Ο 19χρονος που συγκλόνισε την ανθρωπότητα.

Όταν ήμουν δάσκαλος, το 1990, έγραψα για τους μαθητές μου αυτό το κείμενο – αφιέρωμα στον παγκόσμιο ήρωα της Ελευθερίας Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣΔυο μοίρες μοίραναν τον Βαγορή τη μέρα που γεννήθηκε.  Η μια, η κακή, που του ‘ταξε να πεθάνει μόλις στα δεκαεννιά του και η  άλλη, η καλή, που, μη μπορώντας να αλλάξει εντελώς την κατάρα ετούτη, του ‘ταξε να πεθάνει όπως ταιριάζει σε ένα σωστό παλληκάρι.

Κάπως έτσι πρέπει να ‘γινε και ξύπνησε ο Βαγορής τα μικρά του τα βλέφαρα, στον ίσκιο μιας σημαίας ξενικής, αλλόκοτης, που καθόλου δεν ταίριαζε με το τοπίο που αντικρίζανε τα ονειροπόλα του μάτια.  Και αν οι ξενόφερτοι στρατιώτες στεκόντανε εμπρός της με σεβασμό και σε στάση προσοχής χαιρετώντας την, η σημαία ετούτη καθόλου δεν μιλούσε στην καρδιά του. Βάραινε κάθε στιγμή σαν μουντή πινελιά στα χαμόγελα των παιδιών, σαν αόρατη αυσίδα στις ψυχές των μεγάλων. Ετούτη η σημαία του βάραινε την καρδιά.

Μονάχα η άλλη ξεσήκωνε θύελλες μέσα του. Εκείνη που καθρεφτίζει την ξάστερη απεραντοσύνη του ουρανού ένα ανοιξιάτικο πρωινό, ανήμερα Ανάστασης και τους λευκούς αφρούς που γέννησαν σε ένα ακρογυάλι μυστικό την Αφροδίτη. Ήταν η δικιά του σημαία, η ελληνική.

Γόνος μιας ανύποπτης μούσας, απ’ τις αμέτρητες που γέννησε τούτη η μικρή πατρίδα, τραγούδησε τη ζωή, το φως, την αγάπη, μα πάνω απ’ όλα τη λευτεριά και την Ελλάδα.

Ο άνεμος που φύσηξε εκείνο τον Απρίλη του 55 έβαλε φωτιά στο νου και στην καρδιά του. Μια σιωπηλή βραδιά έβαλε κι αυτός το χέρι στο Ευαγγέλιο και είπε τον όρκο της φυλής, τον ιερό: «Απ’ τον πατέρα κι απ’ τη μάνα κι απ’ τους προγόνους όλους πιο ιερή η πατρίδα». Ήταν μαθητής της πέμπτης τάξης του γυμνασίου, όταν ξεχύθηκε με άλλους στους δρόμους με την καρδιά πλημμυρισμένη, ανεμίζοντας τη δικιά μας σημαία, φωνάζοντας συνθήματα, πετροβολώντας τη ξένη αυτοκρατορία.  Σκύλιαζαν οι Εγγλέζοι. Χτυπούσαν με τα ηλεκτροφόρα τους ρόπαλα, λες και μπορούσανε μ’ αυτά να γονατίσουν τις αδάμαστες ψυχές, να τις κάνουν να απαρνηθούν τη λευτεριά. Μα γελαστήκαν.

Όταν σε κάποια διαδήλωση τον πιάσανε και ήτανε έτοιμοι να τον δικάσουν, ο Βαγορής πέταξε σε μια γωνιά τη σάκα του, τους έρωτες, τα όνειρά του κι ανέβηκε αντάρτης στα βουνά. Άφησε πίσω του μονάχα ένα γράμμα, ένα σημείωμα, ποίημα κι αυτό, για τους συμμαθητές του. «Θα πάρω μιαν ανηφοριά…»

Έφυγε ο Βαγορής, για να μη γυρίσει ποτέ στο άδειο θρανίο. Κάπου, σε μια ενέδρα, θα τον πιάσουν. Το δικαστήριο τους θα τον καταδικάσει σε θάνατο. Θα είναι μόλις δεκαεννιά χρονών.

Οι αρχαίοι Έλληνες ήθελαν τους ήρωές τους ημίθεους. Μα ο Βαγορής, ένας κοινός θνητός, ένας μαθητάκος του σκολειού, ένα παιδί θα υψωθεί κι από ημίθεος ακόμα πιο ψηλά καθώς, σέρνοντας τα ματωμένα βήματα ενός κορμιού τσακισμένου πια απ’ τα βασανιστήρια, θα ανέβει σταθερά κι αγέρωχα την αγχόνη.

Εκεί μπροστά στους δήμιούς του, θα τραγουδήσει τον «Ύμνο στην Ελευθερία», τον εθνικό μας ύμνο. Όταν θα ανοίξει η καταπακτή, η εγγλέζικη αυτοκρατορία, θα μπορέσει βέβαια να πάρει το άψυχο κορμί του για να το θάψει μέσα στην αυλή των φυλακών, αφού ακόμα και νεκρό τον ήθελε φυλακισμένο. Η ψυχή του όμως θα κυμματίζει λεύτερη, όπως λεύτερος είναι πάντα ο Βαγορής, μες στις καρδιές των Ελλήνων για να μας θυμίζει πως: «…Τώρα κι αν είναι χειμωνιά θα ‘ρθει το καλοκαίρι, τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά…»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *