Αρχείο ετικέτας Κύπρος 1974

ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Χτες το βράδυ δέθηκε το στομάχι μου κόμπος. Πήγα κι είδα το ντοκιμαντέρ «Αιχμάλωτοι μιας προδοσίας», του Παγκύπριου Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, που επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Μιχάλης Γεωργιάδης. Ένιωσα ακριβώς τα ίδια συναισθήματα όπως και πριν από δύο χρόνια που είδα την «Πορεία Θανάτου», των δημοσιογράφων Κυριάκου Πομηλορίδη, Μαρίνας Χατζηκώστα και Άντρης Χαραλάμπους. Στο χτεσινό βίντεο είδα τις μαρτυρίες ανδρών που πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τον τουρκικό στρατό, στη διάρκεια της εισβολής του 1974, ενώ στο άλλο, πριν από δύο χρόνια, τις μαρτυρίες των λίγων εκείνων που επέζησαν των φονικών μαχών στον Κουτσοβέντη, στον Πενταδάχτυλο.

Οι μαρτυρίες και στα δύο ντοκιμαντέρ τραγικά όμοιες. Τους έστειλαν να πολεμήσουν σε ένα πόλεμο από πριν συμφωνημένο, από πριν προδομένο. Δεν τα πιστεύεις αυτά που ακούνε τα αυτιά σου. Κοιτούσαν τα αποβατικά πλοία να φτάνουν και να αποβιβάζουν φαντάρους και τανκ, τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη να ρίχνουν εκατοντάδες αλεξιπτωτιστές και οβίδες αλλά οι διαταγές του ΓΕΕΦ προς τους δικούς μας φαντάρους έλεγαν «μην τους χτυπάτε, κάνουν άσκηση» ή «μην τους χτυπάτε αν δεν σας κτυπήσουν πρώτοι».

Τους έστειλαν κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου, χωρίς ίχνος συνείδησης. Οι περιγραφές συγκλονιστικές. Για τις σφαίρες που δέχτηκαν στο σώμα τους και επέζησαν από θαύμα,  για τα φριχτά βασανιστήρια που υπέστησαν από τους Τούρκους εισβολείς. Αλλά πιο πικρή από όλη εκείνη τη φρίκη που υπόφεραν ήταν η εξωφρενική διαπίστωση πως όλα ήταν προδομένα και προσχεδιασμένα.

Τι έγινε το 1974; Έχουν γραφτεί πολλά. Να μου επιτρέψετε σ’ αυτό το άρθρο να γράψω τι δική μου άποψη, τα δικά μου συμπεράσματα για το τι συνέβη, μέσα από το τι είδα, τι άκουσα, τι διάβασα. Πέρα από τα γνωστά σε όλους γεγονότα, δε διαθέτω τεκμήρια για την αλήθεια του σεναρίου που αναπτύσσω πιο κάτω, όμως καταθέτω τη δική μου εκδοχή και την αφήνω στην κρίση της ιστορίας.

Στις 15 Ιουλίου η στρατιωτική κυβέρνηση που κυβερνούσε πραξικοπηματικά την Ελλάδα, με ηγέτη στα παρασκήνια τον παρανοϊκό ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη, έκανε πραξικόπημα στην Κύπρο για να ανατρέψει τον Μακάριο. Στην πραγματικότητα το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει τη βόρεια ζώνη του νησιού, ώστε να μεταφερθούν εκεί οι Τουρκοκύπριοι και να λυθεί έτσι το Κυπριακό Ζήτημα με γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, δηλαδή με διχοτόμηση.

Σε ανύποπτο χρόνο ο Ιωαννίδης είχε πει, σε στενό κύκλο, ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί εφόσον οι Ελληνοκύπριοι αρνούνται να παραχωρήσουν ένα κομμάτι του νησιού στους Τουρκοκύπριους για να γίνει γεωγραφικός και πολιτικός διαχωρισμός, ενώ μαζί δεν κάνουν χωριό. Φαίνεται όμως πως κάποια στιγμή βρέθηκε ο τρόπος να γίνει αυτό το πράγμα με τρόπο ώστε στα μάτια του κυπριακού και του ελληνικού λαού να φαίνεται σαν αποτέλεσμα τουρκικού ετσιθελισμού κι όχι σαν κάτι με το οποίο συμφώνησαν και Έλληνες. 

Ο τρόπος αυτός δεν ήταν άλλος από την τουρκική εισβολή. Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο έπρεπε η Τουρκία να διαθέτει νομική κάλυψη. Έτσι η Ελλάδα παραβίασε τη συνταγματική τάξη, με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου για ανατροπή του νόμιμα εκλελεγμένου προέδρου Μακαρίου. Το σχέδιο ήταν συμφωνημένο μεταξύ του Ιωαννίδη, της τουρκικής ηγεσίας και των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως ενήμεροι για το σχέδιο του πραξικοπήματος και της εισβολής στην Κύπρο, ήταν και άλλοι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί παράγοντες -φίλοι και εχθροί της χούντας- ενώ παράλληλα οι αμερικανοβρετανικές μυστικές υπηρεσίες ενημέρωσαν για το σχέδιο αυτό και τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Ο Μακάριος ενημερώθηκε ότι η χούντα θα του έκανε πραξικόπημα και οι ενδείξεις με κάνουν να υποπτεύομαι ότι οι αμερικανοβρετανικές μυστικές υπηρεσίες μάλλον τον ενεθάρρυναν κιόλας να προκαλέσει κι ίδιος τη χούντα, γι’ αυτό κι απέστειλε ο Μακάριος επιστολή στον τότε πρόεδρο – ανδρείκελο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία κατάγγελλε τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο και του ζητούσε να τους μαζέψει πίσω στην Ελλάδα. Είμαι βέβαιος ότι ο Μακάριος ήξερε ότι το πραξικόπημα θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου και ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή λίγες ημέρες αργότερα.

Η διαφορά είναι ότι ο μεν Ιωαννίδης πίστευε ότι θα έριχνε τον Μακάριο και θα λυνόταν το Κυπριακό με διχοτόμηση της Κύπρου (με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια) ενώ ο Μακάριος είχε μάλλον διαβεβαιώσεις ότι, με την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, που θα ήταν περιορισμένης κλίμακας και χωρίς υπερβολική βία, θα αναγκαζόταν να πέσει η χούντα του Ιωαννίδη στην Ελλάδα και θα ησύχαζε οριστικά από αυτήν. Δεν είμαι βέβαιος αν ο Μακάριος είχε δεχτεί την ιδέα της διχοτόμησης ή αν πίστευε ότι απλά η Τουρκία θα διενεργούσε την επιχείρησή της και μετά θα έφευγε από την Κύπρο, πάντως ότι, μετά το πραξικόπημα, θα έκανε επέμβαση η Τουρκία, είμαι βέβαιος ότι το γνώριζε.

Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, είμαι πεπεισμένος ότι το ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που άρχισε από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, να στήνει το σύστημα εξουσίας με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τα οικονομικά και μικροπολιτικά του συμφέροντα, είχε αποφασίσει πολύ νωρίς ότι η καλύτερη λύση ήταν η διχοτόμηση, προκειμένου να ελέγχει την εξουσία και το δημόσιο χρήμα, χωρίς να ελέγχεται από τους Τουρκοκύπριους. Τη λύση αυτή ήθελε βεβαίως και η Τουρκία, ώστε να επανακτήσει πάνω στο νησί τα κυριαρχικά δικαιώματα της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία έχασε οριστικά το 1914, όταν η Βρετανία προσάρτησε την Κύπρο ως δική της κτήση, αφού από το 1878 μέχρι τότε απλώς την ενοικίαζε από τον Σουλτάνο. 

Η διχοτόμηση ήταν λοιπόν η χρυσή τομή πάνω στην οποία συμφωνούσαν η Τουρκία, το ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που είχε αποκτήσει δύναμη βαθέως κράτους καθώς επίσης και αρκετοί Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί, οι οποίοι είτε διέβλεπαν ότι μόνο με αυτή τη λύση θα διασφαλιζόταν η ειρήνη και η συνέχεια του Ελληνισμού τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του νησιού είτε απλά διασφάλιζαν ότι δεν θα ενοχλούσε κανείς παρείσακτος τις κότες με τα χρυσά αυγά, που θα τους έκανα πλούσιους.

Φυσικά οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι διχοτομικοί δεν τόλμησαν ποτέ να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους, διότι, για να γίνει η διχοτόμηση θα έπρεπε ένας μεγάλος αριθμός Ελληνοκυπρίων να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους για να μετακινηθούν σ’ αυτά οι Τουρκοκύπριοι. Κάτι τέτοιο ήταν από πολιτική, κοινωνική και ιστορική άποψη απαράδεκτο, καθώς ισοδυναμούσε με μαζικό έγκλημα και εσχάτη προδοσία.

Έπρεπε λοιπόν η διχοτόμηση να δρομολογηθεί με τρόπο ώστε να μη γίνει αντιληπτή η συγκατάθεση Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων. Έπρεπε να γίνει με μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας, η οποία θα προκαλούσε τετελεσμένα τέτοια, που δεν θα μπορούσαν να ανατραπούν. Οι πρώτες πράξεις του σχεδίου για τη διχοτόμηση της Κύπρου ήταν τα τραγικά γεγονότα του Δεκέμβρη, το 1963. Τότε τα πολιτικά πνεύματα στο νησί ήταν ιδιαιτέρως οξυμμένα, αφού ο πρόεδρος Μακάριος επιχείρησε μονομερώς και πραξικοπηματικά να αλλάξει 13 θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος (που ο ίδιος είχε συμφωνήσει και υπογράψει) δίνοντας έτσι την αφορμή στην Τουρκία και στο τουρκοκυπριακό εθνικιστικό κατεστημένο να αντιδράσουν.

Τα γεγονότα ήταν στημένα στο παρασκήνιο ώστε να αναζωπυρωθεί η δικοινοτική βία, που είχε ξεσπάσει αρχικά το 1957, με αφορμή τον αγώνα της ΕΟΚΑ για την Ένωση. Μετά το θάνατο της ιερόδουλης Τουρκοκύπριας Τζεμαλιγιέ από πυρά Ελληνοκυπρίων αστυνομικών, ένα βράδυ λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1963, ξέσπασαν άγριες μάχες στους μαχαλάδες της παλιάς Λευκωσίας. Οι Τουρκοκύπριοι άρχισαν να αποσύρονται και να κλείνονται στους δικούς τους μαχαλάδες ενώ οι πολιτικοί τους αποχώρησαν από το κράτος, σε μια προσπάθεια διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν τα κατάφεραν όμως, αφού ο ΟΗΕ αναγνώρισε ως νόμιμη την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη συμμετοχή μόνο των Ελληνοκυπρίων, καλώντας ωστόσο την κυβέρνηση αυτή να φέρει κοντά τις δύο κοινότητες, σε συνομιλίες για επίλυση του προβλήματος.

Από τότε μέχρι το 1973 έγιναν κάποιες προσπάθειες για λύση, αλλά τα κατεστημένα και στις δύο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένα να την επιτρέψουν. Όπως και μετά την εισβολή το ίδιο και πριν, κάθε φορά που έφταναν κοντά σε συμφωνία οι διαπραγματευτές, κάτι γινόταν και τινάζονταν όλα στον αέρα. Χαρακτηριστική ήταν η σύγκλιση στις συνομιλίες Κληρίδη-Ντενκτάς τον Νοέμβρη του 1973 (οκτώ μήνες πριν από την εισβολή) με την οποία οι Τουρκοκύπριοι δέχτηκαν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αλλά ο ίδιος ο Μακάριος απέρριψε την κατ’ αρχήν συμφωνία, διακηρύσσοντας ότι ο εθνικός μας πόθος παραμένει η Ένωσις και μόνον η Ένωσις με την μητέρα Ελλάδα. Σε μια εποχή, μην το ξεχνάτε, που κυβέρνηση στη μητέρα Ελλάδα ήταν η χούντα.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 έγιναν κι άλλα επεισόδια, κανονικές μάχες δηλαδή μεταξύ της Εθνικής Φρουράς που δημιουργήθηκε τότε από τον στρατηγό Γρίβα, με εντολές του Μακαρίου, από τη μια και των Τουρκοκυπρίων της ΤΜΤ και των λεγόμενων «Τουρκοκυπριακών Δυνάμεων Ασφαλείας» από την άλλη.  Τον Αύγουστο του 1964 η Τουρκία βομβάρδισε την Τηλλυρία, για να δώσει τάχα κάλυψη στους Τουρκοκύπριους που μάχονταν με τους Ελληνοκύπριους στην περιοχή των Κοκκίνων. Ο βομβαρισμός με νόμβες Ναπάλμ σκόρπισε θανατικό και τότε η Ελλάδα, του Γεώργιου Παπανδρέου, άρχισε να στέλνει κρυφά στην Κύπρο ολόκληρη μεραρχία στρατού, για να προστατέψει το νησί από τυχόν τουρκική εισβολή.

Τον Νοέμβριο του 1967 όμως, η Εθνική Φρουρά έκανε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον αμάχων στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 Τουρκοκύπριοι και χίλιοι να μείνουν άστεγοι. Η διεθνής κοινότητα εξοργίστηκε με τους Ελληνοκύπριους κι η Τουρκία το εκμεταλλεύτηκε πλήρως. Απέκλεισε την Κύπρο από αέρα και θάλασσα κι απειλούσε ξανά με εισβολή, αναγκάζοντας τη χούντα του Γεώργιου Παπαδόπουλου να αποσύρει την ελληνική μεραρχία από το νησί.

Τα γεγονότα της δεκαετίας του 60 επέσυραν μίσος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, οι οποίες είχαν ζήσει στο παρελθόν ειρηνικά για αιώνες. Έτσι πέρασε στη συνείδηση του απλού λαού και στις δύο πλευρές ότι πια δεν μπορούσαν Ε/κ και Τ/κ να ζήσουν μαζί. Το δηλητήριο της διχοτόμησης άρχισε να μεταγγίζεται σε μικρές-μικρές ποσότητες κάθε φορά, ώστε να αρχίσει ο οργανισμός μας να το συνηθίζει.

Επανερχόμαστε όμως στο 1974, όταν έγινε το αποφασιστικό βήμα για τη διχοτόμηση. Ο Μακάριος ήξερε ότι το πραξικόπημα θα γινόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Το Σαββατοκύριακο το πέρασε στην εξοχική του κατοικία στο Τρόοδος. Τη Δευτέρα το πρωί λέγεται ότι κατέβηκε στο προεδρικό μέγαρο, στη Λευκωσία. Πέρασε ακριβώς απ’ έξω από την Επιλαρχία Αρμάτων της Κοκκινοτριμιθιάς, χωρίς να συγκινηθεί κανείς μέσα στο στρατόπεδο. Λίγα λεπτά αργότερα, τα άρματα βγήκαν στο δρόμο και ξεκίνησαν να πάνε στο προεδρικό για να σκοτώσουν τον Μακάριο… Φτάνοντας στο προεδρικό  μέγαρο άρχισαν να βάλλουν από την μπροστινή πλευρά χωρίς ποτέ να περικυκλώσουν το κτίριο. Ο Μακάριος βγήκε, λέει, από την πίσω πόρτα, μαζί με έναν φρουρό του, πέρασε μέσα από τον Πεδιαίο ποταμό και βγήκε στην Προδρόμου. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο, ζήτησε από τον οδηγό να τους το δώσει και απ’ εκεί πήγε πρώτα στην Κλήρου, μετά στο μοναστήρι του Κύκκου, έπειτα στην Παναγιά της Πάφου και, εν συνεχεία, στην πόλη της Πάφου, από όπου και έκανε το γνωστό του διάγγελμα, λέγοντας στο λαό ότι είναι ζωντανός, την ώρα που το κατειλημμένο από τους πραξικοπηματίες ΡΙΚ μετέδιδε ότι είναι νεκρός.

Ό,τι περίγραψα στην πιο πάνω παράγραφο είναι η επίσημη εκδοχή. Κάποιοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι ο Μακάριος δεν κατέβηκε ποτέ στη Λευκωσία. Γεγονός πάντως παραμένει ότι τον φυγάδευσαν από την Κύπρο οι Βρετανοί. Ο Μακάριος πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί τον φυγάδευσαν με ελικόπτερο στη Μάλτα, από όπου ταξίδεψε έπειτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη. Ενώ στην Κύπρο για πολλά χρόνια οι Κύπριοι καταριόμασταν τους Αμερικάνους και τους Εγγλέζους ότι αυτοί ήταν πίσω από το πραξικόπημα και την εισβολή, δεν αναρωτήθηκε ποτέ κανείς πώς και γιατί αυτοί, που ήταν πίσω από το πραξικόπημα, φυγάδευσαν τον Μακάριο από την Κύπρο και στη συνέχεια τον υποδέχτηκαν στην Αγγλία και στις ΗΠΑ ως νόμιμο πρόεδρο της Κύπρου.

Αλλά τα παράξενα δε σταματούν εδώ. Τα τουρκικά αποβατικά πλοία ήταν ήδη μερικές εκατοντάδες μέτρα από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας, το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974. Τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν βίντεο και φωτογραφίες που φανέρωναν ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη για εισβολή. Τότε ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ο Μακάριος, ως νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου, για να μιλήσει. Έχοντας δει τις εικόνες στις ειδήσεις και ξέροντας ότι η Τουρκία ήταν πανέτοιμη για εισβολή, ο Μακάριος όχι μόνο δεν ζήτησε από την Τουρκία να δείξει αυτοσυγκράτηση, αλλά κατηγόρησε ευθέως την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο, για παραβίαση του Συντάγματος, που έπρεπε να αποκατασταθεί αμέσως και τόνισε ότι από την ελληνική εισβολή απειλούνταν και οι Τουρκοκύπριοι. Την ομιλία εκείνη του νόμιμου προέδρου της Κύπρου επικαλείται μέχρι σήμερα η Τουρκία, λέγοντας ότι επενέβη για να σώσει τους Τουρκοκύπριους από την εισβολή της Ελλάδας, έπειτα από την καταγγελία που έκανε η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυπριακή κυβέρνηση.

