Να στοχεύσουμε στη λύση, όχι στη μη λύση…

keryneiaΑπό το 1974 μέχρι σήμερα συνομολογήσαμε με την τουρκοκυπριακή πλευρά τρεις συμφωνίες υψηλού επιπέδου, που ορίζουν ως βάση λύσης του Κυπριακού την ομοσπονδία. Τις συνυπέγραψαν οι Μακάριος (1977) και Σπύρος Κυπριανού (1979) με τον Ντενκτάς κι ο Τάσσος Παπαδόπουλος (2006) με τον Ταλάτ.  Οι τρεις αυτοί πρόεδροι – θιασώτες της ανένδοτης διεκδικητικής πολιτικής- κατήγγειλαν σε όλα τα διεθνή βήματα την Τουρκία για τις παράνομες πράξεις της στην Κύπρο, προέβαλαν δηλαδή κατά κόρον το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής.

Παραδέχτηκαν ωστόσο τελικά όλοι ότι μόνο μέσω των συνομιλιών μπορεί να υπάρξει συμφωνία στο Κυπριακό κι ότι η μόνη εφικτή λύση, που θα αποτρέψει τη διχοτόμηση και θα αποκαταστήσει την ενότητα, εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία του κυπριακού κράτους σε όλη την έκταση της Κύπρου, είναι η ομοσπονδία με δύο πολιτείες, τις οποίες θα διοικούν αντιστοίχως οι δύο κοινότητες. Γιαυτό κι έβαλαν τις υπογραφές τους.  

Για τον ίδιο λόγο, αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση, στην τουρκική πλευρά, όσοι απορρίπτουν την ομοσπονδία ευελπιστούν βάσιμα ότι η άγονη κι αδιέξοδη πάροδος του χρόνου θα οδηγήσει μοιραία το Κυπριακό σε λύση δύο κρατών, δηλαδή στη διχοτόμηση. Το μεγάλο ερωτηματικό αφορά το τι επιδιώκουν όσοι στην ελληνική πλευρά δηλώνουν ενάντιοι στην ομοσπονδία. Πολύ περισσότερο που ούτε κι οι ίδιοι μπαίνουν στον κόπο να διευκρινίσουν το κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Όπως επίσης το τι επιδιώκουν εκείνοι που δεν απορρίπτουν μεν την ομοσπονδία -εφόσον την υπέγραψαν οι Μακάριος, Κυπριανού και Παπαδόπουλος- αλλά στην ουσία με τη ρητορική τους την αναιρούν. Που διαπρυσίως διακηρύττουν την ανάγκη διαφύλαξης της Κυπριακής Δημοκρατίας κι ακούγονται σαν να μην θέλουν να αλλάξει τίποτα απ’ αυτό που έχουμε σήμερα: από ένα δηλαδή αναγνωρισμένο μεν κράτος, αλλά σε μια Κύπρο ημικατεχόμενη από την Τουρκία και ντε φάκτο διχοτομημένη.

Έτσι κι αλλιώς, αν λυθεί το Κυπριακό με οποιαδήποτε άλλη μορφή λύσης εκτός αυτής των δύο χωριστών κρατών, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πάψει να είναι αμιγώς ελληνικό κράτος διότι, σύμφωνα με το ίδιο το Σύνταγμά της, είναι κράτος δικοινοτικό και συναιτερικό μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Συνεπώς η γενικόλογη κι ασαφής ρητορική περί διαφύλαξης της Κυπριακής Δημοκρατίας διολισθαίνει επικίνδυνα την πλευρά μας προς τον γκρεμό της διχοτόμησης.

Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στην ευνοικότερη από το 1974 συγκυρία για λύση του Κυπριακού. Η επιλογή είναι και πάλι ανάμεσα στην ομοσπονδία και τη διχοτόμηση.  Άλλη λύση δεν υπάρχει κι όσοι διατείνονται ότι υπάρχει, ψεύδονται. Επιλέγοντας την ομοσπονδία δεν παραχωρούμε επικυριαρχικό ρόλο στην Τουρκία, ούτε αποδεχόμαστε ένα ρατσιστικού τύπου διαχωρισμό, όπως παραπλανητικά διαδίδουν εκείνοι που δεν προτείνουν τίποτα.  

Διεκδικούμε και θα επιτύχουμε την μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας από δικοινοτικό κράτος ενιαίας διοίκησης, σε δικοινοτικό κράτος ομοσπονδιακής διοίκησης, αλλά με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των βασικών ελευθεριών και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι Κύπριοι πολίτες, πρόσφυγες και μη, θα απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα του Ευρωπαίου πολίτη, χωρίς μόνιμες παρεκκλίσεις.

Αν δεν υπάρξει συμφωνία στις αυτονόητες αυτές αρχές, δεν θα υπάρξει λύση του Κυπριακού και την ευθύνη θα φέρει η άλλη πλευρά. Όμως οι ελπίδες κι οι προσπάθειές μας πρέπει να επικεντρώνονται όχι στο πώς θα παίξουμε καλύτερα το λεγόμενο “blame game” αλλά στο πώς θα φτάσουμε το συντομότερο σε μια λειτουργική λύση, που θα διανοίξει νέους ορίζοντες για ένα καλύτερο μέλλον, για εμάς και κυρίως για τα παιδιά μας.

 

One thought on “Να στοχεύσουμε στη λύση, όχι στη μη λύση…”

  1. Κατά τη δική μου άποψη, η μόνη λύση είναι η μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ΥΠΕΡ της παραδοσιακής (μέσα από τους αιώνες) πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού που είναι το ελληνικό στοιχείο. Το σύνταγμα της ΚΔ του 1960 αδίκησε την πλειοψηφία του πληθυσμού της Κύπρου (έλληνες) κατάφορα. Πρόκειται για μια ιστορική στρέβλωση. Αυτός, κατά τη δική μου άποψη είναι και ο λόγος της αντίδρασης για τη μη λύση: το άδικο σύνταγμα του 1960.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *