Τη μάνα του την ρώτησαν αν ήθελε το γιο της ήρωα;

Posted by: on Ιαν 29, 2015 | No Comments

Σκέψεις που με πλήγωσαν καθώς βρέθηκα πάνω από τους τάφους δεκάδων παιδιών, που βιαστικά κι ανώνυμα τάφηκαν στο κοιμητήριο της Πάνω Λακατάμιας, τον Ιούλη του 1974. Σκέψεις που με κάνουν να αγαναχτώ κάθε φορά που ακούω τους ίδιους κι απαράλλακτους ανόητους να παίζουν τους νταήδες και τους παλληκαράδες στα λόγια μόνο. Τους τάχα “ανυπόταχτους”, τους γενικώς “τουρκοφάγους” που δεν κάνουν τίποτα ωστόσο για να φύγει ο Τούρκος από την Κύπρο. Εκείνους που θεωρούν “εθνική αξιοπρέπεια” το να μην συζητάμε με τον εχθρό λύση του εθνικού μας ζητήματος, αλλά είναι εντάξει να δώσουμε την μισή Κύπρο στην Τουρκία, χωρίς την υπογραφή μας. Εκείνους που μπέρδεψαν τον ηρωϊσμό με τον διανοητικό αυνανισμό, νομίζοντας πως ήρωας είναι εκείνος που οπτασιάζεται ότι συντρίβει τον εχθρό, στα λόγια μόνο και στη φαντασία του και κάθεται στα βραστά του, δεν πολεμά, δεν κουράζεται, δεν λερώνεται. Εκείνους που σπέρνουν συμφορές και πρώτοι τρέχουν να κρυφτούν, στέλνοντας άλλους στη φωτιά να γίνουν ήρωες, διότι αυτοί πρέπει να μείνουν ζωντανοί, εμπνευσμένοι θεωρητικοί της εθνικής μας αυταπάτης. Το πιο κάτω κείμενο είναι μια ωδή στους πραγματικούς ήρωες. Εκείνους τους άγνωστους, τους ανώνυμους για την ιστορία, εκείνους που έτρεξαν στο καθήκον, για να σώσουν την πατρίδα από το κακό, όταν οι χρήσιμοι για τον εχθρό ηλίθιοι, κρύβονταν ασφαλείς στα μετόπισθεν της θρασυδειλίας τους.

Σ’ ένα στεναγμό της ιστορίας σπάρθηκαν σώματα παιδιών σ’ αυτούς τους τάφους. Μικρός ήμουν τότε που τους κουβάλησαν εδώ με τα καμιόνια. Παιδιά σαν τα δικά μας. Γελούσαν, γλεντούσαν, ονειρεύονταν. Οι πιο πολλοί ούτε που νοιάζονταν για τα πολιτικά. Η γλυκιά τρέλα της ανέμελής τους ηλικίας ήταν η απόδραση από τη σχιζοφρένεια της εθνικής αυτοκαταστροφής.

1Κάθε που ο φανατισμός ανέβαζε τα ντεσιμπέλ στους καφενέδες, ετούτοι φεύγανε. Να κάνουν το τσιγάρο τους κουβεντιάζοντας καθισμένοι κατάχαμα για τα κορίτσια, που μόνο στα κρυφά μπορουσαν ν’ ανταμώσουν. Να πουν κουβέντες που δεν βαραίναν τις ψυχές τους, πιο πολύ από κείνο το γκρίζο ουρανό που όλο μάζευε και πύκνωνε το νεφικό της καταιγίδας.

2EΜα κάποιοι άλλοι όρισαν τη μοίρα τους. Εκείνοι που τάχα ήξεραν καλύτερα. Εκείνοι που τάχα κάτεχαν την αλήθεια. Στ’ όνομα μιας χίμαιρας -εγώ λέω πρόφασης- οδήγησαν ξανά τον τόπο στην καταστροφή και ξάφνου βρέθηκαν άοπλα ετούτα τα παιδιά να πολεμούν το πάνοπλο θηρίο. Απ’ το μικρό τους παράδεισο στην πυρωμένη κόλαση ενός πολέμου, που δεν τον θέλησαν, δεν τον προκάλεσαν κι ούτε που πρόλαβαν να καταλάβουν το γιατί. Πρόχειρα θάφτηκαν εδώ, οι πιο πολλοί ανώνυμοι, “άγνωστοι στρατιώτες”… Προδωμένοι στη μάχη, προδωμένοι και στο θάνατο.

Στάθηκα να κοιτάζω τους σταυρούς. Μέσα στο χώμα φύτεψαν τούτα τα παιδιά με όλο τον κόσμο τους μαζί. Θέλω να κλάψω. Πόσο αίμα, πόσος πόνος, πόσες ήττες. Δεν ευτυχήσαμε να έχουμε ηγέτες γίγαντες. Μονάχα νάνους. «Υπερ βωμών και εστιών» λέγανε στους επικήδειους οι επιτήδειοι υποκριτές. Οι αντιστρόφως ανάλογα μικροί απ΄ ότι οι ιστορικές συγκυρίες απαιτούσαν. Αλλά τη μάνα ετούτου εδώ του παιδιού τη ρώτησε κανείς αν ήθελε το γιο της ήρωα;

 

Leave a Reply

Facebook IconYouTube IconTwitter Icon
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων