Αρχείο κατηγορίας Σκέψεις

Όχι, δεν βεβηλώθηκε στα κατεχόμενα…

Κοιμητήριο Πάνω ΛακατάμιαςH φωτογραφία είναι από το σημερινό Φιλελεύθερο. Όχι το κοιμητήριο αυτό δεν είναι στα κατεχόμενα για να αρχίσουμε να διαμαρτυρόμαστε μετά βδελυγμίας ότι βεβηλώθηκε από το κατοχικό καθεστώς. Είναι το παλιό, μικρό κοιμητήριο της Πάνω Λακατάμιας. Συμπτωματικά, η τελευταία ταφή έγινε σ’ αυτό το χώρο το 1974…

Όταν ήμουν μικρό παιδί, το νεκροταφείο αυτό ήταν μόνο 100 μέτρα μακριά από την αυλή του σπιτιού μου, εκεί όπου βρίσκονταν τα τελευταία σπίτια του χωριού. Τις νύχτες η σκοτεινιά που το σκέπαζε, σαν μια μαύρη τρύπα μέσα στη γειτονιά μας, με τρόμαζε πολύ. Στο κρεβάτι μου όταν ξάπλωνα άκουγα βήματα στην αυλή, τριξίματα μέσα στο σπίτι, είχα την αίσθηση ότι μέσα από τις ντουλάπες του δωματίου και πίσω απ’ την εσωτερική πόρτα, με κοιτούσαν με το παγωμένο τους βλέμμα βλοσυρά φαντάσματα.

Σήμερα η φωτογραφία αυτή μου προκαλεί λύπη. Καθώς θυμάμαι τις πομπές των τεθλιμμένων να βαδίζουν έξω από το σπίτι μου, σκέφτομαι ότι ελάχιστοι από εκείνους τους μαυροφορεμένους ανθρώπους βρίσκονται πια στη ζωή και προφανώς ότι εδώ και πολλά χρόνια δεν ένιωσε κανείς την ανάγκη να ανάψει στο παλιό αυτό νεκροταφείο ένα καντήλι.

Κατά καιρούς έφτασαν στ’ αυτιά μου ανατριχιαστικές πληροφορίες για ασχημονίες ανόητων νεαρών τις νύχτες πάνω στους τάφους. Δεν είναι λοιπόν παράξενο το πώς κατάντησε έτσι ένας χώρος που θα έπρεπε να τυγχάνει στοιχειώδους σεβασμού.

Το περίεργο είναι που κανείς εκκλησιαστικός ή δημοτικός παράγοντας δεν ένιωσε την ανάγκη να ασχοληθεί με τούτο το ντροπιαστικό φαινόμενο. Και να σκεφτείτε ότι το νεκροταφείο βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη σήμερα γειτονιά της Λακατάμιας, πάνω στην κεντρική λεωφόρο και κάτω από παράθυρα πολυκατοικιών…

 

Και φύσηξε ο Θεός των Ορθοδόξων μια σκόνη…

ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΡΙΑ ΜΑΝΑΣυρία. Απόσταση από την Κύπρο 105 χιλιόμετρα. Όσο να πας από τη Λευκωσία στο Κούριο.

Σε τούτη τη χώρα εδώ και 4 χρόνια μαίνεται ένας ανελέητος πόλεμος. Οι νεκροί πάνω από 300 χιλιάδες κι ανάμεσά τους πάνω από 12 χιλιάδες τα παιδιά. Πάνω από 11 εκατομμύρια οι πρόσφυγες. Απ’ αυτούς 4 εκατομμύρια έφυγαν από τη χώρα, όχι για μια καλύτερη ζωή… απλά για να μπορέσουν να ζήσουν αφού, στον τόπο τους δεν τους απόμεινε καμιά ελπίδα. Χιλιάδες οι πνιγμένοι στις θάλασσες, θύματα  ασυνείδητων εμπόρων ελπίδας, που τους πήραν ότι είχαν και δεν είχαν σε χρήματα κι ύστερα τους εγατέλειψαν σ΄ακυβέρνητα σαπιοκάραβα στη μέση του πελάγου.  

Μόλις μερικές δεκάδες από αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους ζήτησαν να μείνουν στην Κύπρο… Ντρέπομαι να πω ότι κάποιοι ανάμεσά μας αντέδρασαν. Διότι τάχα «δεν έχουμε εμείς να φάμε κι έχουμε να δώσουμε σ’ άλλους;» … διότι τάχα εμείς είμαστε άνεργοι και «θα τους πληρώνουμε αυτούς για να κάθονται;»… διότι είναι ακάθαρτοι και βρομάνε, διότι δεν θα προσαρμοστούν και θα διαβρώσουν την ορθόδοξη χριστιανική μας κοινωνία… 

Κάτι τέτοια λοιπόν άκουγε αυτές τις μέρες ο Θεός των Ορθοδόξων, από τα στόματα Κυπρίων. Και φύσηξε έναν αέρα στη Συρία, που σήκωσε ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, με άπειρα μέσα του μικροσωματίδια από μπαρούτι, χημικά, αίμα, σάρκες παιδιών, δάκρυα κι ασήκωτο ανθρώπινο πόνο. Κι ήρθε αυτό το σύννεφο και κάθισε πάνω μας και μέσα μας και μας έπνιξε. 

26

Ψυχές στα σαγόνια της θάλασσας…

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΕ ΣΑΠΙΟΚΑΡΑΒΟΈνας απέραντος υγρός τάφος η Μεσόγειος. Ανθρώπων που φεύγουν με την ψυχή στο στόμα, στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες στα σαπιοκάραβα απατεώνων, που τους υπόσχονται μια καλύτερη μοίρα. Διωγμένοι από πολέμους, ανέχεια, πείνα. Αθύρματα της ματαιοδοξίας, της απληστίας, της ανοησίας των ηγετών τους. Τρεισήμισι χιλιάδες πνίγηκαν πέρσι. Αυτή μόνο την εβδομάδα, πνίγηκαν πάνω από χίλιοι.

Από την άλλη, η «Ευρώπη των Λαών» χύνει κροκοδείλια δάκρυα, Στην πραγματικότητα φαίνεται να βλέπει αυτό το ασταμάτητο θανατικό σαν μια λύση… Σαν ένα φόβητρο που μπορεί να αναχαιτίσει την παράνομη μετανάστευση. Μέσα στην καλοπέραση, μας διαφεύγει ότι οι άνθρωποι αυτοί φεύγουν γιατί έχουν ανάγκη να ζήσουν, οι ίδιοι και τα μωρά τους, όχι μια καλύτερη ζωή, απλά να ζήσουν. Πράγμα που σημαίνει πώς ο κίνδυνος να πνιγούν μεσοπέλαγα δεν είναι τίποτε παραπάνω από αυτό που ζούσαν έτσι κι αλλιώς στο ρημαγμένο τους τόπο.

 

Εδώ είμαστε, Γρηγόρη…

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εδώ είμαστε ακόμα Γρηγόρη
στο μηδέν της απραξίας
με τους φραπέδες αραχτοί στην αυταπάτη.
Δεν μας πληγώνει τίποτα
απ’ ό,τι αγάπησες.

Ξέρω δεν είσαι πια παρών όταν μαζεύονται
γραβατωμένοι ρήτορες κι άλλοι που θέρισαν
καρπούς απ’ τη σπορά σου
τόσο μικροί κάτω απ’ το μπόι σου
τόσο μακριά κι απ’ την καρδιά σου.

Κάποτε αγνάντευες απ’ τα λημέρια σου
γύρω τη γη μας ως θάλασσα.
Τώρα κι η μνήμη μας θέλει ταυτότητα για να περάσει..

Ξεθώριασες χρόνια προσμένοντας ν’ αποκριθούμε.
Και τα βαριά σου βήματα
νύχτα στης μάνας σου το γκρεμισμένο σπίτι
μόνο στον ύπνο μας κάτι τρελοί
κι αλαφροΐσκιωτοι τ’ ακούμε…

3

Πόσες ήττες…

2EΑπό μικρός ακούω για «εθνικόφρονες», «ελληνόφρονες», «βασιλόφρονες», …»βαρελόφρονες» και άλλες τέτοιες μαλακίες που τις έχει σιχαθεί η ψυχή μου, διότι είδα αίμα και πόνο και μάνες μαυροφορεμένες πάνω από τάφους να κλαίνε τα παιδιά τους, για τις ανωμαλίες και τη παραφροσύνη του κάθε ηλίθιου, που μας οδηγεί από ήττα σε ήττα κι από καταστροφή σε καταστροφή νομίζοντας, μέσα στο πέλαγος της μαλακίας του, ότι αυτό είναι πατριωτισμός και εθνική αξιοπρέπεια.

 

Τη μάνα του την ρώτησαν αν ήθελε το γιο της ήρωα;

1

Σ’ ένα στεναγμό της ιστορίας σπάρθηκαν σώματα παιδιών σ’ αυτούς τους τάφους. Μικρός ήμουν τότε που τους κουβάλησαν εδώ με τα καμιόνια. Παιδιά σαν τα δικά μας. Γελούσαν, γλεντούσαν, ονειρεύονταν. Οι πιο πολλοί ούτε που νοιάζονταν για τα πολιτικά. Η γλυκιά τρέλα της ανέμελής τους ηλικίας ήταν η απόδραση από τη σχιζοφρένεια της εθνικής αυτοκαταστροφής.

Κάθε που ο φανατισμός ανέβαζε τα ντεσιμπέλ στους καφενέδες, ετούτοι φεύγανε. Να κάνουν το τσιγάρο τους κουβεντιάζοντας καθισμένοι κατάχαμα για τα κορίτσια, που μόνο στα κρυφά μπορουσαν ν’ ανταμώσουν. Να πουν κουβέντες που δεν βαραίναν τις ψυχές τους, πιο πολύ από κείνο το γκρίζο ουρανό που όλο μάζευε και πύκνωνε το νεφικό της καταιγίδας.

Μα κάποιοι άλλοι όρισαν τη μοίρα τους. Εκείνοι που τάχα ήξεραν καλύτερα. Εκείνοι που τάχα κάτεχαν την αλήθεια. Στ’ όνομα μιας χίμαιρας -εγώ λέω πρόφασης- οδήγησαν ξανά τον τόπο στην καταστροφή και ξάφνου βρέθηκαν άοπλα ετούτα τα παιδιά να πολεμούν το πάνοπλο θηρίο. Απ’ το μικρό τους παράδεισο στην πυρωμένη κόλαση ενός πολέμου, που δεν τον θέλησαν, δεν τον προκάλεσαν κι ούτε που πρόλαβαν να καταλάβουν το γιατί. Πρόχειρα θάφτηκαν εδώ, οι πιο πολλοί ανώνυμοι, “άγνωστοι στρατιώτες”… Προδωμένοι στη μάχη, προδωμένοι και στο θάνατο.

Στάθηκα να κοιτάζω τους σταυρούς. Μέσα στο χώμα φύτεψαν τούτα τα παιδιά με όλο τον κόσμο τους μαζί. Θέλω να κλάψω. Πόσο αίμα, πόσος πόνος, πόσες ήττες. Δεν ευτυχήσαμε να έχουμε ηγέτες γίγαντες. Μονάχα νάνους. «Υπερ βωμών και εστιών» λέγανε στους επικήδειους οι επιτήδειοι υποκριτές. Οι αντιστρόφως ανάλογα μικροί απ΄ ότι οι ιστορικές συγκυρίες απαιτούσαν. Αλλά τη μάνα ετούτου εδώ του παιδιού τη ρώτησε κανείς αν ήθελε το γιο της ήρωα;

2E

Τα πιο πάνω είναι σκέψεις που με πλήγωσαν καθώς βρέθηκα πάνω από τους τάφους δεκάδων παιδιών, που βιαστικά κι ανώνυμα τάφηκαν στο κοιμητήριο της Πάνω Λακατάμιας, τον Ιούλη του 1974. Σκέψεις που με κάνουν να αγαναχτώ κάθε φορά που ακούω τους ίδιους κι απαράλλακτους ανόητους να παριστάνουν τους νταήδες και τους παλληκαράδες στα λόγια μόνο. Τους τάχα «ανυπόταχτους», τους γενικώς «τουρκοφάγους» που δεν κάνουν τίποτα ωστόσο για να φύγει ο Τούρκος από την Κύπρο. Εκείνους που θεωρούν «εθνική αξιοπρέπεια» το να μην συζητάμε με τον εχθρό λύση του εθνικού μας ζητήματος, αλλά είναι εντάξει να αφήνουμε επ’ αόριστον την μισή μας πατρίδα κάτω από την μπότα του  Τούρκου στρατιώτη, φτάνει αυτό να γίνεται χωρίς την υπογραφή μας. Λες κι ο αγώνας για απελευθέρωση είναι ληξιαρχική πράξη. 

Εκείνους που μπέρδεψαν τον ηρωϊσμό με τον διανοητικό αυνανισμό, νομίζοντας πως ήρωας είναι εκείνος που οπτασιάζεται ότι συντρίβει τον εχθρό, στα λόγια μόνο και στη φαντασία του και κάθεται στα βραστά του, δεν πολεμά, δεν κουράζεται, δεν λερώνεται. Εκείνους που σπέρνουν συμφορές και πρώτοι τρέχουν να κρυφτούν, στέλνοντας άλλους στη φωτιά να γίνουν ήρωες, διότι αυτοί πρέπει να μείνουν ζωντανοί, εμπνευσμένοι θεωρητικοί της εθνικής μας αυταπάτης. Το πιο κάτω κείμενο είναι μια ωδή στους πραγματικούς ήρωες. Εκείνους τους άγνωστους, τους ανώνυμους για την ιστορία, εκείνους που έτρεξαν στο καθήκον, για να σώσουν την πατρίδα από το κακό, όταν οι χρήσιμοι για τον εχθρό ηλίθιοι, κρύβονταν ασφαλείς στα μετόπισθεν της θρασυδειλίας τους.

 

Τα κροταλίζοντα δαιμόνια της σοφίτας…

ΚΕΡΥΝΕΙΑΑνασύρουν φαντάσματα κλεισμένα στη σοφίτα της καχυποψίας μας. Δασείες, ψιλές, οξείες, βαρείες, περισπωμένες, διαλυτικά, εισαγωγικά, ομοιοματικά, κεφαλαία, πεζά, παύλες, κόμματα, άνω τέλειες, άνω και κάτω τελείες, τελείες. Τόνοι και πνεύματα, σημεία της στίξεως μεταμορφωμένα σε σημεία και τέρατα.

Έτσι περάσαν άγονα σαράντα χρόνια. Με τους ταγούς, τους εκλεκτούς, τους λίγους τελοσπάντων κλειδοκράτορες να θησαυρίζουν μες στη δόξα τους ως ταξιάρχες φαντασμάτων της σοφίτας και τους πολλούς να ‘χουν αλλού το βλέμμα τους στραμμένο από φόβο.

Έτσι ξεθώριασε σιγά σιγά κι η ζώσα μνήμη, αφήνοντας παρόλα αυτά μες στην καρδιά τ’ απόσταγμα των όσων ζήσαμε σαν νοσταλγία, σαν μια γλυκειά ψευδαίσθητη, σαν μυρωδιά του γιασεμιού, νύχτες τ’ Απρίλη στην Κερύνεια. Λαθραία σαν την ενοχή, καθώς σου δίνεται τις ώρες σου της μοναξιάς, χωρίς τα φτιασιδώματα των ποιητών, χωρίς το αναλώσιμο κέρινων λόγων.

Σαν προσμονή που την κρατάς στο πιο κρυφό τοπίο των ονείρων σου, στο μη προσβάσιμο σε κλειδοκράτορες, που σέρνουν πίσω τους συντακτικά, γραμματικές και κροταλίζοντα δαιμόνια της σοφίτας…

 

Πιο γενναιόδωρη πεθαίνεις…

DIXOTOMISI SIMAIESΜιλούν για απαράδεκτες γενναιόδωρες προσφορές προς την Τουρκία στο Κυπριακό οι θιασώτες του ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΥ ΑΓΩΝΑ (της μάσας που συνεχίζεται). Κι η άνεση του να κατέχει ανενόχλητη για το ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟ διάστημα των 40 χρόνων τώρα την μισή Κύπρο και να λειτουργεί πάνω στη δική μας γη ψευδοκράτος, λιμάνια, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, επιχειρήσεις… τι είδους μακροχρόνια προσφορά είναι αυτή; ΠΙΟ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ!