Αρχείο ετικέτας πραξικόπημα

ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Σαν σήμερα, πριν από 44 χρόνια, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία διενήργησε εισβολή στην Κύπρο, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, του ταξίαρχου Ιωαννίδη, εναντίον του προέδρου Μακαρίου.
Όλοι γνώριζαν πως η Τουρκία θα έκανε εισβολή, σε περίπτωση που γινόταν πραξικόπημα. Μάλιστα ο Μακάριος προειδοποιούσε πολύ πριν το πραξικόπημα ότι τυχόν ελληνική επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου θα ενταφίαζε οριστικά το όνειρο της «Ένωσης», ενώ και στο θρυλικό του διάγγελμα από την Πάφο, ανήμερα του πραξικοπήματος, είπε ότι ότι «κάποιοι αποφάσισαν να διχοτομήσουν την Κύπρο», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι θα ακολουθούσε τουρκική επέμβαση.
 
Το παράξενο με τον Μακάριο είναι πως, ενώ γνώριζε ότι η Τουρκία επρόκειτο να εισβάλει κι ενώ έβλεπε στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία τα τουρκικά πολεμικά να προσεγγίζουν τις ακτές της Κερύνειας, εκείνο το ξημέρωμα της 20ής Ιουλίου 1974 και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η εισβολή, ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ουσιαστικά παρέσχε στην Τουρκία το πρόσχημα  που αναζητούσε. Διότι δεν περιορίστηκε μόνο στο να καταγγείλει το πραξικόπημα. Υπογράμμισε ότι το πραξικόπημα ήταν στην ουσία εισβολή της Ελλάδος στην Κύπρο και ότι από αυτή την εισβολή κινδύνευαν και οι Τουρκοκύπριοι.
 
Τα ερωτηματικά σε σχέση με τον ρόλο του Μακαρίου και πολλών άλλων παραμένουν αναπάντητα, καθώς τα πιο σημαντικά έγγραφα του φακέλου της Κύπρου παραμένουν απροσπέλαστα στα υπουργεία εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Εικασίες σχετικά με το ρόλο του Μακαρίου έχω γράψει στο άρθρο μου με τίτλο «Ένα αιρετικό αφήγημα για το πραξικόπημα»
Σαφώς όμως την τεράστια ευθύνη για την τουρκική εισβολή και την ανείπωτη καταστροφή που σκόρπισε, τη φέρει η ελληνική Χούντα και οι εν Κύπρω συνεργάτες της. Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι ήξεραν πως μετά το πραξικόπημα θα ακολουθούσε τουρκική εισβολή. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Τουρκίας ξεκίνησαν αρκετούς μήνες πριν, επανδρώθηκε το αεροδρόμιο της Αττάλειας, στρατιωτικές μονάδες μετακινούνταν στις νοτιοανατολικές ακτές της Τουρκίας  και σύμφωνα με μαρτυρίες οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα.
Όταν έγινε το πραξικόπημα, οι τουρκικές στρατιωτικές μονάδες τέθηκαν σε διαδικασία κίνησης προς την Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός «Bayrak» μετέδιδε ότι έρχεται ο τουρκικός στρατός να σώσει τα αδέλφια του, τους Τουρκοκύπριους. Λίγες ώρες πριν την εισβολή, τα τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη πλησιάσει τη βόρεια ακτή της Κύπρου.
Από τη δική μας πλευρά τι γινόταν όλες εκείνες τις ημέρες για να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός κίνδυνος; Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ!  Το 281 Τάγμα Πεζικού της Εθνικής Φρουράς, που επάνδρωνε τα πολυβολεία του Πενταδάκτυλου και θα μπορούσε να είχε βυθίσει τα τουρκικά πολεμικά, στάλθηκε, στις 15 Ιουλίου, από τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς στο ΚΕΝ Πάφου, με τη διαταγή να καταπνίξει την εκεί αντίσταση. Στις 19 Ιουλίου κι ενώ τα τουρκικά πολεμικά ήταν έξω από την Κερύνεια, το 281 διατάχθηκε να στρατοπεδεύσει στην Αθαλάσσα, αντί να τρέξει να επανδρώσει τα πολυβολεία.
Στις 5:30 το πρωί ξεκίνησαν τις πρώτες τους επιδρομές τα τουρκικά πολεμικά  αεροσκάφη, καθώς από τα πλοία αποβιβάζονταν ήδη στρατιώτες και άρματα μάχης.  Στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας άρχισαν να πέφτουν 2 χιλιάδες αλεξιπτωτιστές.  Καμία απάντηση δεν δόθηκε από πλευράς της Εθνικής Φουράς, ενώ το ΡΙΚ ξεκίνησε κανονικά την εκπομπή του στις 6:00 με πρωϊνή γυμναστική, σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
Οι πραξικοπηματίες μιλούσαν για τουρκική άσκηση και δεν έδιναν διαταγές στην Εθνική Φρουρά για δράση. Πέρασαν σχεδόν 3 ώρες μέχρι να δεήσει η χούντα  να δόσει πράσινο φως στο ΓΕΕΦ για να ξεκινήσει η επιστράτευση. Ήταν τότε, γύρω στις 9:30 το πρωί που διατάχθηκε από τους εγκληματίες πραξικοπηματίες το 286 μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού να κατευθυνθεί προς την Κερύνεια, σε φάλαγγα μέσα στον δημόσιο δρόμο, με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση από τα τουρκικά αεροσκάφη και να κομματιαστούν οι φαντάροι.
Όλες οι μαρτυρίες μιλούν για μια ακατανόητη και εγκληματική ολιγωρία, που οδήγησε στο θάνατο χιλιάδες νέα παιδιά, που έτρεξαν να υπερασπίσουν την πατρίδα. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν έχουν άλλη απάντηση παρά αυτή: Επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα, για εσχάτη προδοσία.
Η χούντα είχε αποφασίσει να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Από τη μια να απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία κι από την άλλη να λύσει το Κυπριακό με την «καθαρή» λύση της διχοτόμησης,  χωρίς ελληνική υπογραφή αλλά διά της βίας των τουρκικών όπλων.
Για το τεράστιο εκείνο έγκλημα δεν λογοδότησε κανείς από τους πραγματικά υπαίτιους. Καμία δίκη δεν έγινε, κανένας δεν πλήρωσε ούτε το ελάχιστο τίμημα για την εθνική προδοσία. Πολλοί κατηγορούν τον Καραμανλή γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή ξεχνούν ότι κι ο Μακάριος, επιστρέφοντας στην Κύπρο, πρόσφερε από την πρώτη στιγμή «κλάδον ελαίας» σε εκείνους που προετοίμασαν και διέπραξαν το πραξικόπημα κι ολιγώρησαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής, στέλνοντας στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπους και στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες άλλους.
Το γιατί όμως οι νόμιμες κυβερνήσεις Καραμανλή στην Ελλάδα και Μακαρίου στην Κύπρο, αποφάσισαν να κουκουλώσουν το μεγαλύτερο ιστορικά έγκλημα εις βάρος του κυπριακού Ελληνισμού, παραμένει ένα ερώτημα εξίσου βασανιστικό και αναπάντητο ερώτημα. Όπως και το γιατί σχεδιάστηκε το έγκλημα, ποιοι ήταν οι πραγματικοί συνεργοί της χούντας και ποιες οι πραγματικές τους προθέσεις.
Σοβαρές απαντήσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη, ούτε από το πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων, ούτε από το πόρισμα παρωδία της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων. Η ιστορική ετυμηγορία στο τεράστιο αυτό ζήτημα εξακολουθεί να εκκρεμεί.

Η χούντα θεωρούσε καλύτερη και πιο «καθαρή» λύση τη διχοτόμηση. Εσύ;

Στις 15 Ιουλίου 1974 η κυπριακή Εθνική Φρουρά, έπειτα από διαταγή του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη (του  ισχυρού άντρα της στρατιωτικής χούντας, που σφετεριζόταν τότε την εξουσία στην Ελλάδα), διενήργησε, με τη βοήθεια και της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, πραξικόπημα εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Στο δικό μου μυαλό δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί στην Τουρκία η αφορμή να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει μέρος του βορείου τμήματος του νησιού, ώστε το Κυπριακό να λυθεί οριστικά με διχοτόμηση. Γι’ αυτό και δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις απόβασης, δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο (που θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα αποβατικά πλοία) και σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις διατάχθηκαν να μην χτυπήσουν τις τουρκικές διότι – όπως τους έλεγαν – «επρόκειτο για άσκηση. 

Σύμφωνα με διάφορες πηγές ο «αόρατος δικτάτορας», Δημήτριος Ιωαννίδης, θεωρούσε το Κυπριακό ως τον μεγαλύτερο βραχνά για την Ελλάδα, γι’ αυτό και μόλις ανέτρεψε τον προηγούμενο δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον Νοέμβρη του 1973, έθεσε ως προτεραιότητα του να απαλλάξει τη χώρα του από αυτό το πρόβλημα,  με τη λύση που εκείνος θεωρούσε ως την καλύτερη και πιο λειτουργική: το γεωγραφικό και πολιτικό διαζύγιο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως καθαρά ελληνικό κράτος, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, αλλά και χωρίς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνο. 

Ο Ιωαννίδης θεωρούσε ως καλύτερη λύση τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ήξερε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο από τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς ή το λαό, καθώς θα εθεωρείτο εθνική προδοσία. Έπρεπε συνεπώς να βρεθεί ένας τρόπος αυτή η λύση να επιβληθεί με «βίαιο τρόπο» και φαινομενικά χωρίς την έγκριση της Ελλάδας. 

Έχοντας άμεση πρόσβαση στη CIA (σύμφωνα με αμερικανικές πηγές) και με την αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε, ο δικτάτορας προώθησε σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου, το οποίο συμφώνησαν μαζί με την τουρκική ηγεσία: Να γίνει πρώτα το πραξικόπημα, να ακολουθήσει απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο κι η κατάληψη μέρους του βορείου τμήματος του νησιού κι αμέσως μετά να μετακινηθεί ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός στην κατεχόμενη περιοχή, αφού θα γίνονταν στη διάρκεια της εισβολής πράξεις βίας από Ελληνοκύπριους εις βάρος Τουρκοκυπρίων σε τουρκοκυπριακά χωριά στο νότο, ώστε από τη μια οι Τουρκοκύπριοι να τρομοκρατηθούν και να δεχτούν να φύγουν κι από την άλλη να δοθεί και μια εξ αντικειμένου εύλογη αφορμή για μια τέτοια μετακίνηση. 

Το σχέδιο προέβλεπε ότι δεν θα υπήρχε αντίσταση στον τουρκικό στρατό, ώστε να μην υπάρξουν πολλά θύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προέβλεπε επίσης κατάληψη ενός πολύ μικρότερου μέρους της Κύπρου. Δυστυχώς όμως ο Ιωαννίδης (πέρα από την προδοτική του πράξη να παραδώσει κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία) δεν προέβλεψε την αναξιοπιστία της τουρκικής ηγεσίας. Ο τουρκικός στρατός όχι μόνο χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία, αλλά και κατέλαβε πολύ μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου από εκείνο που προέβλεπε το σχέδιο.

Παρόλο που ο στόχος ήταν άκρως προδοτικός, το μήνυμα που δόθηκε στους εθνικικστές και στους αντιμακαριακούς ήταν ότι το πραξικόπημα γίνεται για να διωχθεί ο «ανθέλληνας» Μακάριος και να ανοίξει ο δρόμος για τον προαιώνιο πόθο των Κυπρίων για Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Διότι, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Άγγλος συγγραφέας Σάμιουελ Τζόνσον, «το καταφύγιο του απατεώνα είναι ο πατριωτισμός». 

Σε ό,τι αφορά τον Μακάριο, το επίσημο αφήγημα τον παρουσιάζει σαν ηρωομάρτυρα, που επέζησε του πραξικοπήματος και αγωνίστηκε για τη σωτηρία της Κύπρου. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακάριος προειδοποιούσε πως τυχόν πραξικόπημα εναντίον του θα έφερνε τη διχοτόμηση.  Πολλοί τον είχαν προειδοποιήσει ότι ο Ιωαννίδης θα τον ανατρέψει. Εκείνος όμως απαντούσε πως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε έστω και ένας Έλληνας που θα έδινε στην Τουρκία την αφορμή να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρόλα αυτά, στις 20 Ιουλίου και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η τουρκική εισβολή, ο Μακάριος κατάγγειλε από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο  και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να δράσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε παραβιαστεί.  Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία, που ήταν ήδη έτοιμη για την εισβολή, με τα πολεμικά της πλοία στα ανοικτά της Κερύνειας (σύμφωνα με το σχέδιο που είχε συμφωνήσει με τον Ιωαννίδη και τη CIA) είχε πια και την κάλυψη που της έδωσε το λεκτικό της καταγγελίας του νόμιμου προέδρου της Κύπρου. 

Σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα επίσης, το σαββατοκύριακο πριν το πραξικόπημα, ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία στο Τρόοδος ενώ το πρωί της Δευτέρας 20 Ιουλίου 1974, ήταν πίσω στο γραφείο του στο προεδρικό μέγαρο με μια ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο, όταν άρχισαν να πέφτουν  βροχή οι σφαίρες των πολυβόλων κι οι οβίδες των αρμάτων πάνω στο κτίριο. Παρά το γεγονός ότι το προεδρικό γραφείο διαθέτει παράθυρα, κανείς δεν έβαλε από τα παράθυρα μέσα στο γραφείο ούτε περικυκλώθηκε το κτίριο, δεν έπαθε κανείς τίποτα από όσους ήταν μέσα στο γραφείο κι έτσι ο  Μακάριος διέφυγε από το πίσω μέρος του προεδρικού, περπάτησε μέσα από το δασύλιο και τον ποταμό Πεδιαίο και βγήκε στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο που τον μετέφερε στην Κλήρου κι από εκεί έφυγε με άλλο αυτοκίνητο για την Παναγιά της Πάφου. Από την Παναγιά κατέβηκε στην πόλη της Πάφου από όπου και απηύθυνε από ένα πρόχειρα στημένο ραδιοσταθμό το ιστορικό του διάγγελμα, στο οποίο έλεγε ότι είναι ζωντανός και ότι είναι συναγωνιστής και σημαιοφόρος στον κοινό αγώνα.  Έπειτα πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί έφυγε με βρετανικό ελικόπτερο για τη Μάλτα, για να συνεχίσει αργότερα το ταξίδι προς το Λονδίνο. 

Οι πραξικοπηματίες, από την πλευρά τους, αφού πρώτα πάγωσαν την Κύπρο με την ψευδή ανακοίνωση στο ΡΙΚ ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, στη συνέχεια διόρισαν «πρόεδρο» τον Νίκο Σαμψών, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι παραβιάστηκε η συνταγματική τάξη. Έπειτα κυνήγησαν και σκότωσαν μακαριακούς κι αριστερούς και, στη διάρκεια της εισβολής, όπως προέβλεπε το διχοτομικό σχέδιο, μπήκαν σε τουρκοκυπριακά χωριά και σκότωσαν γυναικόπαιδα, ώστε να δώσουν την αφορμή για την ανταλλαγή των πληθυσμών, που αποτέλεσε κεφαλαιώδους σημασίας βήμα προς τη διχοτόμηση.

Η 15η Ιουλίου είναι η επέτειος μιας ασύλληπτης εθνικής προδοσίας, που οδήγησε τον κυπριακό ελληνισμό στην χειρότερη καταστροφή της μακράς ιστορίας του σε τούτο τον τόπο, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να ξεριζώνονται από τη γη των πατέρων τους κι ένα ολόκληρο λαό να θρηνεί χιλιάδες νεκρούς κι αγνοούμενους. Διότι κάποια άρρωστα μυαλά στην Ελλάδα και στην Κύπρο πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα δινόταν στο Κυπριακό μια «καθαρή» λύση. Μια λύση που θα έβγαζε εντελώς από τα πόδια μας τους Τουρκοκύπριους, προκειμένου να έχουμε ένα κράτος καθαρά δικό μας, καθαρά ελληνικό, ένα κράτος όπως αυτό που λειτουργεί από το 1960 μέχρι σήμερα, το κράτος της κουμπαροκρατίας και της κομματοκρατίας, το κράτος της διαπλοκής, της διαφθοράς, της κλεψιάς. 

Λυπούμαι να πω ότι δυστυχώς τα ίδια μυαλά, που προτιμούν τη λύση που ήθελε κι ο Ιωαννίδης για την Κύπρο, εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Είναι αυτοί που κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους η κατάσταση να παραμένει ως έχει, ώσπου να μονιμοποιηθεί οριστικά η διχοτόμηση. Μερικοί από αυτούς βέβαια θα εξαπολύσουν σήμερα μύδρους εναντίον της χουντικής προδοσίας. Στο τέλος όμως η ουσία είναι ότι τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν, προβάλλοντας κι αυτή τη φορά στο λαό απατηλά, ψευδοπατριωτικά συνθήματα, κατά τη γνωστή ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον. 

Η διχοτόμηση κρυβόταν πίσω από τα μεγάλα λόγια…

220px-Τουρκική_Εισβολή_στην_Κυπριακή_Δημοκρατία_1974Στις ομιλίες του πριν από τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος τόνιζε ότι εκείνοι που κινούνταν εναντίον του νόμιμου κράτους, στο όνομα της Ένωσης με την Ελλάδα, στην πραγματικότητα οδηγούσαν την Κύπρο στη διχοτόμηση και συνεπώς θα γίνονταν τελικά «νεκροθάφτες της Ενώσεως», όπως έλεγε επί λέξη. Η προειδοποίηση του Μακαρίου δικαιώθηκε κατά τρόπο τραγικό.  

Η πολιτική εκτίμηση, πως αν γινόταν πραξικόπημα αυτό θα έδινε το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να τη διχοτομήσει, ήταν γνωστή εκ των προτέρων κι απολύτως λογική. Συνεπώς, η χούντα του ταξίαρχου Ιωαννίδη και οι συνεργάτες της στην Κύπρο, προχώρησαν στο πραξικόπημα ακριβώς για να γίνει η τουρκική επέμβαση και η Κύπρος να οδηγηθεί (διά της βίας) στη διχοτόμηση, διότι έτσι πίστευαν ότι επρόκειτο να λυθεί οριστικά και με μια «καθαρή λύση» το Κυπριακό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή βεβαίως η χούντα έστελνε το μήνυμα στους πολιτικά αφελείς συνοδοιπόρους της και μέσω αυτών στον κυπριακό λαό ότι, μετά το πραξικόπημα, θα ακολουθούσε η Ένωση με την Ελλάδα.

Σ’ όλο το μήκος της τραγικής μας ιστορίας από το 1960 μέχρι σήμερα, πολλοί από διαπρύσιους ρήτορες του πατριωτικού μαξιμαλισμού (είτε ήταν μακαριακοί, είτε αντιμακαριακοί, είτε φιλοχουντικοί, είτε δημοκράτες), πολλοί δηλαδή από εκείνους που διακήρυσσαν την Ένωση με την Ελλάδα (τότε που είχαμε ήδη την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία) ή, μετά το 1974, μια (αόριστη) καλύτερη λύση από αυτήν που αναζητούμε στις διακοινοτικές συνομιλίες, στην πραγματικότητα είχαν (κι έχουν) στο μυαλό τους τη διχοτόμηση. Η οποία όμως διχοτόμηση δεν επρόκειτο και δεν πρόκειται να γίνει με τη δική μας συναίνεση, αλλά υπό την πίεση είτε των γεγονότων είτε του χρόνου που παγιώνει τα τετελεσμένα.

Από τις 15 Ιουλίου 1974 που έγινε το πραξικόπημα,  η Τουρκία ξεκίνησε δημόσια και φανερά διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες για εισβολή στην Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός ραδιοφωνικός σταθμός «Μπαϊράκ» έλεγε και ξανάλεγε ότι η «μητέρα πατρίδα έρχεται να επιβάλει την τάξη». Τα πολεμικά πλοία φάνηκαν στα ανοικτά της Κερύνειας από το πρωί της 19ης Ιουλίου κι όμως, καμία προετοιμασία δεν έγινε από τους πραξικοπηματίες για να αναχαιτιστεί η τουρκική απόβαση, καμία στρατιωτική μονάδα δεν στάλθηκε στην Κερύνεια, ούτε καν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο δεν επανδρώθηκαν.  Κι όταν ξεκίνησαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές, οι βόμβες και οι κανονιοβολισμοί, οι πρώτες διαταγές που πήραν οι στρατιώτες μας ήταν να μην πυροβολήσουν, διότι επρόκειτο για άσκηση.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για προδοσία. Η χούντα και πολλοί συνεργάτες της στην Κύπρο ήξεραν το σχέδιο: Η Τουρκία θα επενέβαινε για να καταλάβει την επαρχία Κερύνειας, με το πρόσχημα του πραξικοπήματος και κάτω από την πίεση του τρομαχτικού γεγονότος της εισβολής θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών και θα καταλήγαμε στη διχοτόμηση, ώστε οι δύο κοινότητες να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

Όπως συμβαίνει όμως συχνά σε ριψοκίνδυνους σχεδιασμούς, η εισβολή βγήκε εκτός σχεδίου κι εξελίχτηκε σ’ ένα τρομακτικό εφιάλτη που τραυμάτισε βαθιά τον κυπριακό λαό στο σύνολό του και περισσότερο βέβαια τους Ελληνοκύπριους. Ο τουρκικός στρατός προχώρησε πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπε ο συμφωνημένος σχεδιασμός και στο πέρασμά του έσπερνε το θάνατο και το χαλασμό. Τα πράγματα για τη χούντα πήγαν στράφι. Ο Ιωαννίδης με τα τσιράκια του εγκατέλειψαν το καράβι κι η Τουρκία πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, μη αφήνοντας στρατιωτικά ή πολιτικά περιθώρια ουσιαστικής δράσης στην κυβέρνηση που διαδέχτηκε τη χούντα στην εξουσία.  

Το ιστορικό περίεργο, που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, είναι γιατί ο πρόεδρος Μακάριος, ενώ γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει πραξικόπημα, δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να το αποτρέψει. Αλλά κι αν ακόμη θεωρήσουμε ότι ήταν αδύνατον να το αποτρέψει, παραμένει άλλο ένα ερώτημα αναπάντητο: Ο Μακάριος ήξερε ότι επρόκειτο να γίνει τουρκική εισβολή. Όχι μόνο γιατί το είχε πει ο ίδιος στις ομιλίες του πριν από το πραξικόπημα, αλλά και διότι ήξερε (όλοι το ήξεραν) ότι τα τουρκικά πλοία βρίσκονταν ήδη στα ανοικτά της Κερύνειας.  Γιατί λοιπόν,  μιλώντας ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου, τόνισε με έμφαση ότι η Ελλάδα έκανε εισβολή στην Κύπρο και κάλεσε το Συμβούλιο να λάβει μέτρα αποκατάστασης της συνταγματικής τάξεως; Γιατί δεν βρήκε άλλους πολιτικούς – διπλωματικούς  τρόπους να καταγγείλει το πραξικόπημα και να αποτρέψει την τουρκική εισβολή, παρά μόνο πρόσθεσε κι αυτός στο πρόσχημα που αναζητούσε η Τουρκία; Το ερώτημα αυτό, μαζί με πολλά άλλα εξίσου καυτά ερωτήματα, δεν μπορεί να απαντηθεί ενόσω κρίσιμα έγγραφα και μαρτυρίες για το Φάκελο της Κύπρου παραμένουν απόρρητα και μη προσβάσιμα.

Το ερώτημα είναι γιατί κάποιοι δικοί μας να ήθελαν τότε ή να θέλουν ακόμη και σήμερα τη διχοτόμηση;  Προφανώς διότι πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε μαζί κράτος με τους Τούρκους κι ότι η Τουρκία – ως κακόπιστη, εχθρική χώρα- θα ελέγχει την Κύπρο εις βάρος των δικών μας συμφερόντων. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι η Τουρκία δεν θέλει διχοτόμηση, αλλά λύση του Κυπριακού τέτοια που να της επιτρέπει να χειραγωγεί την Κύπρο. Πρόκειται για πολιτική απάτη, διότι αν η Τουρκία είχε ως πρώτιστο στόχο να ελέγξει το επίσημο κράτος της Κύπρου, πολύ απλά θα έστελνε τους Τουρκοκύπριους πίσω στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι το Σύνταγμα της χώρας μας είναι τέτοιο που επιτρέπει στην Τουρκία να ελέγχει εμμέσως τη λειτουργία του κράτους.

Η Τουρκία θέλει πρωτίστως της διχοτόμηση και έχει ως σχέδιο β’ μια ομοσπονδία που να μοιάζει περισσότερο με συνομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Γιατί; Διότι με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ανεξέλεγκτα να μεταβάλει το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού, κουβαλώντας εποίκους διπλάσιους ή τριπλάσιους σε αριθμό από τους Ελληνοκύπριους, θα μετατρέψει δηλαδή τη νήσο Κύπρο σε τουρκικό νησί με ελληνική μειοψηφία.  Ταυτόχρονα θα αναπτύξει την οικονομία της τουρκικής επαρχίας (ή ανεξάρτητης χώρας) στην Κύπρο σε όλους τους τομείς, ώστε να μας ανταγωνίζεται και να υπερισχύσει της δικής μας οικονομίας, με μακροπρόθεσμο στόχο να οδηγήσει την ελληνική μειοψηφία του νησιού σε μαρασμό και φθίνουσα πορεία.

Όσοι αγαπούν αυτό τον τόπο θα πρέπει να βγάλουν από το μυαλό τους τη σκέψη ότι η διχοτόμηση μπορεί και να μην είναι και τόσο κακή λύση. Είναι η χειρότερη. Σκοπός μας θα πρέπει να είναι μια εφικτή λύση του Κυπριακού όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να μην παγιώσει οριστικά ο χρόνος τη διχοτόμηση. Μια λύση στη συμφωνημένη βάση της ομοσπονδίας, στην οποία όμως θα εφαρμόζονται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ελευθερίες και δεν θα επιτρέπει στην Τουρκία άμεση ή έμμεση παρέμβαση στα του κυπριακού κράτους.

Επειδή μια τέτοια λύση βασίζεται πάνω στις διεθνείς αρχές της νομιμότητας και ηθικής κι επειδή η Τουρκία βρίσκεται αυτό τον καιρό σε δυσχερή θέση, πρέπει εδώ και τώρα να βρούμε τους διπλωματικούς μοχλούς πίεσης, ώστε να επιτευχθεί τάχιστα αυτή η λύση, που θα είναι προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου, τόσο της ελληνικής όσο και της τουρκικής κοινότητας του νησιού. Διότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και τις γενιές που έρχονται.  

Το ατιμώρητο έγκλημα κι η πορεία προς τη διχοτόμηση…

ΕΙΣΒΟΛΗ - ΦΩΤΟ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣαν σήμερα, πριν από 40 χρόνια, μας ξύπνησαν χαράματα οι φοβερές εκρήξεις της δεύτερης φάσης της τούρκικης εισβολής. Ο τουρκικός στρατός προέλαυνε εκτοπίζοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Στο πέρασμά του σκορπούσε τον τρόμο, με δολοφονίες αθώων ανθρώπων κι αμέτρητους βιασμούς γυναικών.  Ήταν το «επίτευγμα» της χούντας, το επιστέγασμα της προδοσίας, εκείνων που ενεθάρρυναν τη βία διακηρύσσοντας την Ένωση, ενώ είχαν στον νου τους τη ΔΙΠΛΗ ΕΝΩΣΗ, δηλαδή τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Με ψέματα κι απατηλά συνθήματα καπηλεύονταν τα ονόματα των πραγματικών ηρώων, εκείνων που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία αυτού του τόπου και προετοίμαζαν το έδαφος για το πραξικόπημα, που θα έδινε στην Τουρκία το πρόσχημα να εισβάλει στην Κύπρο. Έτσι ώστε η διχοτόμηση να έρθει όχι σαν μια λύση που τη θέλαμε (ποιος θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο στο λαό;), αλλά σαν μια λύση που επιβλήθηκε με τη δύναμη των όπλων…

Το αίμα των αθώων κι ο αβάσταχτος πόνος, οι τραυματικές εμπειρίες των ανθρώπων που είδαν κατά πρόσωπο το κτήνος του πολέμου, ο εκτοπισμός που οδήγησε 150 χιλιάδες ανθρώπους στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στη συνέχεια στους συνοικισμούς σκοτώνοντας τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο για τους ίδιους και τα παιδιά τους, ο βιασμός της ιστορίας και η εθνοκάθαρση σε ένα κομμάτι του ελληνισμού με ιστορία χιλιάδων χρόνων, εκείνο το φριχτό έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, έμεινε ατιμώρητο… Ποτέ και κανένας δεν καταδικάστηκε σε δικαστήριο…

Πώς φτάσαμε μέχρι την μεγάλη προδοσία του πραξικοπήματος, ποιος ήταν ο ρόλος που έπαιξαν οι τότε πρωταγωνιστές των γεγονότων από το 1955 μέχρι το 1974, ο Μακάριος, ο Γρίβας, οι πολιτικοί της εποχής, η χούντα, η ΕΟΚΑ Β’ και οι ξένες δυνάμεις, ποια λάθη τους ήταν ανθρώπινα κι απρόβλεπτα και ποια ήταν σκόπιμα για να οδηγήσουν την Κύπρο στη διπλή ένωση, ποιοι έλεγαν άλλα στο λαό και άλλα είχαν στο νου τους, ποιοι γνώριζαν και σε ποιο βαθμό το μέγεθος της προδοσίας και πόσο ήταν αναμεμειγμένοι σ’ αυτήν, είναι γεγονότα που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει πλήρως…

Το λεγόμενο «πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου» όπως αυτό βγήκε από την Βουλή των Ελλήνων και (ξεχωριστά) από την κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είναι βέβαιο ακόμη ότι πληροί τις προδιαγραφές της αντικειμενικής ιστορικής τεκμηρίωσης και πολλά ερωτηματικά εξακολουθούν να αιωρούνται, καθώς ακόμη η πληγή παραμένει ανοικτή, με το Κυπριακό άλυτο και την πορεία προς τη μόνιμη διχοτόμηση να συνεχίζεται…

Η απενοχοποίηση της διχοτόμησης…

DIXOTOMISI LOGO BLAKEIAS«Η Τουρκία δεν θέλει διχοτόμηση, αλλά έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου, μέσω της λύσης του Κυπριακού». Με αυτή την απλοϊκή και ιστορικά ατεκμηρίωτη θέση κάποιοι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί και αναλυτές απενοχοποιούν την διχοτόμηση κι ενοχοποιούν τις προσπάθειες για λύση. Επικαλούνται μάλιστα και το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (εν ενεργεία ΥΠΕΞ της Τουρκίας) καθώς και άλλα συγγράμματα, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο τι γράφει ένας πολιτικός (που μπορεί να εξυπηρετεί δικές του προσωπικές σκοπιμότητες) παρά στο τι τεκμηριώνεται από τα ίδια τα γεγονότα.

Αν η Τουρκία δεν ήθελε διχοτόμηση αλλά έλεγχο «ολόκληρης της Κύπρου μέσω της λύσης του Κυπριακού»:

  • Δεν θα αποχωρούσαν οι ΤΚ από την Κυπριακή Δημοκρατία το 1964, διότι το Σύνταγμά μας ως έχει παρέχει στην Τουρκία τη δυνατότητα να ελέγχει τη λειτουργία του κυπριακού κράτους.
  • Δεν θα προχωρούσε στο γεωγραφικό διαχωρισμό, πρώτα το 1963 όταν οι ΤΚ κλείστηκαν στους θύλακες τους και έπειτα το 1974 με τις μαζικές ανταλλαγές πληθυσμών.

Πολύ πιο εύκολα θα έλεγχε η Τουρκία την Κύπρο σαν ενιαίο κράτος, χωρίς γεωγραφικό διαχωρισμό των 2 κοινοτήτων κι αν την εξυπηρετούσε η λύση δεν θα μιλούσαμε σήμερα για τουρκική αδιαλλαξία που παρεμποδίζει τη λύση του Κυπριακού.

Η Τουρκία ήθελε και εξακολουθεί να προτιμά τη διχοτόμηση, ως την καλύτερη γι’ αυτήν λύση και με την πάροδο 40 ετών την έχει σχεδόν επιτύχει, δυστυχώς με τη βοήθεια της δικής μας πλευράς.

Όσα συνέβησαν στο Κυπριακό από το 1963 μέχρι σήμερα, τεκμηριώνουν επαρκώς την άποψη ότι η διχοτόμηση δεν ήταν μόνο επιλογή της Τουρκίας αλλά και μεγάλης μερίδας του ελληνοκυπριακού πολιτικοοικονομικού κατεστημένου. Στο μυαλό όσων την υποστηρίζουν φαντάζει σαν μια «καθαρή λύση»: γεωγραφικό και πολιτικό διαζύγιο με τους Τουρκοκύπριους και η Τουρκία να μην έχει τρόπο παρέμβασης στα εσωτερικά του δικού μας κράτους.

Πρόκειται βέβαια για μια αφελέστατη αντίληψη. Από τη στιγμή που η Τουρκία θα κάνει δικό της το βόρειο τμήμα της Κύπρου, ο κυπριακός Ελληνισμός θα υποστεί τη χειρότερη ήττα της ιστορίας του σ’ αυτό το νησί. Όχι μόνο θα χάσει για πάντα τη μισή Κύπρο αλλά θα τεθεί πραγματικά υπό ομηρία και στο υπόλοιπο μισό, καθώς θα παραμείνει κάτω από την απειλή του τουρκικού στρατού, την ίδια ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι έποικοι θα μεταφέρονται στην Κύπρο, για να την μετατρέψουν σε νησί με τουρκική πλειοψηφία.

Αυτό τον εφιάλτη θεωρούν κάποιοι δικοί μας σαν τη καλύτερη λύση για όλους. Πλην όμως δεν μπορούσαν και δεν μπορούν ακόμη ούτε και σήμερα να το πουν ξεκάθαρα στο λαό. Πώς να πεις στον Κερυνιώτη ότι η Κερύνεια πρέπει να δοθεί στην Τουρκία, για να μας αφήσει ήσυχους στο νότο; Πώς να πεις το αντίστοιχο στον Μορφίτη, στον Γιαλουσίτη και πάει λέγοντας;

Γι’ αυτό το λόγο εφαρμόζουν την πολιτική της διχοτόμησης χωρίς την υπογραφή μας. Από το 1963 μέχρι το 1974 στήριζαν πράξεις που θα προκαλούσαν την Τουρκία να δημιουργήσει στην Κύπρο διχοτομικά δεδομένα διά της βίας, ώστε να μπορούν την ίδια στιγμή που εξυπηρετείται ο στόχος της διχοτόμησης, να καταγγέλλουν την Τουρκία ότι εκείνη ευθύνεται, αποσείοντας ταυτόχρονα από πάνω τους κάθε ευθύνη.

Το πραξικόπημα του 1974 υπήρξε η κορύφωση της ανόητης αυτής πολιτικής, διότι το πραξικόπημα δεν έγινε για την Ένωση με την Ελλάδα, όπως είπαν στους ενωτικούς πατριώτες. Έγινε για να δοθεί η αφορμή στην Τουρκία να κάνει εισβολή στην Κύπρο και να καταλάβει την επαρχία Κερύνειας, με στόχο τη διχοτόμηση.

Είχε προηγηθεί το 1967 η επίθεση της Εθνικής Φρουράς στην Κοφίνου, η οποία οδήγησε στην αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας, ούτως ώστε σε περίπτωση τουρκικής εισβολής να μην υπάρχει επαρκής άμυνα και να μην εξελιχθεί ουσιαστικά η εισβολή σε πόλεμο Ελλάδας – Τουρκίας στην Κύπρο.

Ακόμα πιο πριν, το 1963, ο Μακάριος αποφάσισε μονομερώς να αλλάξει το Σύνταγμα, που ο ίδιος υπέγραψε στις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, δίδοντας αφορμή στην τουρκική πλευρά να κάνει την ανταρσία που οδήγησε στην πρώτη διχοτόμηση και στην «πράσινη γραμμή», την οποία ο Μακάριος έσπευσε να υπογράψει … για να επιτευχθεί η κατάπαυση του πυρός…  Πάντα η πλευρά μας έδιδε την αφορμή, που η Τουρκία περίμενε πλήρως προετοιμασμένη για τη διχοτόμηση, ώστε μετά να λέμε πως ότι έγινε έγινε χωρίς τη θέλησή μας…

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η τακτική διαφοροποιήθηκε κάπως. Μετατράπηκε σε «μακροχρόνιο αντικατοχικό αγώνα» και «δεν ξεχνώ». Κι ενώ οι θεωρητικοί αυτής της πολιτικής λένεμεταξύ τους «τζείνοι ποτζεί, εμείς ποδά τζι ένας τοίχος ψηλός μες στην μέσην που να μεν περνούν ούτε τα πουλιά» στους δημόσιους λόγους τους είναι οι πιο μεγάλοι πατριώτες: «Οι Έλληνες της Κύπρου λένε ΟΧΙ σε ξενόφερτες φιλοτουρκικές λύσεις!». Την ίδια στιγμή καταδικάζουν a priori σαν «ατιμωτική» και «φιλοτουρκική» κάθε πρωτοβουλία που ξεκινά στο Κυπριακό και αρχίζουν να την πυροβολούν από μακριά, με στόχο να την εξουδετερώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα. Με στόχο φυσικά η διχοτόμηση (χωρίς την υπογραφή μας) να έρθει με την πάροδο του χρόνου, ήσυχα και απλά.

Ήδη μέχρι στιγμής έχει προχωρήσει αρκετά το θέμα. Ιδιαίτερα μετά την απόφαση της Ε.Ε. για απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για αναγνώριση της τουρκικής Επιτροπής Αποζημιώσεων, ο δρόμος για έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους και νομιμοποίηση της διχοτόμησης έχει ανοίξει για τα καλά.

Η πολιτική μπαμπεσιά δεν έγκειται στο ότι αυτοί θέλουν τη διχοτόμηση. Είναι δικαίωμα τους να την πιστεύουν και να την προωθούν. Η μπαμπεσιά έγκειται στο ότι δεν το λένε ξεκάθαρα στους πολίτες. Αντίθετα,  καπηλεύονται τα ιερά και τα όσια αυτού του λαού και διεγείρουν τα γνήσια πατριωτικά του αισθήματα με συνθήματα ακριβώς αντίθετα από αυτό που έχουν στο μυαλό τους και που αποτελεί ουσιαστικά την πιο ατιμωτική για εμάς λύση στην οποία θα μπορούσε να καταλήξει το Κυπριακό.  Μάλιστα, ενώ παραμυθιάζουν το λαό με συνθήματα που δεν τα πιστεύουν, έχουν το θράσος να κατηγορούν εκείνους που θέλουν τη λύση περίπου ως … προδότες!

Με τον ίδιο τρόπο θα τους κατηγορούν και σε λίγα χρόνια όταν η διχοτόμηση θα οριστικοποιηθεί. Θα λένε ότι «χάσαμε τον καιρό μας να συνομιλούμε»… Χωρίς να λένε φυσικά πώς αλλιώς θα λύναμε το πρόβλημα, αν δεν συνομιλούσαμε. Σημασία θα έχει τότε να πείσουν τον κόσμο ότι η διχοτόμηση προήλθε από την … «πολιτική του καλού παιδιού» κι όχι από την άγονη δική τους πολιτική της διχοτόμησης.  Και φυσικά δεν θα μπουν στον κόπο να εξηγήσουν γιατί έγινε τελικά η διχοτόμηση αφού ούτε εμείς τη θέλαμε αλλά (σύμφωνα με αυτούς) ούτε και η Τουρκία!