Το άλλο παράξενο ήταν πως, ενώ οι Τούρκοι χτυπούσαν, οι Έλληνες αξιωματικοί έλεγαν στους φαντάρους να μην χτυπήσουν, γιατί οι Τούρκοι έκαναν απλά άσκηση. Μάλιστα είχαν φροντίσει, από τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος, να απομακρύνουν τάγματα της Εθνικής Φρουράς, που κρατούσαν νευραλγικές θέσεις στα βόρεια παράλια της Κύπρου, από την Κερύνεια ως την Πόλη της Χρυσοχούς και να τα στείλουν στου διαόλου τη μάνα, για να μην υπάρχει κανείς να αντισταθεί στην αποβίβαση των εισβολέων. Γιατί έγινε αυτό; Διότι το σχέδιο, δηλαδή η μυστική συμφωνία μεταξύ χούντας, Τουρκίας και αμερικανοβρετανικών μυστικών υπηρεσιών προέβλεπε να μην υπάρξει αντίσταση, ώστε να μην προκληθεί αιματοχυσία. Εδώ όμως το κόλπο στράβωσε. Διότι, παρά τις διαταγές προς τους φαντάρους να μην χτυπήσουν, μέσα στην ανοργανωσιά, τη σύγχυση και τον πανικό, κάποιοι χτύπησαν. Μαρτυρίες στο ντοκιμαντέρ «Αιχμάλωτοι Μιας Προδοσίας» μιλούν για χτύπημα δικών μας εναντίον των αποβατικών δυνάμεων στο Πέντε Μίλι που κοκκίνησε τη θάλασσα από το αίμα. Από εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι εισβολείς άρχισαν να πετσοκόβουν. Εκτελούσαν φαντάρους κι άμαχους κατά το δοκούν και βίαζαν γυναίκες όλων των ηλικιών.

Παρόλο που σε δύο μέρες (22 Ιουλίου) κηρύχθηκε εκεχειρία, ο τουρκικός στρατός συνέχιζε την προέλαση, με αυξανόμενη αγριότητα. Γιατί και πάλι κάποιοι δικοί μας έδιναν αφορμές και προσχήματα. Θρασύδειλοι πιστολάδες της ΕΟΚΑ Β’ και πραξικοπηματίες, στα μετόπισθεν και πάντως μακριά από την κόλαση των μαχών με τον τουρκικό στρατό,  μπήκαν στα τουρκοκυπριακά χωριά, Τόχνη, Μάραθα, Αλόα και Στανταλάρης και σκότωσαν αθώα γυναικόπαιδα. Ήταν άραγε απλώς αποτέλεσμα μιας ασύλληπτα θρασύτατης βλακείας ή ήταν κι οι επιθέσεις αυτές μέρος του ιδίου σχεδίου, που θα εξυπηρετούσε την Τουρκία να επικαλείται την προστασία των Τουρκοκυπρίων για να προελαύνει ασταμάτητα, μέχρι να καταλάβει όλο το έδαφος που προέβλεπε το σχέδιο και να μαζέψει έπειτα εκεί μέσα όλους τους Τουρκοκύπριους, για «λόγους ασφαλείας»; Προσωπική μου άποψη είναι ότι στην πραγματικότητα συνέβη το δεύτερο. Οι επιθέσεις στα τουρκοκυπριακά χωριά ήταν μέρος του σχεδίου της προδοσίας.  

Στο μεσοδιάστημα έγιναν συνομιλίες στη Γενεύη. Εκεί τέθηκε στο τραπέζι σχέδιο ομοσπονδίας με δύο πολιτείες, στη βάση ενός χάρτη που έδειχνε ότι το έδαφος της τουρκοκυπριακής πολιτείας θα ήταν περίπου αυτό που κατέλαβε τουρκικός στρατός στον δεύτερο γύρο της εισβολής, όταν απέτυχαν οι συνομιλίες. Ο Κληρίδης ήθελε να δεχτεί την ομοσπονδία και να συζητήσει τον γεωγραφικό χάρτη, προκειμένου να αποφευχθεί μια δεύτερη αιματηρή τουρκική επίθεση, αλλά ο Μακάριος και το ελληνοκυπριακό βαθύ κράτος απέρριψε το σχέδιο ασυζητητί. Ήταν τότε που ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών Γεώργιος Μαύρος διακήρυξε ότι, μεταξύ της ατιμώσεως και του πολέμου η Ελλάς επιλέγει τον πόλεμο, αλλά λίγες ώρες μετά, μόλις ξημέρωσε το φως της 14ης Αυγούστου, η Ελλάς επέλεξε την ταπείνωση, αφήνοντας τους Κύπριους να καίγονται μόνοι μέσα στη φωτιά του πολέμου (τρία χρόνια αργότερα η ελληνική πλευρά δέχτηκε να συζητήσει την ομοσπονδία, την οποία απέρριψε εκείνο το πρωί). Στη διάρκεια της δεύτερης εισβολής συνεχίστηκαν οι αδιανόητες βαρβαρότητες των δυνάμεων εισβολής ενώ κατέλαβαν χωρίς ισχυρή αντίσταση όχι μόνο το έδαφος που πρόβλεπε η μυστική συμφωνία αλλά και κάτι παραπάνω, ώστε να έχουν να δώσουν πίσω, στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ενόσω ο Μακάριος ήταν στο εξωτερικό, δεν αντιλαμβανόταν ακριβώς τι γινόταν στην Κύπρο, κάτι που ενισχύει την άποψή μου ότι οι αμερικανοβρετανικές μυστικές τον ενημέρωσαν, πριν από το πραξικόπημα, ότι η τουρκική επιχείρηση θα ήταν μικρής κλίμακας και πολύ περιορισμένης βίας κι αυτός ήταν με εκείνη την εντύπωση, θεωρώντας μάλλον υπερβολές όσα του μετέφεραν για την κατάσταση την Κύπρο. Όταν ωστόσο επέστρεψε τον Νοέμβρη του 1974, αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια του τον συγκλόνισε, σε βαθμό που κάποιοι επιμένουν ότι εκεί κλονίστηκε η υγεία του, με αποτέλεσμα να πεθάνει δύο χρόνια και εννέα μήνες αργότερα, από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

Παρόλα αυτά όμως συνέβη τότε άλλο ένα παράξενο γεγονός. Ο Μακάριος αποφάσισε να συγχωρέσει όλους όσοι ευθύνονταν για το πραξικόπημα. Πρόσφερε «κλάδον ελαίας» σε εκείνους που προκάλεσαν την τουρκική εισβολή, που είχαν ευθύνη για τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, των βιασμό χιλιάδων γυναικών, για το ξεσπίτωμα 170 χιλιάδων ανθρώπων. Χωρίς να ρωτήσει τον πονεμένο αυτό λαό, αποφάσισε από μόνος του να συγχωρέσει εκείνους που έφεραν το θάνατο και την καταστροφή. Έτσι λοιπόν ούτε στην Κύπρο αλλά ούτε και στην Ελλάδα λογοδότησε ποτέ κανείς για την τεράστια εκείνη εθνική καταστροφή.

Οι χουντικοί στην Ελλάδα δικάστηκαν και καταδικάστηκαν μόνο για το πραξικόπημα στην Ελλάδα, όχι για το πραξικόπημα στην Κύπρο. Ούτε και για το ότι έστειλαν τα παιδιά του κυπριακού αλλά και του ελληνικού λαού (ΕΛΔΥΚ) να σκοτωθούν σε έναν αγώνα προδομένο. Μάλιστα αν παρακολουθήσει κανείς την ταινία «Η Δίκη της Χούντας», με αυθεντικά οπτικογραφημένα αποσπάσματα από τη δίκη σημαινόντων στελεχών της ούτω καλούμενης «Εθνικής Κυβέρνησης» θα διαπιστώσει ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν επέτρεψε σε καμία περίπτωση αναφορά στην Κύπρο κι αφαιρούσε το λόγο σε όποιον επιχειρούσε μια τέτοια αναφορά, λέγοντας ότι ήταν εκτός θέματος. Αλλά αν ήταν μόνο η χούντα ένοχη για την κυπριακή τραγωδία, γιατί τόση μυστικοπάθεια από τις ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης και των κυβερνήσεων στην Κύπρο;  Ενώ όλοι κατηγορούν αποκλειστικά τη χούντα και τους ξένους για την προδοσία της Κύπρου, ο φάκελος της Κύπρου δεν άνοιξε ποτέ. Παρέμεινε για 40 χρόνια κλειδαμπαρωμένος στα υπόγεια της Βουλής των Ελλήνων και μόλις τα τελευταία χρόνια δόθηκε υλικό στην κυπριακή βουλή, μέσα από το οποίο ωστόσο δεν βγάζει κανείς και πολλά συμπεράσματα.

Επανέρχομαι λοιπόν στην προσωπική μου άποψη ότι δεν ήταν μόνο η χούντα πίσω από την προδοσία. Ήταν κι άλλοι. Τονίζω ότι σε καμία περίπτωση δεν ελαφρύνω τις ευθύνες της χούντας και των εδώ στην Κύπρο συνεργατών της, όπως ήταν η ΕΟΚΑ Β’ και άλλοι παράγοντες. Αντιθέτως θεωρώ ότι ο ηλίθιος προδότης Δημήτριος Ιωαννίδης ευθύνεται πρώτα και πάνω από όλους για το γεγονός ότι συγκατένευσε στο σχέδιο για τη διχοτόμηση της Κύπρου, με μια απλοϊκή πεποίθηση ότι έτσι θα ξεμπέρδευε μια για πάντα με το Κυπριακό.  Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ιωαννίδης διχοτομικός. Ήταν και πολλοί άλλοι. Σίγουρα διχοτομικό ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα το διεφθαρμένο ελληνοκυπριακό κατεστημένο, που αποτελεί στην ουσία το βαθύ κράτος πίσω από κάθε κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα.

Αυτό το βρόμικο σινάφι που πήρε στα χέρια του την εξουσία, μόλις τερματίστηκε η αποικιοκρατία, γλυκάθηκε με το μέλι της εξουσίας και της υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος, γλυκάθηκε δηλαδή καταληστεύοντας αυτό τον αφελή και ταλαίπωρο λαό και μας τα έκανε όλα. Μας εξαπάτησε πουλώντας μας πατριωτικά φούμαρα, ενώ είχε στο νου του εξαρχής τη διχοτόμηση. Όταν πριν από την εισβολή μιλούσε για Ένωση, στο νου του είχε την διπλή ένωση, δηλαδή τη διχοτόμηση. Όταν μετά την εισβολή μιλούσε και συνεχίζει να μιλά για προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην πραγματικότητα εννοεί τη διατήρηση του σημερινού στάτους κβο, δηλαδή την ντε φάκτο διχοτόμηση, μέχρι ο χρόνος να τη οριστικοποιήσει. Αυτή είναι η λύση που τους βολεύει και δεν πρόκειται να κάνουν πίσω, μέχρι να την πετύχουν.

Προς το παρόν και για όσο καιρό μπορούν, κερδίζουν χρόνο. Γιατί ξέρουν πως ο χρόνος θα μας κάνει να ξεχάσουμε τη χαμένη μας πατρίδα, τους παππούδες μας που την πότιζαν με το αίμα και τον ιδρώτα τους, τους ήρωες του απελευθερωτικού μας αγώνα, που έδωσαν τη ζωή τους για να ελευθερωθεί αυτός ο τόπος το 1960 και να τον ορίζουμε ελεύθερο από τη μια του άκρη ως την άλλη, τους αγαπημένους μας πατεράδες και αδελφούς που σκοτώθηκαν στις προδομένες μάχες με τον τούρκικο  στρατό, τις μανάδες και τις αδελφές μας που τις βίασαν οι εισβολείς, την ιστορική μας παρουσία για σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια σε εκείνα τα χώματα, που τώρα τα ορίζει η Τουρκία.

Προς το παρόν και για όσο καιρό μπορούν, κερδίζουν χρόνο αλλά και χρήμα. Μοιράζοντας μεταξύ τους την εξουσία και κατακλέβοντας από τη τσέπη μας το υστέρημά μας. Αυτό το βρόμικο σινάφι δεν μας πρόδωσε μόνο το 1974. Το 1955 μας εξαπάτησε ότι ο αγώνας γινόταν για την Ένωση, ενώ ήξερε πολύ καλά ότι Ένωση δεν θα γινόταν. Μας το είχε πει εξάλλου κι ο (διπλωμάτης το επάγγελμα) ποιητής Γιώργος Σεφέρης, στο ποίημα του «Ελένη», πριν τον αγώνα της ΕΟΚΑ, ότι άδικα θα γέμιζε ο Σκάμανδρος κουφάρια, γιατί η Ένωση ήταν «ένα πουκάμισο αδειανό». Έστειλαν τα παλληκάρια να θυσιάσουν τη ζωή τους για την Ένωση και στο δρόμο άλλαξαν γνώμη. Συμφώνησαν ανεξάρτητο κράτος κι έπειτα το γύρισαν και πάλι στην Ένωση, γιατί το παραμύθι πουλούσε. Από την καταστροφή του 1974 και μετά το παραμύθι έγινε «μια δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση» που θα έρθει μετά από πολλά χρόνια, μέσα από έναν ατέλειωτο μεν αλλά άνετο, βολικό και ξεκούραστο «Μακροχρόνιο Αγώνα», μη βιάζεστε.

Αυτό λοιπόν το βρόμικο σινάφι μας πρόδωσε, μας ξεπούλησε, μας κατάκλεψε, μας ντρόπιασε, μας εξευτέλισε όχι μία φορά, αλλά πολλές. Το 1974 ήταν το αποκορύφωμα. Εκατόν εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι ξεσπιτώθηκαν, έζησαν για χρόνια μέσα στα αντίσκηνα και στα χαμόσπιτα μέχρι να τους χτίσουν κυβερνητικά σπίτια. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, χιλιάδες γυναίκες έπεσαν θύματα βιασμού, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, χιλάδες γονιοί, γυναίκες και παιδιά περίμεναν για δεκαετίες να μάθουν τι απέγιναν οι δικοί τους άνθρωποι, που πήγαν να αντισταθούν στην τουρκική εισβολή και χάθηκαν. Εξαπατήθηκαν ότι γίνονται προσπάθειες για λύση και δικαίωση, ενώ στην πραγματικότητα μας οδηγούν, σε παράλληλη δράση με την Τουρκία, στην οριστική διχοτόμηση.

Όταν ήρθε το 1974, μετά την εισβολή, η διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια για τους πρόσφυγες, ξέρετε τι έκανε το αθεόφοβο αυτό σινάφι; Την ΕΚΛΕΨΕ! Έκλεψε ό,τι μπορούσε να κλέψει. Από χρήματα, είδη πρώτης ανάγκης, φαγώσιμα είδη ένδυσης και υπόδησης και μάλιστα, για να μην βγει στη φόρα το πλιάτσικο και το μάθει ο προδομένος αυτός κόσμος, ξέρετε τι έκανε; Έκαψε κι από  πάνω τις αποθήκες της Κοινωνικής Μέριμνας, για να σκεπαστεί το έγκλημα. Σκεφτείτε το. Μετά από όλη εκείνη τη συμφορά, αυτό το βρόμικο βαθύ κράτος έκλεβε κι από πάνω το θύμα της προδοσίας, που ήταν αυτός ο αφελής και ευκολόπιστος λαός.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου, εκείνοι δηλαδή που πήγαν να πολεμήσουν με την τερατώδη τουρκική πολεμική μηχανή, είτε άοπλοι είτε με κάτι γελοία τουφέκια του β’ παγκοσμίου πολέμου, ανοργάνωτοι, και προδομένοι, με αποτέλεσμα να πιαστούν αιχμάλωτοι των Τούρκων, ξέρετε τι αντιμετώπισης έτυχαν από αυτό το βρόμικο βαθύ κράτος; Τους έγραψαν πάνω στο απολυτήριο του στρατού ότι συνελήφθησαν από τις δυνάμεις εισβολής του τουρκικού στρατού κι ότι η διαγωγή τους κατά τη διάρκεια της κράτησης τους παραμένει άγνωστη. Δηλαδή ότι περίπου μπορεί να ήταν και προδότες! Αυτό το ξετσίπωτο προδοτικό σινάφι που έφερε τους Τούρκους, στιγμάτισε σαν προδότες εκείνους που πήγαν να πολεμήσουν τους Τούρκους κι υπόφεραν ανείπωτα βασανιστήρια στη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους στις τουρκικές φυλακές. Ναι, τόση ξετσιπωσιά!

Μας έκαναν λοιπόν όλα εκείνα τα απίστευτα και δεν σταμάτησαν εκεί. Όταν πέθανε κι ο Μακάριος, κυριολεκτικά ξεσάλωσαν. Έστησαν το σύστημα εξουσίας στα μέτρα τους κι άρχισαν να τρώνε δισεκατομμύρια, κλέβοντας και ξανακλέβοντας και ξανακλέβοντας το μόνιμο θύμα τους, αυτό τον λαό. Το θέμα είναι πως αυτό το βρόμικο σινάφι βρίσκει και κάνει. Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται, δίκαια ή άδικα, πως αυτό που παίρνουμε, ως λαός, είναι αυτό ακριβώς που μας αξίζει.

Μακάρι να μην είναι έτσι. Μακάρι μια μέρα να ξυπνήσουμε και να σηκωθούμε όρθιοι. Μακάρι μια μέρα να ενώσουμε όλοι τα χέρια και να γίνουμε μια συντριπτική γροθιά στη μούρη αυτού του ξεδιάντροπου κι αχόρταγου κατεστημένου, να τη φάει και να πάει στον αγύριστο. Ίσως δούμε επιτέλους σ’ αυτό τον τόπο μιαν άσπρη μέρα.