξουσίας με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τα οικονομικά και μικροπολιτικά του συμφέροντα, είχε αποφασίσει πολύ νωρίς ότι η καλύτερη λύση ήταν η διχοτόμηση, προκειμένου να ελέγχει την εξουσία και το δημόσιο χρήμα, χωρίς να ελέγχεται από τους Τουρκοκύπριους. Τη λύση αυτή ήθελε βεβαίως και η Τουρκία, ώστε να επανακτήσει πάνω στο νησί τα κυριαρχικά δικαιώματα της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία έχασε οριστικά το 1914, όταν η Βρετανία προσάρτησε την Κύπρο ως δική της κτήση, αφού από το 1878 μέχρι τότε απλώς την ενοικίαζε από τον Σουλτάνο. 

Η διχοτόμηση ήταν λοιπόν η χρυσή τομή πάνω στην οποία συμφωνούσαν η Τουρκία, το ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που είχε αποκτήσει δύναμη βαθέως κράτους καθώς επίσης και αρκετοί Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί, οι οποίοι είτε διέβλεπαν ότι μόνο με αυτή τη λύση θα διασφαλιζόταν η ειρήνη και η συνέχεια του Ελληνισμού τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του νησιού είτε απλά διασφάλιζαν ότι δεν θα ενοχλούσε κανείς παρείσακτος τις κότες με τα χρυσά αυγά, που θα τους έκανα πλούσιους.

Φυσικά οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι διχοτομικοί δεν τόλμησαν ποτέ να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους, διότι, για να γίνει η διχοτόμηση θα έπρεπε ένας μεγάλος αριθμός Ελληνοκυπρίων να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους για να μετακινηθούν σ’ αυτά οι Τουρκοκύπριοι. Κάτι τέτοιο ήταν από πολιτική, κοινωνική και ιστορική άποψη απαράδεκτο, καθώς ισοδυναμούσε με μαζικό έγκλημα και εσχάτη προδοσία.

Έπρεπε λοιπόν η διχοτόμηση να δρομολογηθεί με τρόπο ώστε να μη γίνει αντιληπτή η συγκατάθεση Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων. Έπρεπε να γίνει με μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας, η οποία θα προκαλούσε τετελεσμένα τέτοια, που δεν θα μπορούσαν να ανατραπούν. Οι πρώτες πράξεις του σχεδίου για τη διχοτόμηση της Κύπρου ήταν τα τραγικά γεγονότα του Δεκέμβρη, το 1963. Τότε τα πολιτικά πνεύματα στο νησί ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένα, αφού ο πρόεδρος Μακάριος επιχείρησε μονομερώς και πραξικοπηματικά να αλλάξει 13 θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος (που ο ίδιος είχε συμφωνήσει και υπογράψει) δίνοντας έτσι την αφορμή στην Τουρκία και στο τουρκοκυπριακό εθνικιστικό κατεστημένο να αντιδράσουν.

Τα γεγονότα ήταν στημένα στο παρασκήνιο ώστε να αναζωπυρωθεί η δικοινοτική βία, που είχε ξεσπάσει αρχικά το 1957, με αφορμή τον αγώνα της ΕΟΚΑ για την Ένωση. Μετά το θάνατο της ιερόδουλης Τουρκοκύπριας Τζεμαλιγιέ από πυρά Ελληνοκυπρίων αστυνομικών, ένα βράδυ λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1963, ξέσπασαν άγριες μάχες στους μαχαλάδες της παλιάς Λευκωσίας. Οι Τουρκοκύπριοι άρχισαν να αποσύρονται και να κλείνονται στους δικούς τους μαχαλάδες ενώ οι πολιτικοί τους αποχώρησαν από το κράτος, σε μια προσπάθεια διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν τα κατάφεραν όμως, αφού ο ΟΗΕ αναγνώρισε ως νόμιμη την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη συμμετοχή μόνο των Ελληνοκυπρίων, καλώντας ωστόσο την κυβέρνηση αυτή να φέρει κοντά τις δύο κοινότητες, σε συνομιλίες για επίλυση του προβλήματος.

Από τότε μέχρι το 1973 έγιναν κάποιες προσπάθειες για λύση, αλλά τα κατεστημένα και στις δύο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένα να την επιτρέψουν. Όπως και μετά την εισβολή το ίδιο και πριν, κάθε φορά που έφταναν κοντά σε συμφωνία οι διαπραγματευτές, κάτι γινόταν και τινάζονταν όλα στον αέρα. Χαρακτηριστική ήταν η σύγκλιση στις συνομιλίες Κληρίδη-Ντενκτάς τον Νοέμβρη του 1973 (οκτώ μήνες πριν από την εισβολή) με την οποία οι Τουρκοκύπριοι δέχτηκαν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αλλά ο ίδιος ο Μακάριος απέρριψε την κατ’ αρχήν συμφωνία, διακηρύσσοντας ότι ο εθνικός μας πόθος παραμένει η Ένωσις και μόνον η Ένωσις με την μητέρα Ελλάδα. Σε μια εποχή, μην το ξεχνάτε, που κυβέρνηση στη μητέρα Ελλάδα ήταν η χούντα.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 έγιναν κι άλλα επεισόδια, κανονικές μάχες δηλαδή μεταξύ της Εθνικής Φρουράς που δημιουργήθηκε τότε από τον στρατηγό Γρίβα, με εντολές του Μακαρίου, από τη μια και των Τουρκοκυπρίων της ΤΜΤ και των λεγόμενων «Τουρκοκυπριακών Δυνάμεων Ασφαλείας» από την άλλη.  Τον Αύγουστο του 1964 η Τουρκία βομβάρδισε την Τηλλυρία, για να δώσει τάχα κάλυψη στους Τουρκοκύπριους που μάχονταν με τους Ελληνοκύπριους στην περιοχή των Κοκκίνων. Ο βομβαρισμός με νόμβες Ναπάλμ σκόρπισε θανατικό και τότε η Ελλάδα, του Γεώργιου Παπανδρέου, άρχισε να στέλνει κρυφά στην Κύπρο ολόκληρη μεραρχία στρατού, για να προστατέψει το νησί από τυχόν τουρκική εισβολή.

Τον Νοέμβριο του 1967 όμως, η Εθνική Φρουρά έκανε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον αμάχων στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 Τουρκοκύπριοι και χίλιοι να μείνουν άστεγοι. Η διεθνής κοινότητα εξοργίστηκε με τους Ελληνοκύπριους κι η Τουρκία το εκμεταλλεύτηκε πλήρως. Απέκλεισε την Κύπρο από αέρα και θάλασσα κι απειλούσε ξανά με εισβολή, αναγκάζοντας τη χούντα του Γεώργιου Παπαδόπουλου να αποσύρει την ελληνική μεραρχία από το νησί.

Τα γεγονότα της δεκαετίας του 60 επέσυραν μίσος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, οι οποίες είχαν ζήσει στο παρελθόν ειρηνικά για αιώνες. Έτσι πέρασε στη συνείδηση του απλού λαού και στις δύο πλευρές ότι πια δεν μπορούσαν Ε/κ και Τ/κ να ζήσουν μαζί. Το δηλητήριο της διχοτόμησης άρχισε να μεταγγίζεται σε μικρές-μικρές ποσότητες κάθε φορά, ώστε να αρχίσει ο οργανισμός μας να το συνηθίζει.

Επανερχόμαστε όμως στο 1974, όταν έγινε το αποφασιστικό βήμα για τη διχοτόμηση. Ο Μακάριος ήξερε ότι το πραξικόπημα θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Το Σαββατοκύριακο το πέρασε στην εξοχική του κατοικία στο Τρόοδος. Τη Δευτέρα το πρωί λέγεται ότι κατέβηκε στο προεδρικό μέγαρο, στη Λευκωσία. Πέρασε ακριβώς απ’ έξω από την Επιλαρχία Αρμάτων της Κοκκινοτριμιθιάς, χωρίς να συγκινηθεί κανείς μέσα στο στρατόπεδο. Λίγα λεπτά αργότερα, τα άρματα βγήκαν στο δρόμο και ξεκίνησαν να πάνε στο προεδρικό για να σκοτώσουν τον Μακάριο… Φτάνοντας στο προεδρικό  μέγαρο άρχισαν να βάλλουν από την μπροστινή πλευρά χωρίς ποτέ να περικυκλώσουν το κτίριο. Ο Μακάριος βγήκε, λέει, από την πίσω πόρτα, μαζί με έναν φρουρό του, πέρασε μέσα από τον Πεδιαίο ποταμό και βγήκε στην Προδρόμου. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο, ζήτησε από τον οδηγό να τους το δώσει και απ’ εκεί πήγε πρώτα στην Κλήρου, μετά στο μοναστήρι του Κύκκου, έπειτα στην Παναγιά της Πάφου και, εν συνεχεία, στην πόλη της Πάφου, από όπου και έκανε το γνωστό του διάγγελμα, λέγοντας στο λαό ότι είναι ζωντανός, την ώρα που το κατειλημμένο από τους πραξικοπηματίες ΡΙΚ μετέδιδε ότι είναι νεκρός.

Ό,τι περίγραψα στην πιο πάνω παράγραφο είναι η επίσημη εκδοχή. Κάποιοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι ο Μακάριος δεν κατέβηκε ποτέ στη Λευκωσία. Γεγονός πάντως παραμένει ότι τον φυγάδευσαν από την Κύπρο οι Βρετανοί. Ο Μακάριος πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί τον φυγάδευσαν με ελικόπτερο στη Μάλτα, από όπου ταξίδεψε έπειτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη. Ενώ στην Κύπρο για πολλά χρόνια οι Κύπριοι καταριόμασταν τους Αμερικάνους και τους Εγγλέζους ότι αυτοί ήταν πίσω από το πραξικόπημα και την εισβολή, δεν αναρωτήθηκε ποτέ κανείς πώς και γιατί αυτοί, που ήταν πίσω από το πραξικόπημα, φυγάδευσαν τον Μακάριο από την Κύπρο και στη συνέχεια τον υποδέχτηκαν στην Αγγλία και στις ΗΠΑ ως νόμιμο πρόεδρο της Κύπρου.

Αλλά τα παράξενα δε σταματούν εδώ. Τα τουρκικά αποβατικά πλοία ήταν ήδη μερικές εκατοντάδες μέτρα από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974. Τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν βίντεο και φωτογραφίες που φανέρωναν ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη για εισβολή. Τότε ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ο Μακάριος, ως νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου, για να μιλήσει. Έχοντας δει τις εικόνες στις ειδήσεις και ξέροντας ότι η Τουρκία ήταν πανέτοιμη για εισβολή, ο Μακάριος όχι μόνο δεν ζήτησε από την Τουρκία να δείξει αυτοσυγκράτηση, αλλά κατηγόρησε ευθέως την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο, για παραβίαση του Συντάγματος, που έπρεπε να αποκατασταθεί αμέσως και τόνισε ότι από την ελληνική εισβολή απειλούνταν και οι Τουρκοκύπριοι. Την ομιλία εκείνη του νόμιμου προέδρου της Κύπρου επικαλείται μέχρι σήμερα η Τουρκία, λέγοντας ότι επενέβη για να σώσει τους Τουρκοκύπριους από την εισβολή της Ελλάδας, έπειτα από την καταγγελία που έκανε η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυπριακή κυβέρνηση.

Το άλλο παράξενο ήταν πως, ενώ οι Τούρκοι χτυπούσαν, οι Έλληνες αξιωματικοί έλεγαν στους φαντάρους να μην χτυπήσουν, γιατί οι Τούρκοι έκαναν απλά άσκηση. Μάλιστα είχαν φροντίσει, από τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος, να απομακρύνουν τάγματα της Εθνικής Φρουράς, που κρατούσαν νευραλγικές θέσεις στα βόρεια παράλια της Κύπρου, από την Κερύνεια ως την Πόλη της Χρυσοχούς και να τα στείλουν στου διαόλου τη μάνα, για να μην υπάρχει κανείς να αντισταθεί στην αποβίβαση των εισβολέων. Γιατί έγινε αυτό; Διότι το σχέδιο, δηλαδή η μυστική συμφωνία μεταξύ χούντας, Τουρκίας και αμερικανοβρετανικών μυστικών υπηρεσιών προέβλεπε να μην υπάρξει αντίσταση, ώστε να μην προκληθεί αιματοχυσία. Εδώ όμως το κόλπο στράβωσε. Διότι, παρά τις διαταγές προς τους φαντάρους να μην χτυπήσουν, μέσα στην ανοργανωσιά, τη σύγχυση και τον πανικό, κάποιοι χτύπησαν. Μαρτυρίες στο ντοκιμαντέρ «Αιχμάλωτοι Μιας Προδοσίας» μιλούν για χτύπημα δικών μας εναντίον των αποβατικών δυνάμεων στο Πέντε Μίλι που κοκκίνησε τη θάλασσα από το αίμα. Από εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι εισβολείς άρχισαν να πετσοκόβουν. Εκτελούσαν φαντάρους κι άμαχους κατά το δοκούν και βίαζαν γυναίκες όλων των ηλικιών.

Παρόλο που σε δύο μέρες (22 Ιουλίου) κηρύχθηκε εκεχειρία, ο τουρκικός στρατός συνέχιζε την προέλαση, με αυξανόμενη αγριότητα. Γιατί και πάλι κάποιοι δικοί μας έδιναν αφορμές και προσχήματα. Θρασύδειλοι πιστολάδες της ΕΟΚΑ Β’ και πραξικοπηματίες, στα μετόπισθεν και πάντως μακριά από την κόλαση των μαχών με τον τουρκικό στρατό,  μπήκαν στα τουρκοκυπριακά χωριά, Τόχνη, Μάραθα, Αλόα και Στανταλάρης και σκότωσαν αθώα γυναικόπαιδα. Ήταν άραγε απλώς αποτέλεσμα μιας ασύλληπτα θρασύτατης βλακείας ή ήταν κι οι επιθέσεις αυτές μέρος του ιδίου σχεδίου, που θα εξυπηρετούσε την Τουρκία να επικαλείται την προστασία των Τουρκοκυπρίων για να προελαύνει ασταμάτητα, μέχρι να καταλάβει όλο το έδαφος που προέβλεπε το σχέδιο και να μαζέψει έπειτα εκεί μέσα όλους τους Τουρκοκύπριους, για «λόγους ασφαλείας»; Προσωπική μου άποψη είναι ότι στην πραγματικότητα συνέβη το δεύτερο. Οι επιθέσεις στα τουρκοκυπριακά χωριά ήταν μέρος του σχεδίου της προδοσίας.  

Στο μεσοδιάστημα έγιναν συνομιλίες στη Γενεύη. Εκεί τέθηκε στο τραπέζι σχέδιο ομοσπονδίας με δύο πολιτείες, στη βάση ενός χάρτη που έδειχνε ότι το έδαφος της τουρκοκυπριακής πολιτείας θα ήταν περίπου αυτό που κατέλαβε τουρκικός στρατός στον δεύτερο γύρο της εισβολής, όταν απέτυχαν οι συνομιλίες. Ο Κληρίδης ήθελε να δεχτεί την ομοσπονδία και να συζητήσει τον γεωγραφικό χάρτη, προκειμένου να αποφευχθεί μια δεύτερη αιματηρή τουρκική επίθεση, αλλά ο Μακάριος και το ελληνοκυπριακό βαθύ κράτος απέρριψε το σχέδιο ασυζητητί. Ήταν τότε που ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών Γεώργιος Μαύρος διακήρυξε ότι, μεταξύ της ατιμώσεως και του πολέμου η Ελλάς επιλέγει τον πόλεμο, αλλά λίγες ώρες μετά, μόλις ξημέρωσε το φως της 14ης Αυγούστου, η Ελλάς επέλεξε την ταπείνωση, αφήνοντας τους Κύπριους να καίγονται μόνοι μέσα στη φωτιά του πολέμου (τρία χρόνια αργότερα η ελληνική πλευρά δέχτηκε να συζητήσει την ομοσπονδία, την οποία απέρριψε εκείνο το πρωί). Στη διάρκεια της δεύτερης εισβολής συνεχίστηκαν οι αδιανόητες βαρβαρότητες των δυνάμεων εισβολής ενώ κατέλαβαν χωρίς ισχυρή αντίσταση όχι μόνο το έδαφος που πρόβλεπε η μυστική συμφωνία αλλά και κάτι παραπάνω, ώστε να έχουν να δώσουν πίσω, στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ενόσω ο Μακάριος ήταν στο εξωτερικό, δεν αντιλαμβανόταν ακριβώς τι γινόταν στην Κύπρο, κάτι που ενισχύει την άποψή μου ότι οι αμερικανοβρετανικές μυστικές τον ενημέρωσαν, πριν από το πραξικόπημα, ότι η τουρκική επιχείρηση θα ήταν μικρής κλίμακας και πολύ περιορισμένης βίας κι αυτός ήταν με εκείνη την εντύπωση, θεωρώντας μάλλον υπερβολές όσα του μετέφεραν για την κατάσταση την Κύπρο. Όταν ωστόσο επέστρεψε τον Νοέμβρη του 1974, αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια του τον συγκλόνισε, σε βαθμό που κάποιοι επιμένουν ότι εκεί κλονίστηκε η υγεία του, με αποτέλεσμα να πεθάνει δύο χρόνια και εννέα μήνες αργότερα, από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

Παρόλα αυτά όμως συνέβη τότε άλλο ένα παράξενο γεγονός. Ο Μακάριος αποφάσισε να συγχωρέσει όλους όσοι ευθύνονταν για το πραξικόπημα. Πρόσφερε «κλάδον ελαίας» σε εκείνους που προκάλεσαν την τουρκική εισβολή, που είχαν ευθύνη για τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, των βιασμό χιλιάδων γυναικών, για το ξεσπίτωμα 170 χιλιάδων ανθρώπων. Χωρίς να ρωτήσει τον πονεμένο αυτό λαό, αποφάσισε από μόνος του να συγχωρέσει εκείνους που έφεραν το θάνατο και την καταστροφή. Έτσι λοιπόν ούτε στην Κύπρο αλλά ούτε και στην Ελλάδα λογοδότησε ποτέ κανείς για την τεράστια εκείνη εθνική καταστροφή.

Οι χουντικοί στην Ελλάδα δικάστηκαν και καταδικάστηκαν μόνο για το πραξικόπημα στην Ελλάδα, όχι για το πραξικόπημα στην Κύπρο. Ούτε και για το ότι έστειλαν τα παιδιά του κυπριακού αλλά και του ελληνικού λαού (ΕΛΔΥΚ) να σκοτωθούν σε έναν αγώνα προδομένο. Μάλιστα αν παρακολουθήσει κανείς την ταινία «Η Δίκη της Χούντας», με αυθεντικά οπτικογραφημένα αποσπάσματα από τη δίκη σημαινόντων στελεχών της ούτω καλούμενης «Εθνικής Κυβέρνησης» θα διαπιστώσει ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν επέτρεψε σε καμία περίπτωση αναφορά στην Κύπρο κι αφαιρούσε το λόγο σε όποιον επιχειρούσε μια τέτοια αναφορά, λέγοντας ότι ήταν εκτός θέματος. Αλλά αν ήταν μόνο η χούντα ένοχη για την κυπριακή τραγωδία, γιατί τόση μυστικοπάθεια από τις ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και των κυβερνήσεων στην Κύπρο;  Ενώ όλοι κατηγορούν αποκλειστικά τη χούντα και τους ξένους για την προδοσία της Κύπρου, ο φάκελος της Κύπρου δεν άνοιξε ποτέ. Παρέμεινε για 40 χρόνια κλειδαμπαρωμένος στα υπόγεια της Βουλής των Ελλήνων και μόλις τα τελευταία χρόνια δόθηκε υλικό στην κυπριακή βουλή, μέσα από το οποίο ωστόσο δεν βγάζει κανείς και πολλά συμπεράσματα.

Επανέρχομαι λοιπόν στην προσωπική μου άποψη ότι δεν ήταν μόνο η χούντα πίσω από την προδοσία. Ήταν κι άλλοι. Τονίζω ότι σε καμία περίπτωση δεν ελαφρύνω τις ευθύνες της χούντας και των εδώ στην Κύπρο συνεργατών της, όπως ήταν η ΕΟΚΑ Β’ και άλλοι παράγοντες. Αντιθέτως θεωρώ ότι ο ηλίθιος προδότης Δημήτριος Ιωαννίδης ευθύνεται πρώτα και πάνω από όλους για το γεγονός ότι συγκατένευσε στο σχέδιο για τη διχοτόμηση της Κύπρου, με μια απλοϊκή πεποίθηση ότι έτσι θα ξεμπέρδευε μια για πάντα με το Κυπριακό.  Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ιωαννίδης διχοτομικός. Ήταν και πολλοί άλλοι. Σίγουρα διχοτομικό ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα το διεφθαρμένο ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που αποτελεί στην ουσία το βαθύ κράτος πίσω από κάθε κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα.

Αυτό το βρόμικο σινάφι που πήρε στα χέρια του την εξουσία, μόλις τερματίστηκε η αποικιοκρατία, γλυκάθηκε με το μέλι της εξουσίας και της υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος, γλυκάθηκε δηλαδή καταληστεύοντας αυτό τον αφελή και ταλαίπωρο λαό και μας τα έκανε όλα. Μας εξαπάτησε πουλώντας μας πατριωτικά φούμαρα, ενώ είχε στο νου του εξαρχής τη διχοτόμηση. Όταν πριν από την εισβολή μιλούσε για Ένωση, στο νου του είχε την διπλή ένωση, δηλαδή τη διχοτόμηση. Όταν μετά την εισβολή μιλούσε και συνεχίζει να μιλά για προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην πραγματικότητα εννοεί τη διατήρηση του σημερινού στάτους κβο, δηλαδή την ντε φάκτο διχοτόμηση, μέχρι ο χρόνος να τη οριστικοποιήσει. Αυτή είναι η λύση που τους βολεύει και δεν πρόκειται να κάνουν πίσω, μέχρι να την πετύχουν.

Προς το παρόν και για όσο καιρό μπορούν, κερδίζουν χρόνο. Γιατί ξέρουν πως ο χρόνος θα μας κάνει να ξεχάσουμε τη χαμένη μας πατρίδα, τους παππούδες μας που την πότιζαν με το αίμα και τον ιδρώτα τους, τους ήρωες του απελευθερωτικού μας αγώνα, που έδωσαν τη ζωή τους για να ελευθερωθεί αυτός ο τόπος το 1960 και να τον ορίζουμε ελεύθερο από τη μια του άκρη ως την άλλη, τους αγαπημένους μας πατεράδες και αδελφούς που σκοτώθηκαν στις προδομένες μάχες με τον τούρκικο  στρατό, τις μανάδες και τις αδελφές μας που τις βίασαν οι εισβολείς, την ιστορική μας παρουσία για σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια σε εκείνα τα χώματα, που τώρα τα ορίζει η Τουρκία.

Προς το παρόν και για όσο καιρό μπορούν, κερδίζουν χρόνο αλλά και χρήμα. Μοιράζοντας μεταξύ τους την εξουσία και κατακλέβοντας από τη τσέπη μας το υστέρημά μας. Αυτό το βρόμικο σινάφι δεν μας πρόδωσε μόνο το 1974. Το 1955 μας εξαπάτησε ότι ο αγώνας γινόταν για την Ένωση, ενώ ήξερε πολύ καλά ότι Ένωση δεν θα γινόταν. Μας το είχε πει εξάλλου κι ο (διπλωμάτης το επάγγελμα) ποιητής Γιώργος Σεφέρης, στο ποίημα του «Ελένη», πριν τον αγώνα της ΕΟΚΑ, ότι άδικα θα γέμιζε ο Σκάμανδρος κουφάρια, γιατί η Ένωση ήταν «ένα πουκάμισο αδειανό». Έστειλαν τα παλληκάρια να θυσιάσουν τη ζωή τους για την Ένωση και στο δρόμο άλλαξαν γνώμη. Συμφώνησαν ανεξάρτητο κράτος κι έπειτα το γύρισαν και πάλι στην Ένωση, γιατί το παραμύθι πουλούσε. Από την καταστροφή του 1974 και μετά το παραμύθι έγινε «μια δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση» που θα έρθει μετά από πολλά χρόνια, μέσα από έναν ατέλειωτο μεν αλλά άνετο, βολικό και ξεκούραστο «Μακροχρόνιο Αγώνα», μη βιάζεστε.

Αυτό λοιπόν το βρόμικο σινάφι μας πρόδωσε, μας ξεπούλησε, μας κατάκλεψε, μας ντρόπιασε, μας εξευτέλισε όχι μία φορά, αλλά πολλές. Το 1974 ήταν το αποκορύφωμα. Εκατόν εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι ξεσπιτώθηκαν, έζησαν για χρόνια μέσα στα αντίσκηνα και στα χαμόσπιτα μέχρι να τους χτίσουν κυβερνητικά σπίτια. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, χιλιάδες γυναίκες έπεσαν θύματα βιασμού, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, χιλάδες γονιοί, γυναίκες και παιδιά περίμεναν για δεκαετίες να μάθουν τι απέγιναν οι δικοί τους άνθρωποι, που πήγαν να αντισταθούν στην τουρκική εισβολή και χάθηκαν. Εξαπατήθηκαν ότι γίνονται προσπάθειες για λύση και δικαίωση, ενώ στην πραγματικότητα μας οδηγούν, σε παράλληλη δράση με την Τουρκία, στην οριστική διχοτόμηση.

Όταν ήρθε το 1974, μετά την εισβολή, η διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια για τους πρόσφυγες, ξέρετε τι έκανε το αθεόφοβο αυτό σινάφι; Την ΕΚΛΕΨΕ! Έκλεψε ό,τι μπορούσε να κλέψει. Από χρήματα, είδη πρώτης ανάγκης, φαγώσιμα είδη ένδυσης και υπόδησης και μάλιστα, για να μην βγει στη φόρα το πλιάτσικο και το μάθει ο προδομένος αυτός κόσμος, ξέρετε τι έκανε; Έκαψε κι από  πάνω τις αποθήκες της Κοινωνικής Μέριμνας, για να σκεπαστεί το έγκλημα. Σκεφτείτε το. Μετά από όλη εκείνη τη συμφορά, αυτό το βρόμικο βαθύ κράτος έκλεβε κι από πάνω το θύμα της προδοσίας, που ήταν αυτός ο αφελής και ευκολόπιστος λαός.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου, εκείνοι δηλαδή που πήγαν να πολεμήσουν με την τερατώδη τουρκική πολεμική μηχανή, είτε άοπλοι είτε με κάτι γελοία τουφέκια του β’ παγκοσμίου πολέμου, ανοργάνωτοι, και προδομένοι, με αποτέλεσμα να πιαστούν αιχμάλωτοι των Τούρκων, ξέρετε τι αντιμετώπισης έτυχαν από αυτό το βρόμικο βαθύ κράτος; Τους έγραψαν πάνω στο απολυτήριο του στρατού ότι συνελήφθησαν από τις δυνάμεις εισβολής του τουρκικού στρατού κι ότι η διαγωγή τους κατά τη διάρκεια της κράτησης τους παραμένει άγνωστη. Δηλαδή ότι περίπου μπορεί να ήταν και προδότες! Αυτό το ξετσίπωτο προδοτικό σινάφι που έφερε τους Τούρκους, στιγμάτισε σαν προδότες εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν τους Τούρκους κι υπόφεραν ανείπωτα βασανιστήρια στη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους στις τουρκικές φυλακές. Ναι, τόση ξετσιπωσιά!

Μας έκαναν λοιπόν όλα εκείνα τα απίστευτα και δεν σταμάτησαν εκεί. Όταν πέθανε κι ο Μακάριος, κυριολεκτικά ξεσάλωσαν. Έστησαν το σύστημα εξουσίας στα μέτρα τους κι άρχισαν να τρώνε δισεκατομμύρια, κλέβοντας και ξανακλέβοντας και ξανακλέβοντας το μόνιμο θύμα τους, αυτό τον λαό. Το θέμα είναι πως αυτό το βρόμικο σινάφι βρίσκει και κάνει. Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται, δίκαια ή άδικα, πως αυτό που παίρνουμε, ως λαός, είναι αυτό ακριβώς που μας αξίζει.

Μακάρι να μην είναι έτσι. Μακάρι μια μέρα να ξυπνήσουμε και να σηκωθούμε όρθιοι. Μακάρι μια μέρα να ενώσουμε όλοι τα χέρια και να γίνουμε μια συντριπτική γροθιά στη μούρη αυτού του ξεδιάντροπου κι αχόρταγου κατεστημένου, να τη φάει και να πάει στον αγύριστο. Ίσως δούμε επιτέλους σ’ αυτό τον τόπο μιαν άσπρη μέρα.

ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Σαν σήμερα, πριν από 44 χρόνια, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, εναντίον του προέδρου Μακαρίου.
Όλοι γνώριζαν πως η Τουρκία θα έκανε εισβολή, σε περίπτωση που γινόταν πραξικόπημα. Μάλιστα ο Μακάριος προειδοποιούσε πολύ πριν το πραξικόπημα ότι τυχόν ελληνική επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου θα ενταφίαζε οριστικά το όνειρο της “Ένωσης”, ενώ και στο θρυλικό του διάγγελμα από την Πάφο, ανήμερα του πραξικοπήματος, είπε ότι ότι “κάποιοι αποφάσισαν να διχοτομήσουν την Κύπρο”, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι θα ακολουθούσε τουρκική επέμβαση.
 
Το παράξενο με τον Μακάριο είναι πως, ενώ γνώριζε ότι η Τουρκία επρόκειτο να εισβάλει κι ενώ έβλεπε στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τα τουρκικά πολεμικά να προσεγγίζουν τις ακτές της Κερύνειας, εκείνο το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974 και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η εισβολή, ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ουσιαστικά παρέσχε στην Τουρκία το πρόσχημα  που αναζητούσε. Διότι δεν περιορίστηκε μόνο στο να καταγγείλει το πραξικόπημα. Υπογράμμισε ότι το πραξικόπημα ήταν στην ουσία εισβολή της Ελλάδος στην Κύπρο και ότι από αυτή την εισβολή κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.
 
Τα ερωτηματικά σε σχέση με τον ρόλο του Μακαρίου και πολλών άλλων παραμένουν αναπάντητα, καθώς τα πιο σημαντικά έγγραφα του φακέλου της Κύπρου παραμένουν απροσπέλαστα στα υπουργεία εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Εικασίες σχετικά με το ρόλο του Μακαρίου έχω γράψει στο άρθρο μου με τίτλο “Ένα αιρετικό αφήγημα για το πραξικόπημα”
Σαφώς όμως την τεράστια ευθύνη για την τουρκική εισβολή και την ανείπωτη καταστροφή που σκόρπισε, τη φέρει η ελληνική Χούντα και οι εν Κύπρω συνεργάτες της. Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι ήξεραν πως μετά το πραξικόπημα θα ακολουθούσε τουρκική εισβολή. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Τουρκίας ξεκίνησαν αρκετούς μήνες πριν, επανδρώθηκε το αεροδρόμιο της Αττάλειας, στρατιωτικές μονάδες μετακινούνταν στις νοτιοανατολικές ακτές της Τουρκίας  και σύμφωνα με μαρτυρίες οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα.
Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι τουρκικές στρατιωτικές μονάδες τέθηκαν σε διαδικασία κίνησης προς την Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός “Bayrak” μετέδιδε ότι έρχεται ο τουρκικός στρατός να σώσει τα αδέλφια του, τους Τουρκοκύπριους. Λίγες ώρες πριν την εισβολή, τα τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη πλησιάσει τη βόρεια ακτή της Κύπρου.
Από τη δική μας πλευρά τι γινόταν όλες εκείνες τις ημέρες για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός κίνδυνος; Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ!  Το 281 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδάκτυλου και θα μπορούσε να είχε βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, στάλθηκε, στις 15 Ιουλίου, από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς στο ΚΕΝ Πάφου, με τη διαταγή να καταπνίξει την εκεί αντίσταση. Στις 19 Ιουλίου κι ενώ τα τουρκικά πολεμικά ήταν έξω από την Κερύνεια, το 281 διατάχθηκε να στρατοπεδεύσει στην Αθαλάσσα, αντί να τρέξει να επανδρώσει τα πολυβολεία.
Στις 5:30 το πρωί ξεκίνησαν τις πρώτες τους επιδρομές τα τουρκικά πολεμικά  αεροσκάφη, καθώς από τα πλοία αποβιβάζονταν ήδη στρατιώτες και άρματα μάχης.  Στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας άρχισαν να πέφτουν 2 χιλιάδες αλεξιπτωτιστές.  Καμία απάντηση δεν δόθηκε από πλευράς της Εθνικής Φουράς, ενώ το ΡΙΚ ξεκίνησε κανονικά την εκπομπή του στις 6:00 με πρωϊνή γυμναστική, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
Οι πραξικοπηματίες μιλούσαν για τουρκική άσκηση και δεν έδιναν διαταγές στην Εθνική Φρουρά για δράση. Πέρασαν σχεδόν 3 ώρες μέχρι να δεήσει η χούντα  να δόσει πράσινο φως στο ΓΕΕΦ για να ξεκινήσει η επιστράτευση. Ήταν τότε, γύρω στις 9:30 το πρωί που διατάχθηκε από τους εγκληματίες πραξικοπηματίες το 286 μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού να κατευθυνθεί προς την Κερύνεια, σε φάλαγγα μέσα στον δημόσιο δρόμο, με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τα τουρκικά αεροσκάφη και να κομματιαστούν οι φαντάροι.
Όλες οι μαρτυρίες μιλούν για μια ακατανόητη και εγκληματική ολιγωρία, που οδήγησε στο θάνατο χιλιάδες νέα παιδιά, που έτρεξαν να υπερασπίσουν την πατρίδα. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν έχουν άλλη απάντηση παρά αυτή: Επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα, για εσχάτη προδοσία.
Η χούντα είχε αποφασίσει να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια να απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία κι από την άλλη να λύσει το Κυπριακό με την “καθαρή” λύση της διχοτόμησης,  χωρίς ελληνική υπογραφή αλλά διά της βίας των τουρκικών όπλων.
Για το τεράστιο εκείνο έγκλημα δεν λογοδότησε κανείς από τους πραγματικά υπαίτιους. Καμία δίκη δεν έγινε, κανένας δεν πλήρωσε ούτε το ελάχιστο τίμημα για την εθνική προδοσία. Πολλοί κατηγορούν τον Καραμανλή γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή ξεχνούν ότι κι ο Μακάριος, επιστρέφοντας στην Κύπρο, πρόσφερε από την πρώτη στιγμή “κλάδον ελαίας” σε εκείνους που προετοίμασαν και διέπραξαν το πραξικόπημα κι ολιγώρησαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής, στέλνοντας στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους και στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες άλλους.
Το γιατί όμως οι νόμιμες κυβερνήσεις Καραμανλή στην Ελλάδα και Μακαρίου στην Κύπρο, αποφάσισαν να κουκουλώσουν το μεγαλύτερο ιστορικά έγκλημα εις βάρος του κυπριακού Ελληνισμού, παραμένει ένα ερώτημα εξίσου βασανιστικό και αναπάντητο ερώτημα. Όπως και το γιατί σχεδιάστηκε το έγκλημα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί συνεργοί της χούντας και ποιες οι πραγματικές τους προθέσεις.
Σοβαρές απαντήσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη, ούτε από το πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων, ούτε από το πόρισμα παρωδία της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων. Η ιστορική ετυμηγορία στο τεράστιο αυτό ζήτημα εξακολουθεί να εκκρεμεί.

Χίλιες και μια ήττες…

“Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βεζύρης που απέκτησε τόση δύναμη ώστε κατάφερε τελικά να γίνει σουλτάνος μέγας και τρανός εκεί στην ανατολή, όπου βρισκόταν η χώρα του…” Κάπως έτσι θα ξεκινούσε η Χαλιμά το παραμύθι του “σουλτάνου” Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που πήραν τα μυαλά του αέρα, όταν συνειδητοποίησε ότι κατάφερε τα ακατόρθωτα: να γίνει ένας ισχυρός πρωθυπουργός, έπειτα από δεκαετίες πολιτικής αστάθειας στην Τουρκία, να αποδυναμώσει τους πανίσχυρους, συστημικούς κεμαλιστές πολιτικούς, να ξηλώσει το βαθύ κράτος του στρατιωτικού κατεστημένου και να καταλάβει τελικά τη θέση του προέδρου ένα βήμα πριν από την μετατροπή του πολιτεύματος της χώρας σε προεδρική δημοκρατία, με το θεσμό του προέδρου να αποκτά ευρείες εξουσίες.

Κάπου εκεί ο Ερντογάν πίστεψε πως έγινε παντοδύναμος θεία χάριτι. Αυτό συμβαίνει συνήθως, όταν ένας ηγέτης δεν διαθέτει το κερί του ομηρικού Οδυσσέα για να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες της  εξουσίας που τις λένε έπαρση, ματαιοδοξία κι αυταπάτη. Έχοντας κυριολεκτικά ξεφύγει, παραβίασε τη θύρα ασφαλείας της σύνεσης και μπήκε σαν διαρρήκτης στο ρετιρέ της αλαζονείας και της ύβρεως, στο μπαλκόνι του οποίου ένιωσε την υπερκόσμια αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να πετάξει.

Πίστεψε ότι, όπως τα κατάφερε στην Τουρκία, θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να γίνει και ηγέτης του ισλαμικού κόσμου. Είναι γεγονός ότι του ήρθε καπάκι κι η “αραβική άνοιξη”, την οποία εξέλαβε προφανώς σαν συμπαντικό σημείο, σαν θείο κάλεσμα. Επιχείρησε λοιπόν να πουλήσει στους Άραβες τον ίδιο τσαμπουκά που εύκολα είχαν αγοράσει από αυτόν πριν οι Τούρκοι ψηφοφόροι. Σύντομα όμως έφαγε τα μούτρα του, με αλλεπάλληλες ήττες σε όλα τα επίπεδα κι άρχισε ευλόγως να υποψιάζεται πως ίσως δεν ήταν στραβός ο γυαλός αλλά μάλλον πως στραβά αρμένιζε ο ίδιος. Τότε, χωρίς κανένα δισταγμό, φόρτωσε την παταγώδη αποτυχία της τουρκικής στρατηγικής στον Νταβούτογλου, που ήταν αρχικά υπουργός εξωτερικών και στη συνέχεια πρωθυπουργός και τον έστειλε πακέτο στο πουθενά.

Αποφάσισε να το πάρει επάνω του, να αναδιπλωθεί διπλωματικά και άλλως πως και να διεκδικήσει ξανά τον ρόλο του περιφερειάρχη, δείχνοντας εμπράκτως τη δυσαρέσκειά τους προς τους Αμερικάνους, τον προστατευόμενό τους Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τους οποίους προφανώς θεωρεί υπαίτιους για την κακοδαιμονία του. Άρχισε άμεσα να φλερτάρει τη Ρωσία, αφού πρώτα ζήτησε δουλικά συγνώμη για την κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους στη Συρία. Ο Πούτιν ανταποκρίθηκε στο φλερτ, ξέροντας ότι αυτό θα προκαλέσει εκνευρισμό κι ανησυχία στους δυτικούς αλλά και ότι θα επιβαρύνει ακόμη πιο πολύ τη θέση του κατά φαντασίαν σουλτάνου, ο οποίος στα μάτια των Δυτικών μοιάζει με ταύρο εν υαλοπωλείω, ιδιαίτερα μετά την θρασύτατη εισβολή του στο ΙΡΑΚ ενάντια στους συνεργαζόμενους με τους Αμερικάνους, Κούρδους.

Πιστεύοντας ότι έχει δέσει το γάϊδαρό του με τους Ρώσους, ο Ερντογάν εισέβαλε στη συνέχεια στο Αφρίν της Συρίας για να κυνηγήσει τους Κούρδους, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι του έδωσε πράσινο φως ο Πούτιν. Αν είναι δυνατόν ο προστάτης του Άσαντ, Πούτιν, να έδωσε με ειλικρινείς προθέσεις πράσινο φως σε έναν ορκισμένο εχθρό του Άσαντ να εισβάλει στη χώρα του προστατευόμενού του. Την ίδια στιγμή μάλιστα που ο Άσαντ καταδικάζει την τουρκική εισβολή και στέλνει τον εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο από τους Ρώσους στρατό του να την αναχαιτίσει. Πάντως ο Ρώσος ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ, αμέσως μετά τον ισχυρισμό του Ερντογάν,  δήλωσε ότι η Τουρκία έπρεπε να συνεννοηθεί πρώτα με την κυβέρνηση του Άσαντ και ότι κατανοεί παράλληλα τα δίκαια των Κούρδων. 

Ο Ερντογάν παίζει εδώ και χρόνια με τη φωτιά κι ενόσω δεν καίγεται όλο και πιο πολύ αποθρασύνεται. Έχει παρεξηγήσει την έννοια του διπλωματικού τακτικισμού κι εκλαμβάνει τους ελιγμούς συμμάχων και εχθρών του σαν αδυναμία μπροστά στη δική του αποφασιστικότητα και ισχύ. Δεν αντιλαμβάνεται ή δεν θέλει να αντιληφθεί ότι, τόσο οι Δυτικοί όσο και οι Ρώσοι, τον θεωρούν αναξιόπιστο κι επικίνδυνο κι ότι στην πραγματικότητα του την έχουν στημένη. Εν ευθέτω χρόνω θα το ανακαλύψει “the hard way” που λένε οι Αμερικάνοι. Τότε όμως θα είναι ίσως πολύ αργά για τον ίδιο, αν όχι και για την Τουρκία. 

Μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, επιλέγωμεν την ατίμωσιν συνοδεία πορδής.

Ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής του 1974 συγκλήθηκε στη Γενεύη διάσκεψη για την Κύπρο με τη συμμετοχή των εγγυητριών δυνάμεων και των δύο κοινοτήτων, με σκοπό τη λύση του Κυπριακού. Η κατάσταση για την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν τραγική, αφού οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις είχαν ήδη δημιουργήσει προγεφύρωμα στην Κερύνεια και παραβίαζαν συνεχώς την εκεχειρία καταλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερα εδάφη, ξεσπιτώνοντας με ασύμμετρη βία τους Ελληνοκύπριους.

Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα της χούντας στις 15 Ιουλίου 1974 και η ομιλία του νόμιμου προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ης Ιουλίου, που έδωσαν στην Τουρκία το πρόσχημα για να ενεργοποιήσει -κατά τη δική της αυθαίρετη κρίση- το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης και να εισβάλει στο νησί.

Ο Γλαύκος Κληρίδης, προεδρεύων της Δημοκρατίας (μετά την πτώση των πραξικοπηματικών κυβερνήσεων σε Ελλάδα και Κύπρο), θεωρούσε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν πια να γυρίσουν πίσω, δηλαδή στις συνομιλίες για επιστροφή των Τ.Κ. στην ενιαία Κυπριακή Δημοκρατία κι ότι, ως εκ τούτου, η αποδοχή της ομοσπονδίας, ως βάσης για λύση, ήταν αναπόφευκτη. Ήξερε ακόμη πως, αν απέρριπτε ασυζητητί την τουρκική πρόταση για δικοινοτική ομοσπονδία στην Κύπρο, ο τουρκικός στρατός θα προέλαυνε, για να καταλάβει τα εδάφη που ήθελε, ανατολικά προς Καρπασία, νοτιοανατολικά προς Αμμόχωστο, νότια προς τη Λευκωσία και δυτικά προς τη Μόρφου.

Ρώτησε λοιπόν παρασκηνιακά από τους Βρετανούς και τους Ρώσους αν θα βοηθούσαν στρατιωτικά στην αποτροπή μιας νέας τουρκικής προέλασης. Οι Βρετανοί καταδίκασαν τη χρήση στρατιωτικής βίας εκ μέρους της Τουρκίας, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να λάβουν άλλα μέτρα πέρα από το να υποβοηθήσουν στις διαπραγματεύσεις για λύση. Οι Ρώσοι τού είπαν ότι η Σοβιετική Ένωση μόνο σε συνεργασία με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση, γνωρίζοντας βέβαια ότι οι Αμερικάνοι δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν κάτι τέτοιο.

Κάτω από το βάρος εκείνων των εντελώς αρνητικών δεδομένων ο Κληρίδης προσπάθησε να πείσει τους δικούς μας, δηλαδή τον Μακάριο, τους λοιπούς Ελληνοκύπριους πολιτικούς παράγοντες και την Ελλάδα (του Καραμανλή πλέον), ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, παρά να αποδεκτούν κατ’ αρχήν την ομοσπονδία, ως βάση λύσης και πάνω σ’ αυτή τη βάση να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Όπως μάλιστα είπε σε συνέντευξή του  ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο Κληρίδης τούς ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος να αποδεκτεί την ομοσπονδία και να αυτοκτονήσει αλλά ο ίδιος (ο Βάσος Λυσσαρίδης) τον προέτρεψε να αυτοκτονήσει μεν αλλά να μην την αποδεχτεί. Η απάντηση του Μακαρίου και των Ελληνοκυπρίων παραγόντων ήταν ένα βροντερό ΟΧΙ.

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ήταν αρνητικός στην αποδοχή της ομοσπονδίας, αλλά ο  υπουργός εξωτερικών, Γεώργιος Μαύρος (που προερχόταν από την Ένωση Κέντρου), ταυτίστηκε πλήρως με τη θέση του Μακαρίου κι έκανε την περίφημη δήλωση ότι “μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, η Ελλάς δεν έχει επιλογήν”. Ο Κληρίδης δεν είχε την εξουσιοδότηση ούτε καν να προφέρει ότι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και την λύση ομοσπονδίας μαζί με άλλες ιδέες. Προσπάθησε παρόλα αυτά να κερδίσει χρόνο. Είπε στη διάσκεψη ότι ήθελε να του δοθεί χρονικό περιθώριο 48 ωρών για να διαβουλευθεί με τον Μακάριο και τους άλλους Ελληνοκύπριους παράγοντες κι ότι θα εξέταζε όλες τις προτάσεις “με ανοιχτό μυαλό”. Ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Τουράν Γκιουνές, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν επρόκειτο να εμποδίσει την τουρκική προέλαση, θεώρησε την απάντηση αρνητική κι αρνήθηκε να παραχωρήσει έστω κι αυτό το μικρό  χρονικό περιθώριο.

Έτσι, τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974 ξεκίνησε η δεύτερη και πιο βάρβαρη φάση της τουρκικής εισβολής, στην οποία ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το 36% του εδάφους της Κύπρου, σκοτώνοντας χιλιάδες ανθρώπους, στρατιώτες και γυναικόπαιδα, βιάζοντας γυναίκες κάθε ηλικίας και ξεσπιτώνοντας τελικά 160 χιλιάδες Ελληνοκύπριους από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ο πόλεμος λοιπόν είχε αρχίσει. Όμως η Ελλάδα δεν ήταν εκεί… Η βαρύγδουπη δήλωση του Γεώργιου Μαύρου αποδείχτηκε κενό σύνθημα, μια διπλωματική μπλόφα, η οποία αποδείχτηκε τελικά σκέτη πορδή, αφού μεταξύ του πολέμου και της ατιμώσεως, η Ελλάς προτίμησε τελικώς την ατίμωσιν…  Ήταν μια μπλόφα την οποία βεβαίως δεν πίστεψε κανείς από τους εμπλεκόμενους, παρά μόνο ο δύστυχος κυπριακός ελληνισμός, την ώρα που τον βομβάρδιζαν τα τουρκικά μαχητικά και περίμενε με αγωνία την Ελλάδα να επέμβει…

Την ώρα που ο Τούρκος ξεκινούσε τις μηχανές των τανκ κι απογείωνε από τη Μερσίνα τα Fantom για να πραγματοποιήσει την εφιαλτική δεύτερη φάση της εισβολής, η Ελλάδα, ο Μακάριος και άλλοι παρίσταναν τους μάγκες στα λόγια, καθώς οι ίδιοι ήταν πολύ μακριά από την κόλαση της εισβολής και το μάρμαρο το πλήρωσε τελικά ο δυστυχής λαός, καλός κι αγαπημένος, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδωμένος. Καμία εναλλακτική στρατηγική δεν είχαν, κανένα ουσιαστικό σύμμαχο, καμία άλλη πόρτα να χτυπήσουν. Είπαν ένα στείρο κι άγονο ΟΧΙ κι άφησαν τον κοσμάκη να καίγεται.

Πολλοί θεωρούν πως το ΟΧΙ υπό την απειλή βίας ήταν μια αξιοπρεπής απάντηση, έστω κι αν η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτή την απάντηση ως πρόσχημα για να προχωρήσει στη βίαιη κατάληψη εδάφους μεγαλύτερου από εκείνου που ήταν διατεθειμένη να δεχτεί σε μια τελική λύση ομοσπονδίας.  Αν όμως εκείνη ήταν η πρέπουσα, η αξιοπρεπής απάντηση των Ελληνοκυπρίων, τότε γιατί ο Μακάριος ήρθε τρία χρόνια αργότερα (στις 12 Φεβρουαρίου 1977) και συμφώνησε με τον Ντενκτάς την ομοσπονδία; Πού πήγε η αξιοπρέπεια; Πού πήγε η εθνική περηφάνεια; Αν ήταν για να την αποδεχτεί τελικά, γιατί δεν το έκανε την κρίσιμη εκείνη ώρα της φωτιάς;

Κάνω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι είχε ιστορικό ο Μακάριος στο να αποφασίζει ή να μετανιώνει συνήθως άκαιρα… Το 1956 υπαναχώρησε από τη συμφωνία του με τους Άγγλους για παραχώρηση αυτοκυβέρνησης. Ήθελε Ένωσιν και μόνον Ένωσιν. Συνεχίστηκε λοιπόν ο αγώνας της ΕΟΚΑ, τα παλληκάρια συνέχισαν να σκοτώνονται για την Ένωσιν και 3 χρόνια μετά ο Μακάριος αποφάσισε ότι τον αρκεί και η ανεξαρτησία. Το 1959 υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου για ανεξαρτησία και 3 χρόνια αργότερα αποφάσισε ότι ήθελε να αλλάξει το Σύνταγμα που ο ίδιος συμφώνησε. Το 1964, μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία, διακήρυξε ξανά την Ένωση.  Παρόλα αυτά, το  1968 ξεκίνησαν συνομιλίες για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία… Όταν οι διαπραγματευτές Κληρίδης και Ντενκτάς έφτασαν σε συμφωνία, με την οποία οι Τ/κ αποδέχονταν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αυτός πήγε σε εθνικό μνημόσυνο στην Γιαλούσα και διακήρυξε ξανά “Ένωσιν και μόνον Ένωσιν”. Όταν 7 μήνες αργότερα έγινε η εισβολή, ο Μακάριος επέστρεψε στην ιδέα της επιστροφής των Τ/κ στην Κυπριακή Δημοκρατία και απέρριψε την ομοσπονδία, την οποία δέχτηκε όμως 3 χρόνια αργότερα, αλλά στην ομιλία του στην επέτειο της εισβολής, 5 μήνες μετά, φάνηκε σαν να άλλαξε γνώμη πάλι και μιλούσε για μακροχρόνιο αγώνα… Δυστυχώς ο Μακάριος απεβίωσε λίγες ημέρες μετά την τελευταία του ομιλία, σε ηλικία 64 ετών και έτσι δεν μάθαμε ποτέ αν εννοούσε αυτά που έλεγε στην ομιλία ή αν θα άλλαζε ιδέα πάλι. Χωρίς σε καμία περίπτωση να προσπερνώ τις τεράστιες ευθύνες της ελληνικής χούντας, του Γεώργιου Γρίβα, της ΕΟΚΑ Β’ και άλλων, επισημαίνω ότι ηγέτης αυτού του λαού ήταν ο Μακάριος και δυστυχώς τις παλινωδίες του ο κυπριακός λαός τις πλήρωσε με αίμα.

Επιστρέφω στο τραγικό καλοκαίρι του 1974 για να επισημάνω ότι, στη σημειολογία της πολιτικής, ο χειρισμός του Μακαρίου διά του Κληρίδη και της Ελλάδος διά του Γεωργίου Μαύρου, ήταν σαν να προσπαθείς να ρίξεις ένα τοίχο χτυπώντας τον με το κεφάλι σου. Καθώς δεν μπορούσαμε να αναχαιτίσουμε την τουρκική εισβολή και δεν είχαμε τη βοήθεια κανενός, ούτε της Ελλάδας, η μόνη εναλλακτική επιλογή ήταν ο διπλωματικός ελιγμός. Η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αποδεκτεί τουλάχιστον να εξετάσει την ιδέα της ομοσπονδίας (την οποία έτσι κι αλλιώς αποδέκτηκε αργότερα) σαν βάση λύσης, ώστε να αφαιρέσει από την Τουρκία το πρόσχημα για την δεύτερη εισβολή. Ίσως ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί το θανατικό, η καταστροφή και η βίαιη κατάληψη της πατρίδας μας. Βεβαίως ούτε ο Μακάριος, ούτε η ελληνική κυβέρνηση, ούτε κανείς απο τους λοιπούς πολιτικούς παράγοντες αυτού του τόπου είχαν την πολιτική ωριμότητα, κάτω μάλιστα κι από τη φοβερή πίεση των γεγονότων, να σκεφτούν πολιτικά. Όρθωσαν το κεφάλι μας (του λαού, όχι το δικό τους) περήφανα μπροστά στην τουρκική χατζάρα κι ο Τούρκος, με ένα χραπ, το έκοψε.

Η Τουρκία κατέλαβε η μισή Κύπρο κι από τότε αλλάζει το δημογραφικό της χαρακτήρα με τον εποικισμό, την εκτουρκίζει θρησκευτικά και πολιτισμικά, διατηρεί εδώ 40 χιλιάδες στρατό και στοχεύει ξεκάθαρα στην διχοτόμηση. Δεν έχει για τον κυπριακό Ελληνισμό πιο ατιμωτική κατάσταση από αυτή κι όμως, οι δικοί μας θεωρούν ότι αποτελεί εθνικη αξιοπρέπεια και περηφάνεια να βομβαρδίζουν την Τουρκία με πορδές, δηλαδή με κούφια λόγια και συνθήματα, αντί να δουν με ποιο τρόπο θα ελευθερώσουν αυτό τον τόπο. Βεβαίως όλοι τούτοι, που διεκδικούν την ψήφο μας, ξέρουν πολύκαλά ότι με τα κούφια συνθήματα δεν πρόκειται να φύγει η Τουρκία από την Κύπρο. Ξέρουν όμως επίσης πολύ καλά ότι δυστυχώς αυτά τα συνθήματα ακούγονται ωραία στα αυτιά μιας μεγάλης αφελούς μάζας αυτού του λαού, που συνηθίζει να αγοράζει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Τους έστειλαν στο θάνατο οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού.

Στις 21 Απριλίου 1967 μια κλίκα συνταγματαρχών έκανε πραξικόπημα και κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Κατάργησε τη βουλή και τις εκλογές κι εγκαθίδρυσε δικτατορικό καθεστώς. Έβαλε την Ελλάδα “στο γύψο μέχρι να θεραπευθεί”, όπως είπε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του καθεστώτος Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η χούντα υπήρξε το πιο γρήγορο κι αποτελεσματικό βαποράκι για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ενός στόχου που είχαν διακηρύξει οι Τούρκοι από τη δεκαετία του 1950 αλλά και είχαν επίσης υιοθετήσει συγκεκαλυμμένα πολιτικοί και στρατιωτικού κύκλοι στην Κύπρο και στην Ελλάδα, με στόχο την κατάργηση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και την επιβολή της διπλής ένωσης, των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα και των Τουρκοκυπρίων με την Τουρκία.  Η ταύτιση των κύκλων αυτών με το τουρκικό βαθύ κράτος και την τουρκοκυπριακή ακροδεξιά, αφορούσε μεν τον ίδιο στόχο, τη διχοτόμηση, αλλά για διαφορετικούς λόγους. 

Σκοπός της Τουρκίας ήταν να αποκτήσει με τη διχοτόμηση απρόσκοπτη πρόσβαση στην Κύπρο και (ανεξέλεγκτη) χρήση τής τουρκικής περιοχής με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της επιδιώξεις.  Από την άλλη, οι Έλληνες ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα ή έστω ένα αμιγώς ελληνικό κράτος, στο οποίο να μην μπορούν να ανακατεύονται με κανένα τρόπο οι Τούρκοι, έστω κι αν για να γίνει αυτό θα έπρεπε, σαν τίμημα, να δοθεί κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία. Έπρεπε όμως να γίνει με τρόπο βίαιο, με επέμβαση δηλαδή της Τουρκίας, χωρίς τη δική μας συναίνεση ή υπογραφή. Μια σειρά επεισοδίων που παίχτηκαν από το 1963 μέχρι και το 1974 κι οδήγησαν το λαό σε συγκρούσεις, θάνατο και πόνο, έδωσαν στην Τουρκία όλα εκείνα τα προσχήματα που χρειαζόταν για να διχοτομήσει την Κύπρο, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλιου 1974, που έδωσε στον Μπουλέντ Ετζεβίτ την αφορμή για την επιχείρηση “Αττίλας”, όπως ήταν το κωδικό όνομα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο του 1967, έξι μήνες μετά που ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία στην Ελλάδα η χούντα, η κυπριακή Εθνική Φρουρά, με επικεφαλής τον στρατηγό Γρίβα, διενήργησε μια επιχείρηση φιάσκο στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, βάλλοντας εναντίον αμάχων, κυρίως γυναικοπαίδων. Η κατακραυγή που προκλήθηκε διεθνώς έδωσε όπλα στην τουρκική προπαγάνδα, με αποτέλεσμα η χούντα να αποσύρει από την Κύπρο την Ελληνική Μεραρχία, η οποία είχε εγκατασταθεί κρυφά στο νησί επί διακυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Οι ακραφνώς εθνικόφρονες στρατιωτικοί απέσυραν με την ουρά στα σκέλια τον ελληνικό στρατό κι άφησαν την Κύπρο ανοχύρωτη πολιτεία εν μέσω διακοινοιτικών συγκρούσεων και απειλών της Άγκυρας για εισβολή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε κι άρχισαν οι γνωστές έριδες ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, η “ΕΟΚΑ Β'” με την παράνομη δράση της, οι συγκρούσεις μεταξύ αντιμακαριακών και μακαριακών κλικών κι οι απόπειρες δολοφονίας του προέδρου Μακαρίου, όλα δηλαδή εκείνα τα γεγονότα που αποσταθεροποίησαν το εσωτερικό μέτωπο, προφανώς όχι τυχαία. Όλα με την παρασκηνιακή υποστήριξη της χούντας που, ενώ είχε αποσύρει τη Μεραρχία από την Κύπρο κατά τρόπο άκρως ντροπιαστικό για τους Έλληνες, συνέχισε να παριστάνει τον θεματοφύλακα της εθνικής αξιοπρέπειας, σύμφωνα και με τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο του απατεώνα.

Όλοι συναγωνίζονταν ως προς το ποιος είναι ο πιο μεγάλος κι ο πιο γνήσιος πατριώτης, παραμένοντας βεβαίως όλοι προσηλωμένοι στο στόχο της Ένωσης με την Ελλάδα, οι μεν μακαριακοί τοποθετώντας το στόχο αυτό σε βάθος χρόνου οι δε αντιμακαριακοί επιδιώκοντάς τον “εδώ και τώρα”. Εκείνοι που υποστήριζαν τη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν μειοψηφία. Μάλιστα τους χαρακτήριζαν και προδότες, οι τεράστιοι πατριώτες που κατέβαζαν και ποδοπατούσαν ή έκαιγαν την σημαία της Κύπρου όπου την συναντούσαν. 

Μέσα σ’ εκείνη την παράνοια, τον Νοέμβριο του 1973 οι διαπραγματευτές Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς, στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, έφτασαν σε προσυμφωνία για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία είχαν αποχωρήσει κάνοντας ανταρσία το 1964,  με αφορμή την αξίωση του Μακαρίου για αλλαγή 13 σημείων του Συντάγματος. Η προσυμφωνία προέβλεπε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποδέχονταν τις 12 από τις 13 αλλαγές που ήθελε ο Μακάριος αλλά, όπως ήταν επόμενο, κανείς δεν την επικρότησε. Για τη χούντα και την αντιμακαριακή παράταξη όποια συμφωνία παρένειτε τη ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέβαλλε την Ένωση συνιστούσε “προδοσία”, ενώ ο Μακάριος, από την πλευρά του, μη θέλοντας  βεβαίως να υστερήσει σε πατριωτισμό, έσπευσε να διακηρύξει ξανά, σε εθνικό μνημόσυνο στη Γιαλούσα, ότι στόχος μας παραμένει “η Ένωσις και μόνον η Ένωσις”. Επτά μήνες αργότερα συνέβη το πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά.

Καθώς βλέπω στην τηλεόραση κάθε σαββατοκύριακο τις κηδείες των ταυτοποιηθέντων αγνοουμένων μας της τουρκικής εισβολής, λυπάμαι βαθιά γιατί τα παιδιά εκείνα στάλθηκαν σαν πρόβατα στη σφαγή, σε μια κατάσταση που ήταν, όπως όλα δείχνουν, στημένη, αναμφίβολα προδομένη. Λυπάμαι ακόμη περισσότερο όταν σκέφτομαι ότι πολλοί έμειναν για δεκαετίες αγνοούμενοι, με τις μάνες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους να τους περιμένουν, ενώ ήταν γνωστό στην πολιτεία ότι ήταν νεκροί. Τους άφησαν μέσα στον κατάλογο για φθηνούς μικροπολιτικούς λόγους, για να υπάρχει εκεί το πρόβλημα, για να μπορούν οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού να πουλάνε στον αφελή κι ευκολόπιστο λαό την πραμάτεια τους.

Φορώντας τις φουστανέλες του πατριωτισμού που τους βόλευε, έκαναν όλοι το σώου τους, οι απατεώνες του Σάμιουελ Τζόνσον. Βάφτισαν τη διχοτόμηση με διάφορα πατριωτικά ονόματα: “‘Ενωση”, “Μακροχρόνιο Αγώνα”, “εθνική αξιοπρέπεια”, “εθνική περηφάνεια”, “διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας” κτλ κτλ. “Αγωνιζόμενοι για την εθνική μας δικαίωση” κατέφαγαν τα πάντα, διέβρωσαν το κράτος εξευτέλιζοντας τους θεσμούς του, θεμελίωσαν την κομματοκρατία, καθιέρωσαν την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι, εγκαθίδρυσαν την διαπλοκή και κάλυψαν τη διαφθορά. Προκάλεσαν σε τούτο το λαό τις χειρότερες συμφορές: τον έσυραν σε διακοινοτικές συγκρούσεις, σε πόλεμο, σε θάνατο, πόνο, κλάμα, οικονομικές καταστροφές και συνεχίζουν μασκαρεμένοι να μας δουλεύουν, οδηγώντας μας στη χειρότερη συμφορά από όλες τις προηγούμενες, στη συμφορά που θα καταστήσει μεν την Κύπρο τουρκικό νησί, αλλά μέχρι τότε αυτοί θα έχουν κάνει την πολιτική ή οικονομική “μπάζα” τους: Στη διχοτόμηση. 

 

Να απαντήσουν οι αγωνιστές της σούβλας…

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΛΑΙΝΕΕίναι φανερό πως η βλακεία κι η “αππωμάρα”, τα μυαλά δηλαδή που μας οδήγησαν σε εθνικές τραγωδίες, δεν καταλαβαίνουν τίποτα και συνεχίζουν την λιτανεία γύρω από το νεκροταφείο της αυτοκαταστροφής μας. Επανέρχομαι ως εκ τούτου στη συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να παραδεχτούμε ότι Ελληνοκύπριοι προδότες διέπραξαν ωμότητες και δολοφονίες εναντίον Τουρκοκυπρίων αμάχων, στη διάρκεια της εγκληματικής τουρκικής επιδρομής και κατάληψης της Κύπρου, ή και πιο πριν ακόμη, στην περίοδο των συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Θέλω να υποβάλω 4 απλές ερωτήσεις και περιμένω σαφείς και επί της ουσίας απαντήσεις από τους πατριώτες της πάρλας, τους αγωνιστές του φραπέ και του απόλυτου τίποτα, εκείνους που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνεχίζει η Τουρκία να κρατά τη μισή Κύπρο και να την τουρτζιέφκει, αλλά νευριάζουν με όποιον θέλει να λυθεί το Κυπριακό και τον σκυλοβρίζουν, αυτούς τους  υποκριτές που αυταπατώνται ότι εκτελούν το καθήκον τους απέναντι στην πατρίδα με το να κάθονται στους καφενέδες ή στο φαΐ (κατά προτίμηση στη σούβλα) κι απλά να σκυλοβρίζουν τους Τούρκους, διότι νομίζουν ότι οι βρισιές είναι κάτι σαν … σφαίρες κι ότι επομένως όσο πιο βαριά βρίζουν τόσο πιο πολλές σφαίρες ρίχνουν για την απελευθέρωση του τόπου μας, άσχετα αν στην ουσία δεν κάνουν απολύτως ΤΙΠΟΤΑ και με αυτό το ΤΙΠΟΤΑ εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Τουρκίας, που θέλει την μονιμοποίηση της διχοτόμησης και τη μετατροπή της Κύπρου σε τουρκικό νησί σε βάθος χρόνου.

Για την κάθε μου ερώτηση έχω τη δική μου απάντηση δίπλα, όμως περιμένω και τις δικές τους απαντήσεις σε αντιδιαστολή με τις δικές μου. Ρωτώ λοιπόν:

1.Ερώτηση: Έγιναν ή δεν έγιναν δολοφονίες Τουρκοκυπρίων; Απάντηση: Έγιναν. Αφού λοιπόν έγιναν, γιατί πρέπει να λέμε ότι δεν έγιναν; Ποιους θα κοροϊδέψουμε με το να λέμε ότι δεν έγιναν; Τους ξένους; Μα όποιος ξένος ενδιαφερθεί να μάθει, εύκολα θα ανακαλύψει ότι έγιναν και με το δίκιο του θα μας πει ψεύτες. Θα κοροϊδέψουμε τους εαυτούς μας; Τα παιδιά μας; Ποιους;

2. Ερώτηση: Καλώς σκότωσαν μωρά, γυναίκες, γέροντες και άλλους άμαχους οι λεβέντες μας; Απάντηση: Όχι φυσικά! Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούνται οι δολοφονίες αθώων ανθρώπων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Πρόκειται για φριχτό και αποτρόπαιο έγκλημα. Είναι κανείς που πιστεύει παρόλα αυτά ότι καλώς έγιναν οι δολοφονίες; Αν ναι, τότε λυπάμαι να του πω ότι είναι ψυχοπαθής και πρέπει να τον κλείσουν στο φρενοκομείο, πριν αρπάξει κανένα αυτόματο κι αρχίσει να σκοτώνει αθώο κόσμο στους δρόμους.

3. Ερώτηση Υπάρχει κίνδυνος να ταυτιστεί ολόκληρη η ελληνοκυπριακή κοινότητα με τους εγκληματίες και τις πράξεις τους, αν παραδεχτούμε ότι έγιναν τα εγκλήματα; Απάντηση: ΟΧΙ, φυσικά! Ακριβώς το ΑΝΤΙΘΕΤΟ. Αν παραδεχτούμε ότι έγιναν εκείνα τα εγκλήματα και τα ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΟΥΜΕ, τότε μόνο απαλλασσόμαστε από τη συνενοχή. Ενόσω τα καλύπτουμε και τα κουκουλώνουμε, γινόμαστε όλοι συνυπεύθυνοι και συνένοχοι.

4. Ερώτηση: Για ποιο λόγο έγιναν τα εγκλήματα; Έχει προβληματιστεί κανείς από αυτούς που φωνάζουν να σιωπήσουμε; Την ώρα που ο τουρκικός στρατός, με τανκς και βαρύ οπλισμό και με την κάλυψη της πολεμικής αεροπορίας, προήλαυνε και κατελάμβανε πόλεις και χωριά της Κύπρου, σκορπώντας το θάνατο και την καταστροφή (και ήταν σε θέση – αν ήθελε- να καταλάβει ΟΛΟΚΛΗΡΗ την Κύπρο), ποιοι ήταν εκείνοι οι “μάγκες” και ΓΙΑΤΙ έμπαιναν σε Τουρκοκυπριακά χωριά – στα μετόπισθεν και μακριά από τις σφαίρες του κατακτητή- και σκότωναν γυναικόπαιδα;

Ποια είναι η απάντηση των υποκριτών σε τούτο το ερώτημα; Λένε, “μα τώρα θα εξισώσουμε τις ανόσιες πράξεις 5 ηλιθίων με τα εγκλήματα της Τουρκίας;” Έτσι, υπεραπλουστευμένα κι απλοϊκά. Πράξεις 5 ηλιθίων! Δεν θέλω να επεκταθώ σε τούτο το ζήτημα, αλλά όχι δεν ήταν 5 ηλίθιοι. Ήταν οργανωμένες ΠΡΟΔΟΤΙΚΕΣ πράξεις, που έγιναν για να δώσουν στην Τουρκία το πρόσχημα (ότι τάχα έπρεπε να προστατέψει τους Τουρκοκύπριους από τη σφαγή) για να προχωρήσει και να καταλάβει περισσότερο έδαφος, να φτάσει μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα και το Βαρώσι και να μαζέψει μέσα στα κατεχόμενα εδάφη όλους τους Τουρκοκύπριους. Δεν ήταν λοιπόν μόνο φονιάδες εκείνα τα κτήνη που έσφαζαν μωρά, αλλά και ΠΡΟΔΟΤΕΣ  που εξυπηρετούσαν τα τουρκικά συμφέροντα.

Αυτούς λοιπόν θέλουν να καλύψουν τούτοι που τσιριλλούν σήμερα και βρίζουν όσους λένε την αλήθεια; Θέλουν να καλύψουν τους φονιάδες-προδότες; Υποβαθμίζοντας τα εγκλήματά τους που έγιναν όχι μόνο εις βάρος των Τουρκοκυπρίων αλλά και εις βάρος των Ελλήνων, αφού τα έκαναν για να δώσουν τη μισή μας πατρίδα, τις δικές μας πόλεις και τα χωριά στην Τουρκία;

Αν τα πιο πάνω ερωτήματα βρεθεί ένας να μου τα απαντήσει πειστικά και με επιχειρήματα, τότε μπορεί να αλλάξω κι εγώ γνώμη και να σιωπήσω.

Προσοχή όμως! Μην τολμήσει κανείς να αρχίσει πάλι τις ανοησίες ότι σκοπός μου είναι να καλύψω την Τουρκία ή να της δώσω άλοθι ή ότι είμαι “τουρκολάγνος” και άλλα τέτοια αρρωστημένα, διότι η θέση μου είναι σαφέστατη και δεν παρερμηνεύεται:

ΚΑΝΕΝΑ ελαφρυντικό και ΚΑΜΙΑ δικαιολογία δεν υπάρχει για τα φριχτά και ΤΡΙΣΧΕΙΡΌΤΕΡΑ εγκλήματα που διέπραξε η Τουρκία με το στρατό της, καθώς επίσης και Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές εις βάρος του ελληνικού άμαχου πληθυσμού της Κύπρου. Συνεπώς ας μην “τοποθετήσουν” στο στόμα και στο μυαλό μου δικές τους νοσηρές φαντασιώσεις, προκειμένου να μου απαντήσουν πιο εύκολα και με τον γνωστό τρόπο που ξέρουν να απαντούν, δηλαδή με αρλούμπες και βρισιές.

Περιμένω να μου εξηγήσουν πειστικά για ποιο λόγο πρέπει να λέμε ψέματα στα παιδιά μας ότι δεν έγιναν εκείνα τα εγκλήματα, για ποιο λόγο πρέπει να καλύπτουμε τους φονιάδες-προδότες που τα διέπραξαν και τι θα πάθουμε ως λαός και ως κράτος αν καταδικάσουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας εγκλήματα που έγιναν σε μια εποχή ανώμαλη, όταν πράξεις βίας γίνονταν κι από τις δύο πλευρές ή όταν η Τουρκία έτσι κι αλλιώς διέπραττε σωρηδόν τα εγκλήματα εις βάρος των Ελληνοκυπρίων, με την εισβολή και την κατάληψη της Κύπρου.

ΣΗΜ: Χρησιμοποίησα σκληρή γλώσσα στο πιο πάνω άρθρο, αφού πρώτα διάβασα απίστευτες βρισιές, εξτρεμιστικές έως φασιστικές απόψεις, τερατολογίες και διαστρεβλώσεις σε κείμενα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, στα κοινωνικά δίκτυα, ακόμη και σε εφημερίδες, από εκείνους που θεωρούν ότι είναι πρέπον η ιστορική αλήθεια να αποκρύβεται, στο όνομα μιας ακατανόητης σε μένα εθνικής αυταπάτης… 

Η διχοτόμηση κρυβόταν πίσω από τα μεγάλα λόγια…

220px-Τουρκική_Εισβολή_στην_Κυπριακή_Δημοκρατία_1974Στις ομιλίες του πριν από τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος τόνιζε ότι εκείνοι που κινούνταν εναντίον του νόμιμου κράτους, στο όνομα της Ένωσης με την Ελλάδα, στην πραγματικότητα οδηγούσαν την Κύπρο στη διχοτόμηση και συνεπώς θα γίνονταν τελικά «νεκροθάφτες της Ενώσεως», όπως έλεγε επί λέξη. Η προειδοποίηση του Μακαρίου δικαιώθηκε κατά τρόπο τραγικό.  

Η πολιτική εκτίμηση, πως αν γινόταν πραξικόπημα αυτό θα έδινε το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να τη διχοτομήσει, ήταν γνωστή εκ των προτέρων κι απολύτως λογική. Συνεπώς, η χούντα του ταξίαρχου Ιωαννίδη και οι συνεργάτες της στην Κύπρο, προχώρησαν στο πραξικόπημα ακριβώς για να γίνει η τουρκική επέμβαση και η Κύπρος να οδηγηθεί (διά της βίας) στη διχοτόμηση, διότι έτσι πίστευαν ότι επρόκειτο να λυθεί οριστικά και με μια «καθαρή λύση» το Κυπριακό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή βεβαίως η χούντα έστελνε το μήνυμα στους πολιτικά αφελείς συνοδοιπόρους της και μέσω αυτών στον κυπριακό λαό ότι, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε η Ένωση με την Ελλάδα.

Σ’ όλο το μήκος της τραγικής μας ιστορίας από το 1960 μέχρι σήμερα, πολλοί από διαπρύσιους ρήτορες του πατριωτικού μαξιμαλισμού (είτε ήταν μακαριακοί, είτε αντιμακαριακοί, είτε φιλοχουντικοί, είτε δημοκράτες), πολλοί δηλαδή από εκείνους που διακήρυσσαν την Ένωση με την Ελλάδα (τότε που είχαμε ήδη την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία) ή, μετά το 1974, μια (αόριστη) καλύτερη λύση από αυτήν που αναζητούμε στις διακοινοτικές συνομιλίες, στην πραγματικότητα είχαν (κι έχουν) στο μυαλό τους τη διχοτόμηση. Η οποία όμως διχοτόμηση δεν επρόκειτο και δεν πρόκειται να γίνει με τη δική μας συναίνεση, αλλά υπό την πίεση είτε των γεγονότων είτε του χρόνου που παγιώνει τα τετελεσμένα.

Από τις 15 Ιουλίου 1974 που έγινε το πραξικόπημα,  η Τουρκία ξεκίνησε δημόσια και φανερά διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για εισβολή στην Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοφωνικός σταθμός «Μπαϊράκ» έλεγε και ξανάλεγε ότι η «μητέρα πατρίδα έρχεται να επιβάλει την τάξη». Τα πολεμικά πλοία φάνηκαν στα ανοικτά της Κερύνειας από το πρωί της 19ης Ιουλίου κι όμως, καμία προετοιμασία δεν έγινε από τους πραξικοπηματίες για να αναχαιτιστεί η τουρκική απόβαση, καμία στρατιωτική μονάδα δεν στάλθηκε στην Κερύνεια, ούτε καν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο δεν επανδρώθηκαν.  Κι όταν ξεκίνησαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές, οι βόμβες και οι κανονιοβολισμοί, οι πρώτες διαταγές που πήραν οι στρατιώτες μας ήταν να μην πυροβολήσουν, διότι επρόκειτο για άσκηση.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για προδοσία. Η χούντα και πολλοί συνεργάτες της στην Κύπρο ήξεραν το σχέδιο: Η Τουρκία θα επενέβαινε για να καταλάβει την επαρχία Κερύνειας, με το πρόσχημα του πραξικοπήματος και κάτω από την πίεση του τρομαχτικού γεγονότος της εισβολής θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών και θα καταλήγαμε στη διχοτόμηση, ώστε οι δύο κοινότητες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

Όπως συμβαίνει όμως συχνά σε ριψοκίνδυνους σχεδιασμούς, η εισβολή βγήκε εκτός σχεδίου κι εξελίχτηκε σ’ ένα τρομακτικό εφιάλτη που τραυμάτισε βαθιά τον κυπριακό λαό στο σύνολό του και περισσότερο βέβαια τους Ελληνοκύπριους. Ο τουρκικός στρατός προχώρησε πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπε ο συμφωνημένος σχεδιασμός και στο πέρασμά του έσπερνε το θάνατο και το χαλασμό. Τα πράγματα για τη χούντα πήγαν στράφι. Ο Ιωαννίδης με τα τσιράκια του εγκατέλειψαν το καράβι κι η Τουρκία πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, μη αφήνοντας στρατιωτικά ή πολιτικά περιθώρια ουσιαστικής δράσης στην κυβέρνηση που διαδέχτηκε τη χούντα στην εξουσία.  

Το ιστορικό περίεργο, που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, είναι γιατί ο πρόεδρος Μακάριος, ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει πραξικόπημα, δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να το αποτρέψει. Αλλά κι αν ακόμη θεωρήσουμε ότι ήταν αδύνατον να το αποτρέψει, παραμένει άλλο ένα ερώτημα αναπάντητο: Ο Μακάριος ήξερε ότι επρόκειτο να γίνει τουρκική εισβολή. Όχι μόνο γιατί το είχε πει ο ίδιος στις ομιλίες του πριν από το πραξικόπημα, αλλά και διότι ήξερε (όλοι το ήξεραν) ότι τα τουρκικά πλοία βρίσκονταν ήδη στα ανοικτά της Κερύνειας.  Γιατί λοιπόν,  μιλώντας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, τόνισε με έμφαση ότι η Ελλάδα έκανε εισβολή στην Κύπρο και κάλεσε το Συμβούλιο να λάβει μέτρα αποκατάστασης της συνταγματικής τάξεως; Γιατί δεν βρήκε άλλους πολιτικούς – διπλωματικούς  τρόπους να καταγγείλει το πραξικόπημα και να αποτρέψει την τουρκική εισβολή, παρά μόνο πρόσθεσε κι αυτός στο πρόσχημα που αναζητούσε η Τουρκία; Το ερώτημα αυτό, μαζί με πολλά άλλα εξίσου καυτά ερωτήματα, δεν μπορεί να απαντηθεί ενόσω κρίσιμα έγγραφα και μαρτυρίες για το Φάκελο της Κύπρου παραμένουν απόρρητα και μη προσβάσιμα.

Το ερώτημα είναι γιατί κάποιοι δικοί μας να ήθελαν τότε ή να θέλουν ακόμη και σήμερα τη διχοτόμηση;  Προφανώς διότι πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε μαζί κράτος με τους Τούρκους κι ότι η Τουρκία – ως κακόπιστη, εχθρική χώρα- θα ελέγχει την Κύπρο εις βάρος των δικών μας συμφερόντων. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι η Τουρκία δεν θέλει διχοτόμηση, αλλά λύση του Κυπριακού τέτοια που να της επιτρέπει να χειραγωγεί την Κύπρο. Πρόκειται για πολιτική απάτη, διότι αν η Τουρκία είχε ως πρώτιστο στόχο να ελέγξει το επίσημο κράτος της Κύπρου, πολύ απλά θα έστελνε τους Τουρκοκύπριους πίσω στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι το Σύνταγμα της χώρας μας είναι τέτοιο που επιτρέπει στην Τουρκία να ελέγχει εμμέσως τη λειτουργία του κράτους.

Η Τουρκία θέλει πρωτίστως της διχοτόμηση και έχει ως σχέδιο β’ μια ομοσπονδία που να μοιάζει περισσότερο με συνομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Γιατί; Διότι με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ανεξέλεγκτα να μεταβάλει το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού, κουβαλώντας εποίκους διπλάσιους ή τριπλάσιους σε αριθμό από τους Ελληνοκύπριους, θα μετατρέψει δηλαδή τη νήσο Κύπρο σε τουρκικό νησί με ελληνική μειοψηφία.  Ταυτόχρονα θα αναπτύξει την οικονομία της τουρκικής επαρχίας (ή ανεξάρτητης χώρας) στην Κύπρο σε όλους τους τομείς, ώστε να μας ανταγωνίζεται και να υπερισχύσει της δικής μας οικονομίας, με μακροπρόθεσμο στόχο να οδηγήσει την ελληνική μειοψηφία του νησιού σε μαρασμό και φθίνουσα πορεία.

Όσοι αγαπούν αυτό τον τόπο θα πρέπει να βγάλουν από το μυαλό τους τη σκέψη ότι η διχοτόμηση μπορεί και να μην είναι και τόσο κακή λύση. Είναι η χειρότερη. Σκοπός μας θα πρέπει να είναι μια εφικτή λύση του Κυπριακού όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να μην παγιώσει οριστικά ο χρόνος τη διχοτόμηση. Μια λύση στη συμφωνημένη βάση της ομοσπονδίας, στην οποία όμως θα εφαρμόζονται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και δεν θα επιτρέπει στην Τουρκία άμεση ή έμμεση παρέμβαση στα του κυπριακού κράτους.

Επειδή μια τέτοια λύση βασίζεται πάνω στις διεθνείς αρχές της νομιμότητας και ηθικής κι επειδή η Τουρκία βρίσκεται αυτό τον καιρό σε δυσχερή θέση, πρέπει εδώ και τώρα να βρούμε τους διπλωματικούς μοχλούς πίεσης, ώστε να επιτευχθεί τάχιστα αυτή η λύση, που θα είναι προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου, τόσο της ελληνικής όσο και της τουρκικής κοινότητας του νησιού. Διότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και τις γενιές που έρχονται.  

Το ατιμώρητο έγκλημα κι η πορεία προς τη διχοτόμηση…

ΕΙΣΒΟΛΗ - ΦΩΤΟ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣαν σήμερα, πριν από 40 χρόνια, μας ξύπνησαν χαράματα οι φοβερές εκρήξεις της δεύτερης φάσης της τούρκικης εισβολής. Ο τουρκικός στρατός προέλαυνε εκτοπίζοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Στο πέρασμά του σκορπούσε τον τρόμο, με δολοφονίες αθώων ανθρώπων κι αμέτρητους βιασμούς γυναικών.  Ήταν το “επίτευγμα” της χούντας, το επιστέγασμα της προδοσίας, εκείνων που ενεθάρρυναν τη βία διακηρύσσοντας την Ένωση, ενώ είχαν στον νου τους τη ΔΙΠΛΗ ΕΝΩΣΗ, δηλαδή τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Με ψέματα κι απατηλά συνθήματα καπηλεύονταν τα ονόματα των πραγματικών ηρώων, εκείνων που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία αυτού του τόπου και προετοίμαζαν το έδαφος για το πραξικόπημα, που θα έδινε στην Τουρκία το πρόσχημα να εισβάλει στην Κύπρο. Έτσι ώστε η διχοτόμηση να έρθει όχι σαν μια λύση που τη θέλαμε (ποιος θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο στο λαό;), αλλά σαν μια λύση που επιβλήθηκε με τη δύναμη των όπλων…

Το αίμα των αθώων κι ο αβάσταχτος πόνος, οι τραυματικές εμπειρίες των ανθρώπων που είδαν κατά πρόσωπο το κτήνος του πολέμου, ο εκτοπισμός που οδήγησε 150 χιλιάδες ανθρώπους στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στη συνέχεια στους συνοικισμούς σκοτώνοντας τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο για τους ίδιους και τα παιδιά τους, ο βιασμός της ιστορίας και η εθνοκάθαρση σε ένα κομμάτι του ελληνισμού με ιστορία χιλιάδων χρόνων, εκείνο το φριχτό έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, έμεινε ατιμώρητο… Ποτέ και κανένας δεν καταδικάστηκε σε δικαστήριο…

Πώς φτάσαμε μέχρι την μεγάλη προδοσία του πραξικοπήματος, ποιος ήταν ο ρόλος που έπαιξαν οι τότε πρωταγωνιστές των γεγονότων από το 1955 μέχρι το 1974, ο Μακάριος, ο Γρίβας, οι πολιτικοί της εποχής, η χούντα, η ΕΟΚΑ Β’ και οι ξένες δυνάμεις, ποια λάθη τους ήταν ανθρώπινα κι απρόβλεπτα και ποια ήταν σκόπιμα για να οδηγήσουν την Κύπρο στη διπλή ένωση, ποιοι έλεγαν άλλα στο λαό και άλλα είχαν στο νου τους, ποιοι γνώριζαν και σε ποιο βαθμό το μέγεθος της προδοσίας και πόσο ήταν αναμεμειγμένοι σ’ αυτήν, είναι γεγονότα που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει πλήρως…

Το λεγόμενο “πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου” όπως αυτό βγήκε από την Βουλή των Ελλήνων και (ξεχωριστά) από την κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είναι βέβαιο ακόμη ότι πληροί τις προδιαγραφές της αντικειμενικής ιστορικής τεκμηρίωσης και πολλά ερωτηματικά εξακολουθούν να αιωρούνται, καθώς ακόμη η πληγή παραμένει ανοικτή, με το Κυπριακό άλυτο και την πορεία προς τη μόνιμη διχοτόμηση να συνεχίζεται…