Η χούντα θεωρούσε καλύτερη και πιο “καθαρή” λύση τη διχοτόμηση. Εσύ;

Posted by: on Ιούλ 15, 2017 | No Comments

Στις 15 Ιουλίου 1974 η κυπριακή Εθνική Φρουρά, έπειτα από διαταγή του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη (του  ισχυρού άντρα της στρατιωτικής χούντας, που σφετεριζόταν τότε την εξουσία στην Ελλάδα), διενήργησε, με τη βοήθεια και της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’, πραξικόπημα εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Στο δικό μου μυαλό δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα έγινε για να δοθεί στην Τουρκία η αφορμή να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει μέρος του βορείου τμήματος του νησιού, ώστε το Κυπριακό να λυθεί οριστικά με διχοτόμηση. Γι’ αυτό και δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις απόβασης, δεν επανδρώθηκαν τα πολυβολεία στον Πενταδάκτυλο (που θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα αποβατικά πλοία) και σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις διατάχθηκαν να μην χτυπήσουν τις τουρκικές διότι – όπως τους έλεγαν – “επρόκειτο για άσκηση. 

Σύμφωνα με διάφορες πηγές ο “αόρατος δικτάτορας”, Δημήτριος Ιωαννίδης, θεωρούσε το Κυπριακό ως τον μεγαλύτερο βραχνά για την Ελλάδα, γι’ αυτό και μόλις ανέτρεψε τον προηγούμενο δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον Νοέμβρη του 1973, έθεσε ως προτεραιότητα του να απαλλάξει τη χώρα του από αυτό το πρόβλημα,  με τη λύση που εκείνος θεωρούσε ως την καλύτερη και πιο λειτουργική: το γεωγραφικό και πολιτικό διαζύγιο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως καθαρά ελληνικό κράτος, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, αλλά και χωρίς τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνο. 

Ο Ιωαννίδης θεωρούσε ως καλύτερη λύση τη διχοτόμηση της Κύπρου. Ήξερε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο από τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς ή το λαό, καθώς θα εθεωρείτο εθνική προδοσία. Έπρεπε συνεπώς να βρεθεί ένας τρόπος αυτή η λύση να επιβληθεί με “βίαιο τρόπο” και φαινομενικά χωρίς την έγκριση της Ελλάδας. 

Έχοντας άμεση πρόσβαση στη CIA (σύμφωνα με αμερικανικές πηγές) και με την αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε, ο δικτάτορας προώθησε σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου, το οποίο συμφώνησαν μαζί με την τουρκική ηγεσία: Να γίνει πρώτα το πραξικόπημα, να ακολουθήσει απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο κι η κατάληψη μέρους του βορείου τμήματος του νησιού κι αμέσως μετά να μετακινηθεί ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός στην κατεχόμενη περιοχή, αφού θα γίνονταν στη διάρκεια της εισβολής πράξεις βίας από Ελληνοκύπριους εις βάρος Τουρκοκυπρίων σε τουρκοκυπριακά χωριά στο νότο, ώστε από τη μια οι Τουρκοκύπριοι να τρομοκρατηθούν και να δεχτούν να φύγουν κι από την άλλη να δοθεί και μια εξ αντικειμένου εύλογη αφορμή για μια τέτοια μετακίνηση. 

Το σχέδιο προέβλεπε ότι δεν θα υπήρχε αντίσταση στον τουρκικό στρατό, ώστε να μην υπάρξουν πολλά θύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προέβλεπε επίσης κατάληψη ενός πολύ μικρότερου μέρους της Κύπρου. Δυστυχώς όμως ο Ιωαννίδης (πέρα από την προδοτική του πράξη να παραδώσει κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία) δεν προέβλεψε την αναξιοπιστία της τουρκικής ηγεσίας. Ο τουρκικός στρατός όχι μόνο χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία, αλλά και κατέλαβε πολύ μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου από εκείνο που προέβλεπε το σχέδιο.

Παρόλο που ο στόχος ήταν άκρως προδοτικός, το μήνυμα που δόθηκε στους εθνικικστές και στους αντιμακαριακούς ήταν ότι το πραξικόπημα γίνεται για να διωχθεί ο “ανθέλληνας” Μακάριος και να ανοίξει ο δρόμος για τον προαιώνιο πόθο των Κυπρίων για Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Διότι, όπως πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Άγγλος συγγραφέας Σάμιουελ Τζόνσον, “το καταφύγιο του απατεώνα είναι ο πατριωτισμός”. 

Σε ό,τι αφορά τον Μακάριο, το επίσημο αφήγημα τον παρουσιάζει σαν ηρωομάρτυρα, που επέζησε του πραξικοπήματος και αγωνίστηκε για τη σωτηρία της Κύπρου. Είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακάριος προειδοποιούσε πως τυχόν πραξικόπημα εναντίον του θα έφερνε τη διχοτόμηση.  Πολλοί τον είχαν προειδοποιήσει ότι ο Ιωαννίδης θα τον ανατρέψει. Εκείνος όμως απαντούσε πως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε έστω και ένας Έλληνας που θα έδινε στην Τουρκία την αφορμή να διχοτομήσει την Κύπρο. Παρόλα αυτά, στις 20 Ιουλίου και λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η τουρκική εισβολή, ο Μακάριος κατάγγειλε από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο  και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να δράσει για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε παραβιαστεί.  Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία, που ήταν ήδη έτοιμη για την εισβολή, με τα πολεμικά της πλοία στα ανοικτά της Κερύνειας (σύμφωνα με το σχέδιο που είχε συμφωνήσει με τον Ιωαννίδη και τη CIA) είχε πια και την κάλυψη που της έδωσε το λεκτικό της καταγγελίας του νόμιμου προέδρου της Κύπρου. 

Σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα επίσης, το σαββατοκύριακο πριν το πραξικόπημα, ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία στο Τρόοδος ενώ το πρωί της Δευτέρας 20 Ιουλίου 1974, ήταν πίσω στο γραφείο του στο προεδρικό μέγαρο με μια ομάδα παιδιών από την Αίγυπτο, όταν άρχισαν να πέφτουν  βροχή οι σφαίρες των πολυβόλων κι οι οβίδες των αρμάτων πάνω στο κτίριο. Παρά το γεγονός ότι το προεδρικό γραφείο διαθέτει παράθυρα, κανείς δεν έβαλε από τα παράθυρα μέσα στο γραφείο ούτε περικυκλώθηκε το κτίριο, δεν έπαθε κανείς τίποτα από όσους ήταν μέσα στο γραφείο κι έτσι ο  Μακάριος διέφυγε από το πίσω μέρος του προεδρικού, περπάτησε μέσα από το δασύλιο και τον ποταμό Πεδιαίο και βγήκε στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο. Εκεί σταμάτησε ένα αυτοκίνητο που τον μετέφερε στην Κλήρου κι από εκεί έφυγε με άλλο αυτοκίνητο για την Παναγιά της Πάφου. Από την Παναγιά κατέβηκε στην πόλη της Πάφου από όπου και απηύθυνε από ένα πρόχειρα στημένο ραδιοσταθμό το ιστορικό του διάγγελμα, στο οποίο έλεγε ότι είναι ζωντανός και ότι είναι συναγωνιστής και σημαιοφόρος στον κοινό αγώνα.  Έπειτα πήγε στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου κι από εκεί έφυγε με βρετανικό ελικόπτερο για τη Μάλτα, για να συνεχίσει αργότερα το ταξίδι προς το Λονδίνο. 

Οι πραξικοπηματίες, από την πλευρά τους, αφού πρώτα πάγωσαν την Κύπρο με την ψευδή ανακοίνωση στο ΡΙΚ ότι ο Μακάριος είναι νεκρός, στη συνέχεια διόρισαν “πρόεδρο” τον Νίκο Σαμψών, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι παραβιάστηκε η συνταγματική τάξη. Έπειτα κυνήγησαν και σκότωσαν μακαριακούς κι αριστερούς και, στη διάρκεια της εισβολής, όπως προέβλεπε το διχοτομικό σχέδιο, μπήκαν σε τουρκοκυπριακά χωριά και σκότωσαν γυναικόπαιδα, ώστε να δώσουν την αφορμή για την ανταλλαγή των πληθυσμών, που αποτέλεσε κεφαλαιώδους σημασίας βήμα προς τη διχοτόμηση.

Η 15η Ιουλίου είναι η επέτειος μιας ασύλληπτης εθνικής προδοσίας, που οδήγησε τον κυπριακό ελληνισμό στην χειρότερη καταστροφή της μακράς ιστορίας του σε τούτο τον τόπο, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να ξεριζώνονται από τη γη των πατέρων τους κι ένα ολόκληρο λαό να θρηνεί χιλιάδες νεκρούς κι αγνοούμενους. Διότι κάποια άρρωστα μυαλά στην Ελλάδα και στην Κύπρο πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα δινόταν στο Κυπριακό μια “καθαρή” λύση. Μια λύση που θα έβγαζε εντελώς από τα πόδια μας τους Τουρκοκύπριους, προκειμένου να έχουμε ένα κράτος καθαρά δικό μας, καθαρά ελληνικό, ένα κράτος όπως αυτό που λειτουργεί από το 1960 μέχρι σήμερα, το κράτος της κουμπαροκρατίας και της κομματοκρατίας, το κράτος της διαπλοκής, της διαφθοράς, της κλεψιάς. 

Λυπούμαι να πω ότι δυστυχώς τα ίδια μυαλά, που προτιμούν τη λύση που ήθελε κι ο Ιωαννίδης για την Κύπρο, εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Είναι αυτοί που κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους η κατάσταση να παραμένει ως έχει, ώσπου να μονιμοποιηθεί οριστικά η διχοτόμηση. Μερικοί από αυτούς βέβαια θα εξαπολύσουν σήμερα μύδρους εναντίον της χουντικής προδοσίας. Στο τέλος όμως η ουσία είναι ότι τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν, προβάλλοντας κι αυτή τη φορά στο λαό απατηλά, ψευδοπατριωτικά συνθήματα, κατά τη γνωστή ρήση του Σάμιουελ Τζόνσον. 

 

Leave a Reply