Μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, επιλέγωμεν την ατίμωσιν συνοδεία πορδής.

Posted by: on Αυγ 17, 2017 | No Comments

Ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής του 1974 συγκλήθηκε στη Γενεύη διάσκεψη για την Κύπρο με τη συμμετοχή των εγγυητριών δυνάμεων και των δύο κοινοτήτων, με σκοπό τη λύση του Κυπριακού. Η κατάσταση για την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν τραγική, αφού οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις είχαν ήδη δημιουργήσει προγεφύρωμα στην Κερύνεια και παραβίαζαν συνεχώς την εκεχειρία καταλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερα εδάφη, ξεσπιτώνοντας με ασύμμετρη βία τους Ελληνοκύπριους.

Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα της χούντας στις 15 Ιουλίου 1974 και η ομιλία του νόμιμου προέδρου της Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τα ξημερώματα (ώρα Κύπρου) της 20ης Ιουλίου, που έδωσαν στην Τουρκία το πρόσχημα για να ενεργοποιήσει -κατά τη δική της αυθαίρετη κρίση- το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης και να εισβάλει στο νησί.

Ο Γλαύκος Κληρίδης, προεδρεύων της Δημοκρατίας (μετά την πτώση των πραξικοπηματικών κυβερνήσεων σε Ελλάδα και Κύπρο), θεωρούσε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν πια να γυρίσουν πίσω, δηλαδή στις συνομιλίες για επιστροφή των Τ.Κ. στην ενιαία Κυπριακή Δημοκρατία κι ότι, ως εκ τούτου, η αποδοχή της ομοσπονδίας, ως βάσης για λύση, ήταν αναπόφευκτη. Ήξερε ακόμη πως, αν απέρριπτε ασυζητητί την τουρκική πρόταση για δικοινοτική ομοσπονδία στην Κύπρο, ο τουρκικός στρατός θα προέλαυνε, για να καταλάβει τα εδάφη που ήθελε, ανατολικά προς Καρπασία, νοτιοανατολικά προς Αμμόχωστο, νότια προς τη Λευκωσία και δυτικά προς τη Μόρφου.

Ρώτησε λοιπόν παρασκηνιακά από τους Βρετανούς και τους Ρώσους αν θα βοηθούσαν στρατιωτικά στην αποτροπή μιας νέας τουρκικής προέλασης. Οι Βρετανοί καταδίκασαν τη χρήση στρατιωτικής βίας εκ μέρους της Τουρκίας, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να λάβουν άλλα μέτρα πέρα από το να υποβοηθήσουν στις διαπραγματεύσεις για λύση. Οι Ρώσοι τού είπαν ότι η Σοβιετική Ένωση μόνο σε συνεργασία με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση, γνωρίζοντας βέβαια ότι οι Αμερικάνοι δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν κάτι τέτοιο.

Κάτω από το βάρος εκείνων των εντελώς αρνητικών δεδομένων ο Κληρίδης προσπάθησε να πείσει τους δικούς μας, δηλαδή τον Μακάριο, τους λοιπούς Ελληνοκύπριους πολιτικούς παράγοντες και την Ελλάδα (του Καραμανλή πλέον), ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, παρά να αποδεκτούν κατ’ αρχήν την ομοσπονδία, ως βάση λύσης και πάνω σ’ αυτή τη βάση να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Όπως μάλιστα είπε σε συνέντευξή του  ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο Κληρίδης τούς ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμος να αποδεκτεί την ομοσπονδία και να αυτοκτονήσει αλλά ο ίδιος (ο Βάσος Λυσσαρίδης) τον προέτρεψε να αυτοκτονήσει μεν αλλά να μην την αποδεχτεί. Η απάντηση του Μακαρίου και των Ελληνοκυπρίων παραγόντων ήταν ένα βροντερό ΟΧΙ.

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ήταν αρνητικός στην αποδοχή της ομοσπονδίας, αλλά ο  υπουργός εξωτερικών, Γεώργιος Μαύρος (που προερχόταν από την Ένωση Κέντρου), ταυτίστηκε πλήρως με τη θέση του Μακαρίου κι έκανε την περίφημη δήλωση ότι “μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως, η Ελλάς δεν έχει επιλογήν”. Ο Κληρίδης δεν είχε την εξουσιοδότηση ούτε καν να προφέρει ότι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και την λύση ομοσπονδίας μαζί με άλλες ιδέες. Προσπάθησε παρόλα αυτά να κερδίσει χρόνο. Είπε στη διάσκεψη ότι ήθελε να του δοθεί χρονικό περιθώριο 48 ωρών για να διαβουλευθεί με τον Μακάριο και τους άλλους Ελληνοκύπριους παράγοντες κι ότι θα εξέταζε όλες τις προτάσεις “με ανοιχτό μυαλό”. Ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Τουράν Γκιουνές, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν επρόκειτο να εμποδίσει την τουρκική προέλαση, θεώρησε την απάντηση αρνητική κι αρνήθηκε να παραχωρήσει έστω κι αυτό το μικρό  χρονικό περιθώριο.

Έτσι, τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974 ξεκίνησε η δεύτερη και πιο βάρβαρη φάση της τουρκικής εισβολής, στην οποία ο τουρκικός στρατός κατέλαβε το 36% του εδάφους της Κύπρου, σκοτώνοντας χιλιάδες ανθρώπους, στρατιώτες και γυναικόπαιδα, βιάζοντας γυναίκες κάθε ηλικίας και ξεσπιτώνοντας τελικά 160 χιλιάδες Ελληνοκύπριους από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ο πόλεμος λοιπόν είχε αρχίσει. Όμως η Ελλάδα δεν ήταν εκεί… Η βαρύγδουπη δήλωση του Γεώργιου Μαύρου αποδείχτηκε κενό σύνθημα, μια διπλωματική μπλόφα, η οποία αποδείχτηκε τελικά σκέτη πορδή, αφού μεταξύ του πολέμου και της ατιμώσεως, η Ελλάς προτίμησε τελικώς την ατίμωσιν…  Ήταν μια μπλόφα την οποία βεβαίως δεν πίστεψε κανείς από τους εμπλεκόμενους, παρά μόνο ο δύστυχος κυπριακός ελληνισμός, την ώρα που τον βομβάρδιζαν τα τουρκικά μαχητικά και περίμενε με αγωνία την Ελλάδα να επέμβει…

Την ώρα που ο Τούρκος ξεκινούσε τις μηχανές των τανκ κι απογείωνε από τη Μερσίνα τα Fantom για να πραγματοποιήσει την εφιαλτική δεύτερη φάση της εισβολής, η Ελλάδα, ο Μακάριος και άλλοι παρίσταναν τους μάγκες στα λόγια, καθώς οι ίδιοι ήταν πολύ μακριά από την κόλαση της εισβολής και το μάρμαρο το πλήρωσε τελικά ο δυστυχής λαός, καλός κι αγαπημένος, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδωμένος. Καμία εναλλακτική στρατηγική δεν είχαν, κανένα ουσιαστικό σύμμαχο, καμία άλλη πόρτα να χτυπήσουν. Είπαν ένα στείρο κι άγονο ΟΧΙ κι άφησαν τον κοσμάκη να καίγεται.

Πολλοί θεωρούν πως το ΟΧΙ υπό την απειλή βίας ήταν μια αξιοπρεπής απάντηση, έστω κι αν η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτή την απάντηση ως πρόσχημα για να προχωρήσει στη βίαιη κατάληψη εδάφους μεγαλύτερου από εκείνου που ήταν διατεθειμένη να δεχτεί σε μια τελική λύση ομοσπονδίας.  Αν όμως εκείνη ήταν η πρέπουσα, η αξιοπρεπής απάντηση των Ελληνοκυπρίων, τότε γιατί ο Μακάριος ήρθε τρία χρόνια αργότερα (στις 12 Φεβρουαρίου 1977) και συμφώνησε με τον Ντενκτάς την ομοσπονδία; Πού πήγε η αξιοπρέπεια; Πού πήγε η εθνική περηφάνεια; Αν ήταν για να την αποδεχτεί τελικά, γιατί δεν το έκανε την κρίσιμη εκείνη ώρα της φωτιάς;

Κάνω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι είχε ιστορικό ο Μακάριος στο να αποφασίζει ή να μετανιώνει συνήθως άκαιρα… Το 1956 υπαναχώρησε από τη συμφωνία του με τους Άγγλους για παραχώρηση αυτοκυβέρνησης. Ήθελε Ένωσιν και μόνον Ένωσιν. Συνεχίστηκε λοιπόν ο αγώνας της ΕΟΚΑ, τα παλληκάρια συνέχισαν να σκοτώνονται για την Ένωσιν και 3 χρόνια μετά ο Μακάριος αποφάσισε ότι τον αρκεί και η ανεξαρτησία. Το 1959 υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου για ανεξαρτησία και 3 χρόνια αργότερα αποφάσισε ότι ήθελε να αλλάξει το Σύνταγμα που ο ίδιος συμφώνησε. Το 1964, μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία, διακήρυξε ξανά την Ένωση.  Παρόλα αυτά, το  1968 ξεκίνησαν συνομιλίες για επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία… Όταν οι διαπραγματευτές Κληρίδης και Ντενκτάς έφτασαν σε συμφωνία, με την οποία οι Τ/κ αποδέχονταν τα 12 από τα 13 σημεία που ήθελε να αλλάξει ο Μακάριος, αυτός πήγε σε εθνικό μνημόσυνο στην Γιαλούσα και διακήρυξε ξανά “Ένωσιν και μόνον Ένωσιν”. Όταν 7 μήνες αργότερα έγινε η εισβολή, ο Μακάριος επέστρεψε στην ιδέα της επιστροφής των Τ/κ στην Κυπριακή Δημοκρατία και απέρριψε την ομοσπονδία, την οποία δέχτηκε όμως 3 χρόνια αργότερα, αλλά στην ομιλία του στην επέτειο της εισβολής, 5 μήνες μετά, φάνηκε σαν να άλλαξε γνώμη πάλι και μιλούσε για μακροχρόνιο αγώνα… Δυστυχώς ο Μακάριος απεβίωσε λίγες ημέρες μετά την τελευταία του ομιλία, σε ηλικία 64 ετών και έτσι δεν μάθαμε ποτέ αν εννοούσε αυτά που έλεγε στην ομιλία ή αν θα άλλαζε ιδέα πάλι. Χωρίς σε καμία περίπτωση να προσπερνώ τις τεράστιες ευθύνες της ελληνικής χούντας, του Γεώργιου Γρίβα, της ΕΟΚΑ Β’ και άλλων, επισημαίνω ότι ηγέτης αυτού του λαού ήταν ο Μακάριος και δυστυχώς τις παλινωδίες του ο κυπριακός λαός τις πλήρωσε με αίμα.

Επιστρέφω στο τραγικό καλοκαίρι του 1974 για να επισημάνω ότι, στη σημειολογία της πολιτικής, ο χειρισμός του Μακαρίου διά του Κληρίδη και της Ελλάδος διά του Γεωργίου Μαύρου, ήταν σαν να προσπαθείς να ρίξεις ένα τοίχο χτυπώντας τον με το κεφάλι σου. Καθώς δεν μπορούσαμε να αναχαιτίσουμε την τουρκική εισβολή και δεν είχαμε τη βοήθεια κανενός, ούτε της Ελλάδας, η μόνη εναλλακτική επιλογή ήταν ο διπλωματικός ελιγμός. Η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αποδεκτεί τουλάχιστον να εξετάσει την ιδέα της ομοσπονδίας (την οποία έτσι κι αλλιώς αποδέκτηκε αργότερα) σαν βάση λύσης, ώστε να αφαιρέσει από την Τουρκία το πρόσχημα για την δεύτερη εισβολή. Ίσως ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί το θανατικό, η καταστροφή και η βίαιη κατάληψη της πατρίδας μας. Βεβαίως ούτε ο Μακάριος, ούτε η ελληνική κυβέρνηση, ούτε κανείς απο τους λοιπούς πολιτικούς παράγοντες αυτού του τόπου είχαν την πολιτική ωριμότητα, κάτω μάλιστα κι από τη φοβερή πίεση των γεγονότων, να σκεφτούν πολιτικά. Όρθωσαν το κεφάλι μας (του λαού, όχι το δικό τους) περήφανα μπροστά στην τουρκική χατζάρα κι ο Τούρκος, με ένα χραπ, το έκοψε.

Η Τουρκία κατέλαβε η μισή Κύπρο κι από τότε αλλάζει το δημογραφικό της χαρακτήρα με τον εποικισμό, την εκτουρκίζει θρησκευτικά και πολιτισμικά, διατηρεί εδώ 40 χιλιάδες στρατό και στοχεύει ξεκάθαρα στην διχοτόμηση. Δεν έχει για τον κυπριακό Ελληνισμό πιο ατιμωτική κατάσταση από αυτή κι όμως, οι δικοί μας θεωρούν ότι αποτελεί εθνικη αξιοπρέπεια και περηφάνεια να βομβαρδίζουν την Τουρκία με πορδές, δηλαδή με κούφια λόγια και συνθήματα, αντί να δουν με ποιο τρόπο θα ελευθερώσουν αυτό τον τόπο. Βεβαίως όλοι τούτοι, που διεκδικούν την ψήφο μας, ξέρουν πολύκαλά ότι με τα κούφια συνθήματα δεν πρόκειται να φύγει η Τουρκία από την Κύπρο. Ξέρουν όμως επίσης πολύ καλά ότι δυστυχώς αυτά τα συνθήματα ακούγονται ωραία στα αυτιά μιας μεγάλης αφελούς μάζας αυτού του λαού, που συνηθίζει να αγοράζει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

 

Leave a Reply