Μάνα για όλα τα παιδιά της…

Posted by: on Μαΐ 2, 2015 | No Comments

ΑΓΙΟΣ-ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝΈπρεπε να πάω κάποια στιγμή στην Κερύνεια, από το δρόμο που πηγαίναμε με τους γονιούς μου όταν ήμουνα μικρός. Από το «πογύριν», που σε φέρνει πίσω από τον Πενταδάκτυλο, μπαίνοντας από την δυτική του άκρη, εκεί στη Μύρτου.

Παίρναμε εκείνη τη διαδρομή, διότι τον «καλό» το δρόμο, τον κοντινό, μέσω του Κιόνελι, τον κρατούσαν οι Τουρκοκύπριοι από το 1964 και μόνο κάποιες συγκεκριμένες ώρες μπορούσαν να περάσουν αυτοκίνητα Ελληνοκυπρίων, με τη συνοδεία των Ηνωμένων Εθνών. Η Κύπρος είχε ουσιαστικά διχοτομηθεί από τότε.

Για 30 χρόνια, από το 1974, έβλεπα συχνά το ίδιο όνειρο: ότι πήγαινα, λέει, από το σπίτι μου στη Λακατάμια ως την Κερύνεια, με τα πόδια. Μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα, το 2003, πήγα επιτέλους μέχρι το λιμανάκι κι ησύχασε η ψυχή μου. Δεν είδα το όνειρο εκείνο ξανά από τότε.

Άρχισα όμως να βλέπω ένα άλλο συχνά πυκνά μέχρι σήμερα: Ότι  οδηγώ λέει από την Λευκωσία προς τη Κερύνεια, από εκείνο τον άλλο δρόμο των παιδικών μου αναμνήσεων, σ’ ένα ωστόσο άγνωστο τοπίο, αλλόκοτο. Αποφάσισα λοιπόν επιτέλους να κάνω αυτή τη διαδρομή χτες, 1η του Μάη του 2015, σαράντα ένα χρόνια από την τελευταία φορά. Μαζί με την Τόνια και τους φίλους μας, το Γιώργο και τη Μαρία, ξεκινήσαμε από το Παραλίμνι πρωί, για να μας φτάσει ο χρόνος.

Μπήκαμε από το οδόφραγμα του Άη Δεμέτη και πήγαμε στο Γερόλακκο για να μπορέσω να βρω τη στράτα. Γερασμένο το χωριό. Όπως το άφησαν τότε οι κάτοικοί του, έτσι έμεινε να ξηραίνεται κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο του καιρού. Συνεχίσαμε το δρόμο προς τον Άγιο Βασίλειο. Το χωριό δεν υπάρχει πια, δεν μπορείς να περάσεις από μέσα, είναι στρατόπεδο. Πιο κάτω η Σκυλλούρα, κιτρινισμένη κι αυτή από το χρόνο ζωγραφιά του χτες και έπειτα ο Κοντεμένος κι ο Ασώματος, άλλα δυο χωριά που έγιναν απ’ άκρη σ’ άκρη στρατόπεδα. Σαράντα χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες… πρέπει κάπου να χωρέσουν.

Φτάσαμε στη Μύρτου, εκεί στην άκρη του Πενταδάκτυλου. Έπρεπε οπωσδήποτε να δω το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί που κάναμε σταθμό κατακαλόκαιρα στο πανηγύρι, επιστρέφοντας από τη θάλασσα κι ήταν ένας κόσμος γεμάτος χρώματα, πωρικά, σιούσιουκκους και παλουζέδες, λοκμάδες, σιάμισι και καττιμέρκα και πολλά παιδικά παιχνίδια κρεμασμένα μπροστά από τις καλύφες.  Χαρά μεγάλη αν έπεφτε η γιορτή Κυριακή κι ήταν το πανηγύρι ασφυκτικά γεμάτο χαμόγελα. Εκεί άκουσα τον πρώτο ποιητάρη της ζωής μου, να απαγγέλλει τραγουδιστά τα βάσανα κάποιας Μαρίας από την Λεμεσό που την παράτησε ο Γιαννής, ο άντρας της, για μια Βασιλική απ’ την Ελλάδα.

Μπήκα στο πάρκιγκ του μοναστηριού. Σκουπίδια μού έφραζαν το δρόμο, έπρεπε να τα αποφύγω περνώντας μέσα απ’ το χωράφι. Κατεβήκαμε και μπήκαμε στην αυλή του. Το μοναστήρι λείψανο. Μόνο τα σχήματα, η εκκλησιά στη μέση με το χαρακτηριστικό καμπαναριό κι το όλο σουλούπι του χώρου γύρω με τα κελιά των μοναχών και των προσκυνητών ετοιμόρροπα, ήταν ότι επικύρωνε την ζωηρή, αλλοτινή μου μνήμη.  Ένιωσα ξαφνικά πως ο κόσμος που ήξερα πέθανε. Ο Άγιος Παντελεήμονας δεν ήταν πια εκεί…

Κατηφορίσαμε στα Πάναγρα. Ο δρόμος μάς έφερε δίπλα από τη θάλασσα, στον μακρύ στενό βράχο, που απλώνεται πάνω από εκατό μέτρα κατά μήκος της παραλίας. Όταν ήμουν μικρός, μου θύμιζε δράκο που κοιμόταν στην ακρογιαλιά. Δεν ήθελα να τον κοιτάζω. Ήταν ο τόπος που μου προκαλούσε τρόμο. Στην Βασίλεια έψαξα μάταια το περβόλι του θείου μου του Κωστάκη, όπου πηγαίναμε συχνά. Οι μεγάλοι κάθονταν και μιλούσαν με τις ώρες κι εγώ περπατούσα πιο πέρα, προς τη θάλασσα, μαζεύοντας κουζούδες κι άλλα αγγεία, που πετούσε μια μικρή εκεί βιοτεχνία που έφτιανε πήλινα.  

Έπειτα ξεκινήσαμε για τη Λάπηθο. Την απέραντη πολιτεία του παππού μου, που ξεκινά από τη θάλασσα κι ανεβαίνει ως την κορφή του Πενταδάκτυλου. Στο κοιμητήριο με τους σπασμένους σταυρούς η Μαρία  έψαξε τον τάφο της μάνας της. Δεν τον βρήκε. Ανηφορίσαμε και βρήκαμε το σπίτι της. Ήταν εκεί στ’ αριστερά του δρόμου, πάνω σε μια στροφή. Τσακισμένο, χρόνια εγκαταλελειμμένο κι απ’ τους κατοπινούς του ένοικους. “Πίσω υπάρχει δεξαμενή”, μας έδειξε η Μαρία στο βάθος ενός χορταριασμένου περβολιού, δίπλα στο σπίτι. Βγάλαμε φωτογραφίες. Τι άλλο μπορείς να κάνεις όταν γυρνάς στο σπίτι που γεννήθηκες μισό αιώνα από τότε;

Ανηφορίσαμε κι άλλο. Βρήκαμε την εκκλησιά της Αγίας Αναστασιάς. Από εκεί πίστευα ότι θα έβρισκα και το σπίτι της θείας Μαρούλας, που μας έφυγε πριν από λίγους μήνες, σαράντα χρόνια πρόσφυγας στην Ανθούπολη και χωρίς να έχει ποτέ ξαναδεί το σπίτι που τη γέννησε και την ανάγιωσε. Εκεί ήταν και το πατρικό του παππού. Προσπάθησα πολύ. Δεν τα κατάφερα να βρω το μικρό δίπατο σπίτι με το περιβόλι του πίσω και το δρομάκι δίπλα να κατηφορίζει μαζί με το κρύο νερό από τις ζωντανές πηγές του Πενταδάκτυλου. Πρέπει οπωσδήποτε να ξαναπάω με τη μάνα μου. Αυτή σίγουρα θα το βρει.

Κατεβήκαμε στην «Αϊρκώτισσα». Τη δική μου θάλασσα, κάτω απ’ το κέντρο του Σπαστρή με την τουλούμπα του νερού και το τζουκμπόξ που λάτρευα, άλλοτε με τους Ολύμπιανς κι άλλοτε με τις τρελές «αμφιβολίες» του Μυτιληναίου. Ναι, εδώ το φυσικό τοπίο έμεινε απαράλλακτο, με την ξανθή αμμουδιά, τα βράχια στις άκρες και την θάλασσα που βαθαίνει μόνο όταν την περπατήσεις πολλά μέτρα μέσα.

Κοιτώντας την, θυμάμαι όλες τις μέρες, όλες τις ώρες, όλα τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, όλες τις έγχρωμες μου μνήμες απ’ τα ταραγμένα ασπρόμαυρα late sixties και early seventies αυτής της δύσμοιρης χώρας.  Η  στεριά πίσω μας όμως καμία σχέση. Δεν έμεινε ούτε μια σπιθαμή άκτιστη. Ο Σπαστρής σβήστηκε σαν εικόνα με κιμωλία σε μαυροπίνακα και το αθώο, άπλετο τοπίο της παιδικής μου ανεμελιάς, διασώθηκε μόνο στα κάδρα της πεισματάρας μου μνήμης.

Το λιμανάκι της Κερύνειας, γραφικό, αναλλοίωτο, σαν τοπίο μεσαιωνικό με επισκέπτες απ’ το μέλλον. Είναι θαρρώ το ίδιο, όπως και πριν από δέκα χρόνια που ήρθα ξανά, όπως και πριν από 45 χρόνια που πρωτοπήγα. Όπως κι αν έχει, οπωσδήποτε το θέλω. Ναι, το έχω δηλώσει τόσες φορές μέσα μου αυτό το πράγμα, που μου φαίνεται πια εντελώς αδιανόητο τούτη η πόλη να αποκοπεί για πάντα απ’ την ιστορική της συνέπεια. Η Κερύνεια θα παραμείνει ως μια από τις 6 πόλεις της Κύπρου. Της μίας και μοναδικής Κύπρου. Αυτό είναι όρκος!

ΑΔΙΑΔΡΟΜΗκολουθήσαμε τη διαδρομή παραλιακά προς την Ακανθού. Δεξιά πάνω στον Πενταδάκτυλο, το Πέλλαπαϊς, το Κάρμι, το Καζάφανι, τα πιο όμορφά μας χωριά. Από εκεί και μπρος όμως, ένα, δύο, τρία, τέσσερα… δεν ξέρω κι εγώ πόσα τελικά μετρήσαμε καινούρια χωριά, τουριστικά, που βρίσκαμε στο δρόμο μας το ένα μετά το άλλο. Κάποια αριστερά πάνω από τη θάλασσα και κάποια δεξιά στους πρόποδες του βουνού. Συγκράτησα μόνο ένα που το βάφτισε ο ντηβέλοπερ «Thalassa».  Στο ενδιάμεσο ετούτων των νεοφανών οικισμών και σε φάση γιαπί ακόμα, πρόβαλε δίπλα μας το μεγαλύτερο ξενοδοχειακό συγκρότημα που είδα στη ζωή μου! Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα πουθενά στις χώρες που ταξίδεψα. Να δούμε ποιος ξένος, μεγαλοκαρχαρίας στις τουριστικές μπίζνες, χτίζει αυτό το τερατούργημα πάνω στις ακτές μας.

Έξω από την Ακανθού κάναμε νότια. Εγκαταλείψαμε την μάγισσα βόρεια θάλασσα της Κύπρου, που μας συντρόφευε ώρα πολλή, σ’ όλα εκείνα τα χιλιόμετρα από την Κερύνεια. Πήραμε το δρόμο που τέμνει τον Πενταδάκτυλο και περνά από την άλλη, στην πεδιάδα της Μεσαρκάς. Καθώς διασχίζαμε το βουνό, ο τόπος θύμιζε Τρόοδος. Πηχτό πράσινο και πεύκα που μυρίζουν, όπως η ψυχή μας, Κύπρο.

Κάτω η Μεσαρκά αχανής καθώς τις άκρες του ορίζοντα τις λεύκαινε το πούσι. Πηγαίναμε όμως σωστά: Λευκόνοικο, Περιστερωνοπηγή, Πραστειό, Γαϊδουράς, Στύλλοι, Έγκωμη, Αμμόχωστος. Το μνημείο με το τεράστιο κεφάλι του Αττατούρκ στην κορυφή και το χυτό μπρούτζο να σχηματίζει μορφές εκεί στο ραουνατμπάουντ της εκτός των τειχών πόλης, μου προκάλεσε πρέπει να πω ναυτία. Καλύτερα να μην το βρίσκαμε φάτσα κάρτα μπροστά μας στο τέλος αυτού του προσκυνήματος. Ας είναι όμως. Το πείσμα είναι πολλές φορές καρπός της πίκρας και σε τούτη την ιστορία το πείσμα να σώσουμε την πατρίδα μας είναι την ίδια στιγμή κι η μόνη μας ελπίδα να τα καταφέρουμε.

Εκείνο που πάνω απ΄ όλα νιώθω και θέλω να το πω, μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μου, είναι πως ετούτοι οι τόποι που γυρίσαμε χτες, δείχνοντας ταυτότητες στο έμπα και στο έβγα, είναι δικοί μας. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν θα με κάνει ποτέ να συμβιβαστώ με τη διχοτόμηση. Αντίθετα, θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου, για να ξαναγίνει η Κύπρος μου, η πατρίδα μου απ’ τον Απόστολο Ανδρέα ως τον Ακάμα, μια χώρα, μάνα για όλα τα παιδιά της.

9

Leave a Reply