Αρχείο ετικέτας Τουρκική Εισβολή

Χίλιες και μια ήττες…

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βεζύρης που απέκτησε τόση δύναμη ώστε κατάφερε τελικά να γίνει σουλτάνος μέγας και τρανός εκεί στην ανατολή, όπου βρισκόταν η χώρα του…» Κάπως έτσι θα ξεκινούσε η Χαλιμά το παραμύθι του «σουλτάνου» Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που πήραν τα μυαλά του αέρα, όταν συνειδητοποίησε ότι κατάφερε τα ακατόρθωτα: να γίνει ένας ισχυρός πρωθυπουργός, έπειτα από δεκαετίες πολιτικής αστάθειας στην Τουρκία, να αποδυναμώσει τους πανίσχυρους, συστημικούς κεμαλιστές πολιτικούς, να ξηλώσει το βαθύ κράτος του στρατιωτικού κατεστημένου και να καταλάβει τελικά τη θέση του προέδρου ένα βήμα πριν από την μετατροπή του πολιτεύματος της χώρας σε προεδρική δημοκρατία, με το θεσμό του προέδρου να αποκτά ευρείες εξουσίες.

Κάπου εκεί ο Ερντογάν πίστεψε πως έγινε παντοδύναμος θεία χάριτι. Αυτό συμβαίνει συνήθως, όταν ένας ηγέτης δεν διαθέτει το κερί του ομηρικού Οδυσσέα για να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες της  εξουσίας που τις λένε έπαρση, ματαιοδοξία κι αυταπάτη. Έχοντας κυριολεκτικά ξεφύγει, παραβίασε τη θύρα ασφαλείας της σύνεσης και μπήκε σαν διαρρήκτης στο ρετιρέ της αλαζονείας και της ύβρεως, στο μπαλκόνι του οποίου ένιωσε την υπερκόσμια αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να πετάξει.

Πίστεψε ότι, όπως τα κατάφερε στην Τουρκία, θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να γίνει και ηγέτης του ισλαμικού κόσμου. Είναι γεγονός ότι του ήρθε καπάκι κι η «αραβική άνοιξη», την οποία εξέλαβε προφανώς σαν συμπαντικό σημείο, σαν θείο κάλεσμα. Επιχείρησε λοιπόν να πουλήσει στους Άραβες τον ίδιο τσαμπουκά που εύκολα είχαν αγοράσει από αυτόν πριν οι Τούρκοι ψηφοφόροι. Σύντομα όμως έφαγε τα μούτρα του, με αλλεπάλληλες ήττες σε όλα τα επίπεδα κι άρχισε ευλόγως να υποψιάζεται πως ίσως δεν ήταν στραβός ο γυαλός αλλά μάλλον πως στραβά αρμένιζε ο ίδιος. Τότε, χωρίς κανένα δισταγμό, φόρτωσε την παταγώδη αποτυχία της τουρκικής στρατηγικής στον Νταβούτογλου, που ήταν αρχικά υπουργός εξωτερικών και στη συνέχεια πρωθυπουργός και τον έστειλε πακέτο στο πουθενά.

Αποφάσισε να το πάρει επάνω του, να αναδιπλωθεί διπλωματικά και άλλως πως και να διεκδικήσει ξανά τον ρόλο του περιφερειάρχη, δείχνοντας εμπράκτως τη δυσαρέσκειά τους προς τους Αμερικάνους, τον προστατευόμενό τους Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τους οποίους προφανώς θεωρεί υπαίτιους για την κακοδαιμονία του. Άρχισε άμεσα να φλερτάρει τη Ρωσία, αφού πρώτα ζήτησε δουλικά συγνώμη για την κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους στη Συρία. Ο Πούτιν ανταποκρίθηκε στο φλερτ, ξέροντας ότι αυτό θα προκαλέσει εκνευρισμό κι ανησυχία στους δυτικούς αλλά και ότι θα επιβαρύνει ακόμη πιο πολύ τη θέση του κατά φαντασίαν σουλτάνου, ο οποίος στα μάτια των Δυτικών μοιάζει με ταύρο εν υαλοπωλείω, ιδιαίτερα μετά την θρασύτατη εισβολή του στο ΙΡΑΚ ενάντια στους συνεργαζόμενους με τους Αμερικάνους, Κούρδους.

Πιστεύοντας ότι έχει δέσει το γάϊδαρό του με τους Ρώσους, ο Ερντογάν εισέβαλε στη συνέχεια στο Αφρίν της Συρίας για να κυνηγήσει τους Κούρδους, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι του έδωσε πράσινο φως ο Πούτιν. Αν είναι δυνατόν ο προστάτης του Άσαντ, Πούτιν, να έδωσε με ειλικρινείς προθέσεις πράσινο φως σε έναν ορκισμένο εχθρό του Άσαντ να εισβάλει στη χώρα του προστατευόμενού του. Την ίδια στιγμή μάλιστα που ο Άσαντ καταδικάζει την τουρκική εισβολή και στέλνει τον εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο από τους Ρώσους στρατό του να την αναχαιτίσει. Πάντως ο Ρώσος ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ, αμέσως μετά τον ισχυρισμό του Ερντογάν,  δήλωσε ότι η Τουρκία έπρεπε να συνεννοηθεί πρώτα με την κυβέρνηση του Άσαντ και ότι κατανοεί παράλληλα τα δίκαια των Κούρδων. 

Ο Ερντογάν παίζει εδώ και χρόνια με τη φωτιά κι ενόσω δεν καίγεται όλο και πιο πολύ αποθρασύνεται. Έχει παρεξηγήσει την έννοια του διπλωματικού τακτικισμού κι εκλαμβάνει τους ελιγμούς συμμάχων και εχθρών του σαν αδυναμία μπροστά στη δική του αποφασιστικότητα και ισχύ. Δεν αντιλαμβάνεται ή δεν θέλει να αντιληφθεί ότι, τόσο οι Δυτικοί όσο και οι Ρώσοι, τον θεωρούν αναξιόπιστο κι επικίνδυνο κι ότι στην πραγματικότητα του την έχουν στημένη. Εν ευθέτω χρόνω θα το ανακαλύψει «the hard way» που λένε οι Αμερικάνοι. Τότε όμως θα είναι ίσως πολύ αργά για τον ίδιο, αν όχι και για την Τουρκία. 

1

Μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, επιλέγωμεν την ατίμωσιν συνοδεία πορδής.

Ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής του 1974 συγκλήθηκε στη Γενεύη διάσκεψη για την Κύπρο με τη συμμετοχή των εγγυητριών δυνάμεων και των δύο κοινοτήτων, με σκοπό τη λύση του Κυπριακού. Η κατάσταση για την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν τραγική, αφού οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις είχαν ήδη δημιουργήσει προγεφύρωμα στην Κερύνεια και παραβίαζαν συνεχώς την εκεχειρία καταλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερα εδάφη, ξεσπιτώνοντας με ασύμμετρη βία τους Ελληνοκύπριους.

Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα της χούντας στις 15 Ιουλίου 1974 και η ομιλία του νόμιμου προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ης Ιουλίου, που έδωσαν στην Τουρκία το πρόσχημα για να ενεργοποιήσει -κατά τη δική της αυθαίρετη κρίση- το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης και να εισβάλει στο νησί.

Ο Γλαύκος Κληρίδης, προεδρεύων της Δημοκρατίας (μετά την πτώση των πραξικοπηματικών κυβερνήσεων σε Ελλάδα και Κύπρο), θεωρούσε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν πια να γυρίσουν πίσω, δηλαδή στις συνομιλίες για επιστροφή των Τ.Κ. στην ενιαία Κυπριακή Δημοκρατία κι ότι, ως εκ τούτου, η αποδοχή της ομοσπονδίας, ως βάσης για λύση, ήταν αναπόφευκτη. Ήξερε ακόμη πως, αν απέρριπτε ασυζητητί την τουρκική πρόταση για δικοινοτική ομοσπονδία στην Κύπρο, ο τουρκικός στρατός θα προέλαυνε, για να καταλάβει τα εδάφη που ήθελε, ανατολικά προς Καρπασία, νοτιοανατολικά προς Αμμόχωστο, νότια προς τη Λευκωσία και δυτικά προς τη Μόρφου.

Ρώτησε λοιπόν παρασκηνιακά από τους Βρετανούς και τους Ρώσους αν θα βοηθούσαν στρατιωτικά στην αποτροπή μιας νέας τουρκικής προέλασης. Οι Βρετανοί καταδίκασαν τη χρήση στρατιωτικής βίας εκ μέρους της Τουρκίας, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να λάβουν άλλα μέτρα πέρα από το να υποβοηθήσουν στις διαπραγματεύσεις για λύση. Οι Ρώσοι τού είπαν ότι η Σοβιετική Ένωση μόνο σε συνεργασία με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση, γνωρίζοντας βέβαια ότι οι Αμερικάνοι δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν κάτι τέτοιο.

Κάτω από το βάρος εκείνων των εντελώς αρνητικών δεδομένων ο Κληρίδης προσπάθησε να πείσει τους δικούς μας, δηλαδή τον Μακάριο, τους λοιπούς Ελληνοκύπριους πολιτικούς παράγοντες και την Ελλάδα (του Καραμανλή πλέον), ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, παρά να αποδεκτούν κατ’ αρχήν την ομοσπονδία, ως βάση λύσης και πάνω σ’ αυτή τη βάση να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Όπως μάλιστα είπε σε συνέντευξή του  ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο Κληρίδης τούς ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος να αποδεκτεί την ομοσπονδία και να αυτοκτονήσει αλλά ο ίδιος (ο Βάσος Λυσσαρίδης) τον προέτρεψε να αυτοκτονήσει μεν αλλά να μην την αποδεχτεί. Η απάντηση του Μακαρίου και των Ελληνοκυπρίων παραγόντων ήταν ένα βροντερό ΟΧΙ.

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ήταν αρνητικός στην αποδοχή της ομοσπονδίας, αλλά ο  υπουργός εξωτερικών, Γεώργιος Μαύρος (που προερχόταν από την Ένωση Κέντρου), ταυτίστηκε πλήρως με τη θέση του Μακαρίου κι έκανε την περίφημη δήλωση ότι «μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, η Ελλάς δεν έχει επιλογήν». Ο Κληρίδης δεν είχε την εξουσιοδότηση ούτε καν να προφέρει ότι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και την λύση ομοσπονδίας μαζί με άλλες ιδέες. Προσπάθησε παρόλα αυτά να κερδίσει χρόνο. Είπε στη διάσκεψη ότι ήθελε να του δοθεί χρονικό περιθώριο 48 ωρών για να διαβουλευθεί με τον Μακάριο και τους άλλους Ελληνοκύπριους παράγοντες κι ότι θα εξέταζε όλες τις προτάσεις «με ανοιχτό μυαλό». Ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Τουράν Γκιουνές, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν επρόκειτο να εμποδίσει την τουρκική προέλαση, θεώρησε την απάντηση αρνητική κι αρνήθηκε να παραχωρήσει έστω κι αυτό το μικρό  χρονικό περιθώριο.

Έτσι, τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974 ξεκίνησε η δεύτερη και πιο βάρβαρη φάση της τουρκικής εισβολής, στην οποία ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το 36% του εδάφους της Κύπρου, σκοτώνοντας χιλιάδες ανθρώπους, στρατιώτες και γυναικόπαιδα, βιάζοντας γυναίκες κάθε ηλικίας και ξεσπιτώνοντας τελικά 160 χιλιάδες Ελληνοκύπριους από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ο πόλεμος λοιπόν είχε αρχίσει. Όμως η Ελλάδα δεν ήταν εκεί… Η βαρύγδουπη δήλωση του Γεώργιου Μαύρου αποδείχτηκε κενό σύνθημα, μια διπλωματική μπλόφα, η οποία αποδείχτηκε τελικά σκέτη πορδή, αφού μεταξύ του πολέμου και της ατιμώσεως, η Ελλάς προτίμησε τελικώς την ατίμωσιν…  Ήταν μια μπλόφα την οποία βεβαίως δεν πίστεψε κανείς από τους εμπλεκόμενους, παρά μόνο ο δύστυχος κυπριακός ελληνισμός, την ώρα που τον βομβάρδιζαν τα τουρκικά μαχητικά και περίμενε με αγωνία την Ελλάδα να επέμβει…

Την ώρα που ο Τούρκος ξεκινούσε τις μηχανές των τανκ κι απογείωνε από τη Μερσίνα τα Fantom για να πραγματοποιήσει την εφιαλτική δεύτερη φάση της εισβολής, η Ελλάδα, ο Μακάριος και άλλοι παρίσταναν τους μάγκες στα λόγια, καθώς οι ίδιοι ήταν πολύ μακριά από την κόλαση της εισβολής και το μάρμαρο το πλήρωσε τελικά ο δυστυχής λαός, καλός κι αγαπημένος, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδωμένος. Καμία εναλλακτική στρατηγική δεν είχαν, κανένα ουσιαστικό σύμμαχο, καμία άλλη πόρτα να χτυπήσουν. Είπαν ένα στείρο κι άγονο ΟΧΙ κι άφησαν τον κοσμάκη να καίγεται.

Πολλοί θεωρούν πως το ΟΧΙ υπό την απειλή βίας ήταν μια αξιοπρεπής απάντηση, έστω κι αν η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτή την απάντηση ως πρόσχημα για να προχωρήσει στη βίαιη κατάληψη εδάφους μεγαλύτερου από εκείνου που ήταν διατεθειμένη να δεχτεί σε μια τελική λύση ομοσπονδίας.  Αν όμως εκείνη ήταν η πρέπουσα, η αξιοπρεπής απάντηση των Ελληνοκυπρίων, τότε γιατί ο Μακάριος ήρθε τρία χρόνια αργότερα (στις 12 Φεβρουαρίου 1977) και συμφώνησε με τον Ντενκτάς την ομοσπονδία; Πού πήγε η αξιοπρέπεια; Πού πήγε η εθνική περηφάνεια; Αν ήταν για να την αποδεχτεί τελικά, γιατί δεν το έκανε την κρίσιμη εκείνη ώρα της φωτιάς;

Κάνω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι είχε ιστορικό ο Μακάριος στο να αποφασίζει ή να μετανιώνει συνήθως άκαιρα… Το 1956 υπαναχώρησε από τη συμφωνία του με τους Άγγλους για παραχώρηση αυτοκυβέρνησης. Ήθελε Ένωσιν και μόνον Ένωσιν. Συνεχίστηκε λοιπόν ο αγώνας της ΕΟΚΑ, τα παλληκάρια συνέχισαν να σκοτώνονται για την Ένωσιν και 3 χρόνια μετά ο Μακάριος αποφάσισε ότι τον αρκεί και η ανεξαρτησία. Το 1959 υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου για ανεξαρτησία και 3 χρόνια αργότερα αποφάσισε ότι ήθελε να αλλάξει το Σύνταγμα που ο ίδιος συμφώνησε. Το 1964, μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία, διακήρυξε ξανά την Ένωση.  Παρόλα αυτά, το  1968 ξεκίνησαν συνομιλίες για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία… Όταν οι διαπραγματευτές Κληρίδης και Ντενκτάς έφτασαν σε συμφωνία, με την οποία οι Τ/κ αποδέχονταν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αυτός πήγε σε εθνικό μνημόσυνο στην Γιαλούσα και διακήρυξε ξανά «Ένωσιν και μόνον Ένωσιν». Όταν 7 μήνες αργότερα έγινε η εισβολή, ο Μακάριος επέστρεψε στην ιδέα της επιστροφής των Τ/κ στην Κυπριακή Δημοκρατία και απέρριψε την ομοσπονδία, την οποία δέχτηκε όμως 3 χρόνια αργότερα, αλλά στην ομιλία του στην επέτειο της εισβολής, 5 μήνες μετά, φάνηκε σαν να άλλαξε γνώμη πάλι και μιλούσε για μακροχρόνιο αγώνα… Δυστυχώς ο Μακάριος απεβίωσε λίγες ημέρες μετά την τελευταία του ομιλία, σε ηλικία 64 ετών και έτσι δεν μάθαμε ποτέ αν εννοούσε αυτά που έλεγε στην ομιλία ή αν θα άλλαζε ιδέα πάλι. Χωρίς σε καμία περίπτωση να προσπερνώ τις τεράστιες ευθύνες της ελληνικής χούντας, του Γεώργιου Γρίβα, της ΕΟΚΑ Β’ και άλλων, επισημαίνω ότι ηγέτης αυτού του λαού ήταν ο Μακάριος και δυστυχώς τις παλινωδίες του ο κυπριακός λαός τις πλήρωσε με αίμα.

Επιστρέφω στο τραγικό καλοκαίρι του 1974 για να επισημάνω ότι, στη σημειολογία της πολιτικής, ο χειρισμός του Μακαρίου διά του Κληρίδη και της Ελλάδος διά του Γεωργίου Μαύρου, ήταν σαν να προσπαθείς να ρίξεις ένα τοίχο χτυπώντας τον με το κεφάλι σου. Καθώς δεν μπορούσαμε να αναχαιτίσουμε την τουρκική εισβολή και δεν είχαμε τη βοήθεια κανενός, ούτε της Ελλάδας, η μόνη εναλλακτική επιλογή ήταν ο διπλωματικός ελιγμός. Η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αποδεκτεί τουλάχιστον να εξετάσει την ιδέα της ομοσπονδίας (την οποία έτσι κι αλλιώς αποδέκτηκε αργότερα) σαν βάση λύσης, ώστε να αφαιρέσει από την Τουρκία το πρόσχημα για την δεύτερη εισβολή. Ίσως ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί το θανατικό, η καταστροφή και η βίαιη κατάληψη της πατρίδας μας. Βεβαίως ούτε ο Μακάριος, ούτε η ελληνική κυβέρνηση, ούτε κανείς απο τους λοιπούς πολιτικούς παράγοντες αυτού του τόπου είχαν την πολιτική ωριμότητα, κάτω μάλιστα κι από τη φοβερή πίεση των γεγονότων, να σκεφτούν πολιτικά. Όρθωσαν το κεφάλι μας (του λαού, όχι το δικό τους) περήφανα μπροστά στην τουρκική χατζάρα κι ο Τούρκος, με ένα χραπ, το έκοψε.

Η Τουρκία κατέλαβε η μισή Κύπρο κι από τότε αλλάζει το δημογραφικό της χαρακτήρα με τον εποικισμό, την εκτουρκίζει θρησκευτικά και πολιτισμικά, διατηρεί εδώ 40 χιλιάδες στρατό και στοχεύει ξεκάθαρα στην διχοτόμηση. Δεν έχει για τον κυπριακό Ελληνισμό πιο ατιμωτική κατάσταση από αυτή κι όμως, οι δικοί μας θεωρούν ότι αποτελεί εθνικη αξιοπρέπεια και περηφάνεια να βομβαρδίζουν την Τουρκία με πορδές, δηλαδή με κούφια λόγια και συνθήματα, αντί να δουν με ποιο τρόπο θα ελευθερώσουν αυτό τον τόπο. Βεβαίως όλοι τούτοι, που διεκδικούν την ψήφο μας, ξέρουν πολύκαλά ότι με τα κούφια συνθήματα δεν πρόκειται να φύγει η Τουρκία από την Κύπρο. Ξέρουν όμως επίσης πολύ καλά ότι δυστυχώς αυτά τα συνθήματα ακούγονται ωραία στα αυτιά μιας μεγάλης αφελούς μάζας αυτού του λαού, που συνηθίζει να αγοράζει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

 

Τους έστειλαν στο θάνατο οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού.

Στις 21 Απριλίου 1967 μια κλίκα συνταγματαρχών έκανε πραξικόπημα και κατέλυσε τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Κατάργησε τη βουλή και τις εκλογές κι εγκαθίδρυσε δικτατορικό καθεστώς. Έβαλε την Ελλάδα «στο γύψο μέχρι να θεραπευθεί», όπως είπε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του καθεστώτος Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η χούντα υπήρξε το πιο γρήγορο κι αποτελεσματικό βαποράκι για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ενός στόχου που είχαν διακηρύξει οι Τούρκοι από τη δεκαετία του 1950 αλλά και είχαν επίσης υιοθετήσει συγκεκαλυμμένα πολιτικοί και στρατιωτικού κύκλοι στην Κύπρο και στην Ελλάδα, με στόχο την κατάργηση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και την επιβολή της διπλής ένωσης, των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα και των Τουρκοκυπρίων με την Τουρκία.  Η ταύτιση των κύκλων αυτών με το τουρκικό βαθύ κράτος και την τουρκοκυπριακή ακροδεξιά, αφορούσε μεν τον ίδιο στόχο, τη διχοτόμηση, αλλά για διαφορετικούς λόγους. 

Σκοπός της Τουρκίας ήταν να αποκτήσει με τη διχοτόμηση απρόσκοπτη πρόσβαση στην Κύπρο και (ανεξέλεγκτη) χρήση τής τουρκικής περιοχής με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις στρατηγικές της επιδιώξεις.  Από την άλλη, οι Έλληνες ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα ή έστω ένα αμιγώς ελληνικό κράτος, στο οποίο να μην μπορούν να ανακατεύονται με κανένα τρόπο οι Τούρκοι, έστω κι αν για να γίνει αυτό θα έπρεπε, σαν τίμημα, να δοθεί κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία. Έπρεπε όμως να γίνει με τρόπο βίαιο, με επέμβαση δηλαδή της Τουρκίας, χωρίς τη δική μας συναίνεση ή υπογραφή. Μια σειρά επεισοδίων που παίχτηκαν από το 1963 μέχρι και το 1974 κι οδήγησαν το λαό σε συγκρούσεις, θάνατο και πόνο, έδωσαν στην Τουρκία όλα εκείνα τα προσχήματα που χρειαζόταν για να διχοτομήσει την Κύπρο, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλιου 1974, που έδωσε στον Μπουλέντ Ετζεβίτ την αφορμή για την επιχείρηση «Αττίλας», όπως ήταν το κωδικό όνομα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο του 1967, έξι μήνες μετά που ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία στην Ελλάδα η χούντα, η κυπριακή Εθνική Φρουρά, με επικεφαλής τον στρατηγό Γρίβα, διενήργησε μια επιχείρηση φιάσκο στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, βάλλοντας εναντίον αμάχων, κυρίως γυναικοπαίδων. Η κατακραυγή που προκλήθηκε διεθνώς έδωσε όπλα στην τουρκική προπαγάνδα, με αποτέλεσμα η χούντα να αποσύρει από την Κύπρο την Ελληνική Μεραρχία, η οποία είχε εγκατασταθεί κρυφά στο νησί επί διακυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Οι ακραφνώς εθνικόφρονες στρατιωτικοί απέσυραν με την ουρά στα σκέλια τον ελληνικό στρατό κι άφησαν την Κύπρο ανοχύρωτη πολιτεία εν μέσω διακοινοιτικών συγκρούσεων και απειλών της Άγκυρας για εισβολή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε κι άρχισαν οι γνωστές έριδες ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, η «ΕΟΚΑ Β'» με την παράνομη δράση της, οι συγκρούσεις μεταξύ αντιμακαριακών και μακαριακών κλικών κι οι απόπειρες δολοφονίας του προέδρου Μακαρίου, όλα δηλαδή εκείνα τα γεγονότα που αποσταθεροποίησαν το εσωτερικό μέτωπο, προφανώς όχι τυχαία. Όλα με την παρασκηνιακή υποστήριξη της χούντας που, ενώ είχε αποσύρει τη Μεραρχία από την Κύπρο κατά τρόπο άκρως ντροπιαστικό για τους Έλληνες, συνέχισε να παριστάνει τον θεματοφύλακα της εθνικής αξιοπρέπειας, σύμφωνα και με τη ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο του απατεώνα.

Όλοι συναγωνίζονταν ως προς το ποιος είναι ο πιο μεγάλος κι ο πιο γνήσιος πατριώτης, παραμένοντας βεβαίως όλοι προσηλωμένοι στο στόχο της Ένωσης με την Ελλάδα, οι μεν μακαριακοί τοποθετώντας το στόχο αυτό σε βάθος χρόνου οι δε αντιμακαριακοί επιδιώκοντάς τον «εδώ και τώρα». Εκείνοι που υποστήριζαν τη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν μειοψηφία. Μάλιστα τους χαρακτήριζαν και προδότες, οι τεράστιοι πατριώτες που κατέβαζαν και ποδοπατούσαν ή έκαιγαν την σημαία της Κύπρου όπου την συναντούσαν. 

Μέσα σ’ εκείνη την παράνοια, τον Νοέμβριο του 1973 οι διαπραγματευτές Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς, στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών, έφτασαν σε προσυμφωνία για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία είχαν αποχωρήσει κάνοντας ανταρσία το 1964,  με αφορμή την αξίωση του Μακαρίου για αλλαγή 13 σημείων του Συντάγματος. Η προσυμφωνία προέβλεπε ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αποδέχονταν τις 12 από τις 13 αλλαγές που ήθελε ο Μακάριος αλλά, όπως ήταν επόμενο, κανείς δεν την επικρότησε. Για τη χούντα και την αντιμακαριακή παράταξη όποια συμφωνία παρένειτε τη ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέβαλλε την Ένωση συνιστούσε «προδοσία», ενώ ο Μακάριος, από την πλευρά του, μη θέλοντας  βεβαίως να υστερήσει σε πατριωτισμό, έσπευσε να διακηρύξει ξανά, σε εθνικό μνημόσυνο στη Γιαλούσα, ότι στόχος μας παραμένει «η Ένωσις και μόνον η Ένωσις». Επτά μήνες αργότερα συνέβη το πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά.

Καθώς βλέπω στην τηλεόραση κάθε σαββατοκύριακο τις κηδείες των ταυτοποιηθέντων αγνοουμένων μας της τουρκικής εισβολής, λυπάμαι βαθιά γιατί τα παιδιά εκείνα στάλθηκαν σαν πρόβατα στη σφαγή, σε μια κατάσταση που ήταν, όπως όλα δείχνουν, στημένη, αναμφίβολα προδομένη. Λυπάμαι ακόμη περισσότερο όταν σκέφτομαι ότι πολλοί έμειναν για δεκαετίες αγνοούμενοι, με τις μάνες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους να τους περιμένουν, ενώ ήταν γνωστό στην πολιτεία ότι ήταν νεκροί. Τους άφησαν μέσα στον κατάλογο για φθηνούς μικροπολιτικούς λόγους, για να υπάρχει εκεί το πρόβλημα, για να μπορούν οι πανηγυριώτες του ψευδοπατριωτισμού να πουλάνε στον αφελή κι ευκολόπιστο λαό την πραμάτεια τους.

Φορώντας τις φουστανέλες του πατριωτισμού που τους βόλευε, έκαναν όλοι το σώου τους, οι απατεώνες του Σάμιουελ Τζόνσον. Βάφτισαν τη διχοτόμηση με διάφορα πατριωτικά ονόματα: «‘Ενωση», «Μακροχρόνιο Αγώνα», «εθνική αξιοπρέπεια», «εθνική περηφάνεια», «διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας» κτλ κτλ. «Αγωνιζόμενοι για την εθνική μας δικαίωση» κατέφαγαν τα πάντα, διέβρωσαν το κράτος εξευτέλιζοντας τους θεσμούς του, θεμελίωσαν την κομματοκρατία, καθιέρωσαν την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι, εγκαθίδρυσαν την διαπλοκή και κάλυψαν τη διαφθορά. Προκάλεσαν σε τούτο το λαό τις χειρότερες συμφορές: τον έσυραν σε διακοινοτικές συγκρούσεις, σε πόλεμο, σε θάνατο, πόνο, κλάμα, οικονομικές καταστροφές και συνεχίζουν μασκαρεμένοι να μας δουλεύουν, οδηγώντας μας στη χειρότερη συμφορά από όλες τις προηγούμενες, στη συμφορά που θα καταστήσει μεν την Κύπρο τουρκικό νησί, αλλά μέχρι τότε αυτοί θα έχουν κάνει την πολιτική ή οικονομική «μπάζα» τους: Στη διχοτόμηση. 

 

1

Να απαντήσουν οι αγωνιστές της σούβλας…

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΛΑΙΝΕΕίναι φανερό πως η βλακεία κι η «αππωμάρα», τα μυαλά δηλαδή που μας οδήγησαν σε εθνικές τραγωδίες, δεν καταλαβαίνουν τίποτα και συνεχίζουν την λιτανεία γύρω από το νεκροταφείο της αυτοκαταστροφής μας. Επανέρχομαι ως εκ τούτου στη συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να παραδεχτούμε ότι Ελληνοκύπριοι προδότες διέπραξαν ωμότητες και δολοφονίες εναντίον Τουρκοκυπρίων αμάχων, στη διάρκεια της εγκληματικής τουρκικής επιδρομής και κατάληψης της Κύπρου, ή και πιο πριν ακόμη, στην περίοδο των συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Θέλω να υποβάλω 4 απλές ερωτήσεις και περιμένω σαφείς και επί της ουσίας απαντήσεις από τους πατριώτες της πάρλας, τους αγωνιστές του φραπέ και του απόλυτου τίποτα, εκείνους που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνεχίζει η Τουρκία να κρατά τη μισή Κύπρο και να την τουρτζιέφκει, αλλά νευριάζουν με όποιον θέλει να λυθεί το Κυπριακό και τον σκυλοβρίζουν, αυτούς τους  υποκριτές που αυταπατώνται ότι εκτελούν το καθήκον τους απέναντι στην πατρίδα με το να κάθονται στους καφενέδες ή στο φαΐ (κατά προτίμηση στη σούβλα) κι απλά να σκυλοβρίζουν τους Τούρκους, διότι νομίζουν ότι οι βρισιές είναι κάτι σαν … σφαίρες κι ότι επομένως όσο πιο βαριά βρίζουν τόσο πιο πολλές σφαίρες ρίχνουν για την απελευθέρωση του τόπου μας, άσχετα αν στην ουσία δεν κάνουν απολύτως ΤΙΠΟΤΑ και με αυτό το ΤΙΠΟΤΑ εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Τουρκίας, που θέλει την μονιμοποίηση της διχοτόμησης και τη μετατροπή της Κύπρου σε τουρκικό νησί σε βάθος χρόνου.

Για την κάθε μου ερώτηση έχω τη δική μου απάντηση δίπλα, όμως περιμένω και τις δικές τους απαντήσεις σε αντιδιαστολή με τις δικές μου. Ρωτώ λοιπόν:

1.Ερώτηση: Έγιναν ή δεν έγιναν δολοφονίες Τουρκοκυπρίων; Απάντηση: Έγιναν. Αφού λοιπόν έγιναν, γιατί πρέπει να λέμε ότι δεν έγιναν; Ποιους θα κοροϊδέψουμε με το να λέμε ότι δεν έγιναν; Τους ξένους; Μα όποιος ξένος ενδιαφερθεί να μάθει, εύκολα θα ανακαλύψει ότι έγιναν και με το δίκιο του θα μας πει ψεύτες. Θα κοροϊδέψουμε τους εαυτούς μας; Τα παιδιά μας; Ποιους;

2. Ερώτηση: Καλώς σκότωσαν μωρά, γυναίκες, γέροντες και άλλους άμαχους οι λεβέντες μας; Απάντηση: Όχι φυσικά! Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούνται οι δολοφονίες αθώων ανθρώπων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Πρόκειται για φριχτό και αποτρόπαιο έγκλημα. Είναι κανείς που πιστεύει παρόλα αυτά ότι καλώς έγιναν οι δολοφονίες; Αν ναι, τότε λυπάμαι να του πω ότι είναι ψυχοπαθής και πρέπει να τον κλείσουν στο φρενοκομείο, πριν αρπάξει κανένα αυτόματο κι αρχίσει να σκοτώνει αθώο κόσμο στους δρόμους.

3. Ερώτηση Υπάρχει κίνδυνος να ταυτιστεί ολόκληρη η ελληνοκυπριακή κοινότητα με τους εγκληματίες και τις πράξεις τους, αν παραδεχτούμε ότι έγιναν τα εγκλήματα; Απάντηση: ΟΧΙ, φυσικά! Ακριβώς το ΑΝΤΙΘΕΤΟ. Αν παραδεχτούμε ότι έγιναν εκείνα τα εγκλήματα και τα ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΟΥΜΕ, τότε μόνο απαλλασσόμαστε από τη συνενοχή. Ενόσω τα καλύπτουμε και τα κουκουλώνουμε, γινόμαστε όλοι συνυπεύθυνοι και συνένοχοι.

4. Ερώτηση: Για ποιο λόγο έγιναν τα εγκλήματα; Έχει προβληματιστεί κανείς από αυτούς που φωνάζουν να σιωπήσουμε; Την ώρα που ο τουρκικός στρατός, με τανκς και βαρύ οπλισμό και με την κάλυψη της πολεμικής αεροπορίας, προήλαυνε και κατελάμβανε πόλεις και χωριά της Κύπρου, σκορπώντας το θάνατο και την καταστροφή (και ήταν σε θέση – αν ήθελε- να καταλάβει ΟΛΟΚΛΗΡΗ την Κύπρο), ποιοι ήταν εκείνοι οι «μάγκες» και ΓΙΑΤΙ έμπαιναν σε Τουρκοκυπριακά χωριά – στα μετόπισθεν και μακριά από τις σφαίρες του κατακτητή- και σκότωναν γυναικόπαιδα;

Ποια είναι η απάντηση των υποκριτών σε τούτο το ερώτημα; Λένε, «μα τώρα θα εξισώσουμε τις ανόσιες πράξεις 5 ηλιθίων με τα εγκλήματα της Τουρκίας;» Έτσι, υπεραπλουστευμένα κι απλοϊκά. Πράξεις 5 ηλιθίων! Δεν θέλω να επεκταθώ σε τούτο το ζήτημα, αλλά όχι δεν ήταν 5 ηλίθιοι. Ήταν οργανωμένες ΠΡΟΔΟΤΙΚΕΣ πράξεις, που έγιναν για να δώσουν στην Τουρκία το πρόσχημα (ότι τάχα έπρεπε να προστατέψει τους Τουρκοκύπριους από τη σφαγή) για να προχωρήσει και να καταλάβει περισσότερο έδαφος, να φτάσει μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα και το Βαρώσι και να μαζέψει μέσα στα κατεχόμενα εδάφη όλους τους Τουρκοκύπριους. Δεν ήταν λοιπόν μόνο φονιάδες εκείνα τα κτήνη που έσφαζαν μωρά, αλλά και ΠΡΟΔΟΤΕΣ  που εξυπηρετούσαν τα τουρκικά συμφέροντα.

Αυτούς λοιπόν θέλουν να καλύψουν τούτοι που τσιριλλούν σήμερα και βρίζουν όσους λένε την αλήθεια; Θέλουν να καλύψουν τους φονιάδες-προδότες; Υποβαθμίζοντας τα εγκλήματά τους που έγιναν όχι μόνο εις βάρος των Τουρκοκυπρίων αλλά και εις βάρος των Ελλήνων, αφού τα έκαναν για να δώσουν τη μισή μας πατρίδα, τις δικές μας πόλεις και τα χωριά στην Τουρκία;

Αν τα πιο πάνω ερωτήματα βρεθεί ένας να μου τα απαντήσει πειστικά και με επιχειρήματα, τότε μπορεί να αλλάξω κι εγώ γνώμη και να σιωπήσω.

Προσοχή όμως! Μην τολμήσει κανείς να αρχίσει πάλι τις ανοησίες ότι σκοπός μου είναι να καλύψω την Τουρκία ή να της δώσω άλοθι ή ότι είμαι «τουρκολάγνος» και άλλα τέτοια αρρωστημένα, διότι η θέση μου είναι σαφέστατη και δεν παρερμηνεύεται:

ΚΑΝΕΝΑ ελαφρυντικό και ΚΑΜΙΑ δικαιολογία δεν υπάρχει για τα φριχτά και ΤΡΙΣΧΕΙΡΌΤΕΡΑ εγκλήματα που διέπραξε η Τουρκία με το στρατό της, καθώς επίσης και Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές εις βάρος του ελληνικού άμαχου πληθυσμού της Κύπρου. Συνεπώς ας μην «τοποθετήσουν» στο στόμα και στο μυαλό μου δικές τους νοσηρές φαντασιώσεις, προκειμένου να μου απαντήσουν πιο εύκολα και με τον γνωστό τρόπο που ξέρουν να απαντούν, δηλαδή με αρλούμπες και βρισιές.

Περιμένω να μου εξηγήσουν πειστικά για ποιο λόγο πρέπει να λέμε ψέματα στα παιδιά μας ότι δεν έγιναν εκείνα τα εγκλήματα, για ποιο λόγο πρέπει να καλύπτουμε τους φονιάδες-προδότες που τα διέπραξαν και τι θα πάθουμε ως λαός και ως κράτος αν καταδικάσουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας εγκλήματα που έγιναν σε μια εποχή ανώμαλη, όταν πράξεις βίας γίνονταν κι από τις δύο πλευρές ή όταν η Τουρκία έτσι κι αλλιώς διέπραττε σωρηδόν τα εγκλήματα εις βάρος των Ελληνοκυπρίων, με την εισβολή και την κατάληψη της Κύπρου.

ΣΗΜ: Χρησιμοποίησα σκληρή γλώσσα στο πιο πάνω άρθρο, αφού πρώτα διάβασα απίστευτες βρισιές, εξτρεμιστικές έως φασιστικές απόψεις, τερατολογίες και διαστρεβλώσεις σε κείμενα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, στα κοινωνικά δίκτυα, ακόμη και σε εφημερίδες, από εκείνους που θεωρούν ότι είναι πρέπον η ιστορική αλήθεια να αποκρύβεται, στο όνομα μιας ακατανόητης σε μένα εθνικής αυταπάτης… 

8

Η διχοτόμηση κρυβόταν πίσω από τα μεγάλα λόγια…

220px-Τουρκική_Εισβολή_στην_Κυπριακή_Δημοκρατία_1974Στις ομιλίες του πριν από τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος τόνιζε ότι εκείνοι που κινούνταν εναντίον του νόμιμου κράτους, στο όνομα της Ένωσης με την Ελλάδα, στην πραγματικότητα οδηγούσαν την Κύπρο στη διχοτόμηση και συνεπώς θα γίνονταν τελικά «νεκροθάφτες της Ενώσεως», όπως έλεγε επί λέξη. Η προειδοποίηση του Μακαρίου δικαιώθηκε κατά τρόπο τραγικό.  

Η πολιτική εκτίμηση, πως αν γινόταν πραξικόπημα αυτό θα έδινε το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να τη διχοτομήσει, ήταν γνωστή εκ των προτέρων κι απολύτως λογική. Συνεπώς, η χούντα του ταξίαρχου Ιωαννίδη και οι συνεργάτες της στην Κύπρο, προχώρησαν στο πραξικόπημα ακριβώς για να γίνει η τουρκική επέμβαση και η Κύπρος να οδηγηθεί (διά της βίας) στη διχοτόμηση, διότι έτσι πίστευαν ότι επρόκειτο να λυθεί οριστικά και με μια «καθαρή λύση» το Κυπριακό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή βεβαίως η χούντα έστελνε το μήνυμα στους πολιτικά αφελείς συνοδοιπόρους της και μέσω αυτών στον κυπριακό λαό ότι, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε η Ένωση με την Ελλάδα.

Σ’ όλο το μήκος της τραγικής μας ιστορίας από το 1960 μέχρι σήμερα, πολλοί από διαπρύσιους ρήτορες του πατριωτικού μαξιμαλισμού (είτε ήταν μακαριακοί, είτε αντιμακαριακοί, είτε φιλοχουντικοί, είτε δημοκράτες), πολλοί δηλαδή από εκείνους που διακήρυσσαν την Ένωση με την Ελλάδα (τότε που είχαμε ήδη την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία) ή, μετά το 1974, μια (αόριστη) καλύτερη λύση από αυτήν που αναζητούμε στις διακοινοτικές συνομιλίες, στην πραγματικότητα είχαν (κι έχουν) στο μυαλό τους τη διχοτόμηση. Η οποία όμως διχοτόμηση δεν επρόκειτο και δεν πρόκειται να γίνει με τη δική μας συναίνεση, αλλά υπό την πίεση είτε των γεγονότων είτε του χρόνου που παγιώνει τα τετελεσμένα.

Από τις 15 Ιουλίου 1974 που έγινε το πραξικόπημα,  η Τουρκία ξεκίνησε δημόσια και φανερά διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για εισβολή στην Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοφωνικός σταθμός «Μπαϊράκ» έλεγε και ξανάλεγε ότι η «μητέρα πατρίδα έρχεται να επιβάλει την τάξη». Τα πολεμικά πλοία φάνηκαν στα ανοικτά της Κερύνειας από το πρωί της 19ης Ιουλίου κι όμως, καμία προετοιμασία δεν έγινε από τους πραξικοπηματίες για να αναχαιτιστεί η τουρκική απόβαση, καμία στρατιωτική μονάδα δεν στάλθηκε στην Κερύνεια, ούτε καν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο δεν επανδρώθηκαν.  Κι όταν ξεκίνησαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές, οι βόμβες και οι κανονιοβολισμοί, οι πρώτες διαταγές που πήραν οι στρατιώτες μας ήταν να μην πυροβολήσουν, διότι επρόκειτο για άσκηση.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για προδοσία. Η χούντα και πολλοί συνεργάτες της στην Κύπρο ήξεραν το σχέδιο: Η Τουρκία θα επενέβαινε για να καταλάβει την επαρχία Κερύνειας, με το πρόσχημα του πραξικοπήματος και κάτω από την πίεση του τρομαχτικού γεγονότος της εισβολής θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών και θα καταλήγαμε στη διχοτόμηση, ώστε οι δύο κοινότητες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

Όπως συμβαίνει όμως συχνά σε ριψοκίνδυνους σχεδιασμούς, η εισβολή βγήκε εκτός σχεδίου κι εξελίχτηκε σ’ ένα τρομακτικό εφιάλτη που τραυμάτισε βαθιά τον κυπριακό λαό στο σύνολό του και περισσότερο βέβαια τους Ελληνοκύπριους. Ο τουρκικός στρατός προχώρησε πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπε ο συμφωνημένος σχεδιασμός και στο πέρασμά του έσπερνε το θάνατο και το χαλασμό. Τα πράγματα για τη χούντα πήγαν στράφι. Ο Ιωαννίδης με τα τσιράκια του εγκατέλειψαν το καράβι κι η Τουρκία πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, μη αφήνοντας στρατιωτικά ή πολιτικά περιθώρια ουσιαστικής δράσης στην κυβέρνηση που διαδέχτηκε τη χούντα στην εξουσία.  

Το ιστορικό περίεργο, που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, είναι γιατί ο πρόεδρος Μακάριος, ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει πραξικόπημα, δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να το αποτρέψει. Αλλά κι αν ακόμη θεωρήσουμε ότι ήταν αδύνατον να το αποτρέψει, παραμένει άλλο ένα ερώτημα αναπάντητο: Ο Μακάριος ήξερε ότι επρόκειτο να γίνει τουρκική εισβολή. Όχι μόνο γιατί το είχε πει ο ίδιος στις ομιλίες του πριν από το πραξικόπημα, αλλά και διότι ήξερε (όλοι το ήξεραν) ότι τα τουρκικά πλοία βρίσκονταν ήδη στα ανοικτά της Κερύνειας.  Γιατί λοιπόν,  μιλώντας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, τόνισε με έμφαση ότι η Ελλάδα έκανε εισβολή στην Κύπρο και κάλεσε το Συμβούλιο να λάβει μέτρα αποκατάστασης της συνταγματικής τάξεως; Γιατί δεν βρήκε άλλους πολιτικούς – διπλωματικούς  τρόπους να καταγγείλει το πραξικόπημα και να αποτρέψει την τουρκική εισβολή, παρά μόνο πρόσθεσε κι αυτός στο πρόσχημα που αναζητούσε η Τουρκία; Το ερώτημα αυτό, μαζί με πολλά άλλα εξίσου καυτά ερωτήματα, δεν μπορεί να απαντηθεί ενόσω κρίσιμα έγγραφα και μαρτυρίες για το Φάκελο της Κύπρου παραμένουν απόρρητα και μη προσβάσιμα.

Το ερώτημα είναι γιατί κάποιοι δικοί μας να ήθελαν τότε ή να θέλουν ακόμη και σήμερα τη διχοτόμηση;  Προφανώς διότι πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε μαζί κράτος με τους Τούρκους κι ότι η Τουρκία – ως κακόπιστη, εχθρική χώρα- θα ελέγχει την Κύπρο εις βάρος των δικών μας συμφερόντων. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι η Τουρκία δεν θέλει διχοτόμηση, αλλά λύση του Κυπριακού τέτοια που να της επιτρέπει να χειραγωγεί την Κύπρο. Πρόκειται για πολιτική απάτη, διότι αν η Τουρκία είχε ως πρώτιστο στόχο να ελέγξει το επίσημο κράτος της Κύπρου, πολύ απλά θα έστελνε τους Τουρκοκύπριους πίσω στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι το Σύνταγμα της χώρας μας είναι τέτοιο που επιτρέπει στην Τουρκία να ελέγχει εμμέσως τη λειτουργία του κράτους.

Η Τουρκία θέλει πρωτίστως της διχοτόμηση και έχει ως σχέδιο β’ μια ομοσπονδία που να μοιάζει περισσότερο με συνομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Γιατί; Διότι με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ανεξέλεγκτα να μεταβάλει το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού, κουβαλώντας εποίκους διπλάσιους ή τριπλάσιους σε αριθμό από τους Ελληνοκύπριους, θα μετατρέψει δηλαδή τη νήσο Κύπρο σε τουρκικό νησί με ελληνική μειοψηφία.  Ταυτόχρονα θα αναπτύξει την οικονομία της τουρκικής επαρχίας (ή ανεξάρτητης χώρας) στην Κύπρο σε όλους τους τομείς, ώστε να μας ανταγωνίζεται και να υπερισχύσει της δικής μας οικονομίας, με μακροπρόθεσμο στόχο να οδηγήσει την ελληνική μειοψηφία του νησιού σε μαρασμό και φθίνουσα πορεία.

Όσοι αγαπούν αυτό τον τόπο θα πρέπει να βγάλουν από το μυαλό τους τη σκέψη ότι η διχοτόμηση μπορεί και να μην είναι και τόσο κακή λύση. Είναι η χειρότερη. Σκοπός μας θα πρέπει να είναι μια εφικτή λύση του Κυπριακού όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να μην παγιώσει οριστικά ο χρόνος τη διχοτόμηση. Μια λύση στη συμφωνημένη βάση της ομοσπονδίας, στην οποία όμως θα εφαρμόζονται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και δεν θα επιτρέπει στην Τουρκία άμεση ή έμμεση παρέμβαση στα του κυπριακού κράτους.

Επειδή μια τέτοια λύση βασίζεται πάνω στις διεθνείς αρχές της νομιμότητας και ηθικής κι επειδή η Τουρκία βρίσκεται αυτό τον καιρό σε δυσχερή θέση, πρέπει εδώ και τώρα να βρούμε τους διπλωματικούς μοχλούς πίεσης, ώστε να επιτευχθεί τάχιστα αυτή η λύση, που θα είναι προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου, τόσο της ελληνικής όσο και της τουρκικής κοινότητας του νησιού. Διότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και τις γενιές που έρχονται.  

2

Το ατιμώρητο έγκλημα κι η πορεία προς τη διχοτόμηση…

ΕΙΣΒΟΛΗ - ΦΩΤΟ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣαν σήμερα, πριν από 40 χρόνια, μας ξύπνησαν χαράματα οι φοβερές εκρήξεις της δεύτερης φάσης της τούρκικης εισβολής. Ο τουρκικός στρατός προέλαυνε εκτοπίζοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Στο πέρασμά του σκορπούσε τον τρόμο, με δολοφονίες αθώων ανθρώπων κι αμέτρητους βιασμούς γυναικών.  Ήταν το «επίτευγμα» της χούντας, το επιστέγασμα της προδοσίας, εκείνων που ενεθάρρυναν τη βία διακηρύσσοντας την Ένωση, ενώ είχαν στον νου τους τη ΔΙΠΛΗ ΕΝΩΣΗ, δηλαδή τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Με ψέματα κι απατηλά συνθήματα καπηλεύονταν τα ονόματα των πραγματικών ηρώων, εκείνων που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία αυτού του τόπου και προετοίμαζαν το έδαφος για το πραξικόπημα, που θα έδινε στην Τουρκία το πρόσχημα να εισβάλει στην Κύπρο. Έτσι ώστε η διχοτόμηση να έρθει όχι σαν μια λύση που τη θέλαμε (ποιος θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο στο λαό;), αλλά σαν μια λύση που επιβλήθηκε με τη δύναμη των όπλων…

Το αίμα των αθώων κι ο αβάσταχτος πόνος, οι τραυματικές εμπειρίες των ανθρώπων που είδαν κατά πρόσωπο το κτήνος του πολέμου, ο εκτοπισμός που οδήγησε 150 χιλιάδες ανθρώπους στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στη συνέχεια στους συνοικισμούς σκοτώνοντας τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο για τους ίδιους και τα παιδιά τους, ο βιασμός της ιστορίας και η εθνοκάθαρση σε ένα κομμάτι του ελληνισμού με ιστορία χιλιάδων χρόνων, εκείνο το φριχτό έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, έμεινε ατιμώρητο… Ποτέ και κανένας δεν καταδικάστηκε σε δικαστήριο…

Πώς φτάσαμε μέχρι την μεγάλη προδοσία του πραξικοπήματος, ποιος ήταν ο ρόλος που έπαιξαν οι τότε πρωταγωνιστές των γεγονότων από το 1955 μέχρι το 1974, ο Μακάριος, ο Γρίβας, οι πολιτικοί της εποχής, η χούντα, η ΕΟΚΑ Β’ και οι ξένες δυνάμεις, ποια λάθη τους ήταν ανθρώπινα κι απρόβλεπτα και ποια ήταν σκόπιμα για να οδηγήσουν την Κύπρο στη διπλή ένωση, ποιοι έλεγαν άλλα στο λαό και άλλα είχαν στο νου τους, ποιοι γνώριζαν και σε ποιο βαθμό το μέγεθος της προδοσίας και πόσο ήταν αναμεμειγμένοι σ’ αυτήν, είναι γεγονότα που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει πλήρως…

Το λεγόμενο «πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου» όπως αυτό βγήκε από την Βουλή των Ελλήνων και (ξεχωριστά) από την κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είναι βέβαιο ακόμη ότι πληροί τις προδιαγραφές της αντικειμενικής ιστορικής τεκμηρίωσης και πολλά ερωτηματικά εξακολουθούν να αιωρούνται, καθώς ακόμη η πληγή παραμένει ανοικτή, με το Κυπριακό άλυτο και την πορεία προς τη μόνιμη διχοτόμηση να συνεχίζεται…

 

Ποιο από τα 3 είναι το πιο πιθανό;

ANAN OXIΑς υποθέσουμε ότι ο πρόεδρος Αναστασιάδης ξαφνικά δέχεται τη συμβουλή των Νικόλα, Λιλλήκα και άλλων και παρατά τις συνομιλίες… Οι Τουρκοκύπριοι είναι βέβαιο ότι θα καταγγείλουν την Ελληνοκυπριακή πλευρά ότι ΔΕΝ θέλει λύση, εφόσον αρνείται ακόμα και να συνομιλήσει και ζητούν από τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, διότι (έτσι θα πουν) «δεν αντέχουν άλλο να τιμωρούνται με απομόνωση, ενώ οι ΕΚ να επιβραβεύονται για την άρνησή τους»…

Μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα γίνει μετά; Δίνω ένα τριπλό «multible choise»:

1. Αμερικάνοι, Ευρωπαίοι, Ρώσοι, ΟΗΕ κτλ μας συγχαίρουν για την θαρραλέα απόφασή μας – που μας «ανάδοξεν» – και λένε στους ΤΚ  «εσείς να κάτσετε στα βραστά σας μέχρι να αποφασίσουν οι Ελληνοκύπριοι ότι θέλουν λύση». Μάλιστα μας ενθαρρύνουν και μας υποστηρίζουν να εκμεταλλευτούμε τους υδρογονάνθρακές μας, χωρίς να δώσουμε ούτε ένα λίτρο στους ΤΚ.

2. Αμερικάνοι, Ευρωπαίοι, Ρώσοι κτλ μας συγχαίρουν για την θαρραλέα απόφασή μας, ζητούν άμεση αποχώρηση της Τουρκίας από την Κύπρο και επειδή η Τουρκία αρνείται να συμμορφωθεί και συστήνεται μια διεθνής στρατιωτική δύναμη, που έρχεται να διώξει την Τουρκία από την Κύπρο, με στρατιωτική επιχείρηση. Μετά τον πόλεμο οι ΤΚ υποχρεώνονται να επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά χωρίς τα προνόμια που είχαν. Ούτε αντιπρόεδρο, ούτε βέτο, ούτε αριθμό υπουργών και βουλευτών ούτε τίποτε. Διότι εμείς δεν θέλουμε να έχουν βέτο και η Τουρκία να είναι εγγυήτρια δύναμη.

3. Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι νευριάζουν που τα παρατήσαμε ξαφνικά με τέτοια αρνητικότητα, και προχωρούν στην επόμενη αναβάθμιση του ψευδοκράτους (μετά το απευθείας εμπόριο με την ΕΕ και την αναγνώριση της επιτροπής αποζημιώσεων). Λογικά η επόμενη αναβάθμιση θα είναι το ελεύθερο εμπόριο του ψευδοκράτους, με παράλληλη αναγνώριση των λιμανιών και του αεροδρομίου της Τύμπου. Το ψευδοκράτος ανταγωνίζεται πλέον την Κυπριακή Δημοκρατία, σαν μια άλλη χώρα πάνω στην κατεχόμενη γη μας και εκατοντάδες χιλιάδες έποικοι συνεχίζουν να μετοικούν ώσπου να γίνουν διπλάσιοι από εμάς. Η ανόρυξη των υδρογονανθράκων παγώνει τιμωρητικά και υποχρεωνόμαστε να συμφωνήσουμε το μερίδιο των ΤΚ πριν προχωρήσουμε σε εκμετάλλευση. Ισραηλινές εταιρείες περνούν αέριο από τα κατεχόμενα προς την Τουρκία, που χρειάζεται για τις δικές της ανάγκες αρκετό φυσικό αέριο για τις επόμενες δεκαετίες κι αυτό προσδίδει στο ψευδοκράτος στρατηγική σημασία για το Ισραήλ και τους Αμερικάνους…

Εσείς θα κρίνετε ποιο από τα πιο πάνω είναι το πιο πιθανό σενάριο. Οπότε κατ’ επέκταση θα κρίνετε και τι θα κερδίσουμε ή θα χάσουμε, αν ο πρόεδρος δεχτεί τις απαιτήσεις Νικόλα, Λιλλήκα κλπ.

1